Αφιερωμα – Καρυωτακης.

30 Οκτώβρη 1896 Γέννηση  Κ.Γ Καρυωτάκη

“Μέσα στον κοινωνικό λαβύρινθο της κενότητας και της θλιβερής κοινοτυπίας των μαζών, ο απελπισμένος γίνεται ποιητής, ο μελαγχολικός γίνεται ισοπεδωτής, ο πεσιμιστής γίνεται μηδενιστής καταστροφέας. Η απόγνωση γίνεται οργή, η μελαγχολία γίνεται ολέθρια μανία, ο πεσιμισμός γίνεται ο δυναμίτης που ζώνεται το αρνητικό, στην τελική του μάχη με το υπάρχον.”

Από το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή της μηδενιστικής μπροσούρας: Απέχθεια.

Αναζητώντας τρόπους μιας εναργέστερης αποτύπωσης της υπαρξιακής αποστασίας, οι ολοφυρμοί των άδοξων μαχητών του πεσιμισμού αντηχούν εν όλω σε κάθε αχνό παλμό που ωθεί την ζωή σε μία διερώτηση επί του τρόπου εκδίπλωσης της. Η αγωνία πλέον αναβλύζει σε κάθε ίχνος που χαράζουν τα κουρασμένα βήματα μας στο ταλαίπωρο σώμα της γης. Η ένταση κορυφώνεται καθώς ένας ακραιφνής κυνισμός τσακίζοντας βίαια τα δεσμά του, με την ηδυπάθεια ως το ύστατο καταφύγιο μιας προαναγγελμένης αυτοχειρίας , ρίχνεται περιπαθώς στα χαρακώματα για την οριστική του σύγκρουση με την ιστορική συνέχεια. Έναντι στα όρια της νόησης, οπλίζεται η περηφάνια του ορμέμφυτου και η πραγματικότητα του θανάτου αποκαθαίρεται με την αρωγή του θάμβους, που η ρωγμή στο έλυτρο της αδημοσύνης δημιούργησε. Το άφευκτο υπέρβασης της κενότητας είναι δεδομένο με τα γεγονότα απλώς να καταγράφονται σε αράδες στοίχων και πεζών. Κι όμως, η τραγωδία, η πτώση, η αγωνία, η φθορά, η κρίση, η απόγνωση, η θλίψη μαζί με ότι απωθήθηκε στο μετερίζι των ηττημένων της κυρίαρχης αφήγησης, αναβιώνει ταυτοχρόνως με την εξάπλωση της θριαμβολογίας και απειλεί να μετατρέψει την φαινομενικά αδιασάλευτη επιφάνεια και την αΐδιο τάξη της σε συντρίμμια.  Ορέξεις, ορμές και δυνάμεις που σαν σαράκι υποσκάπτουν τα θεμέλια της κοινωνικής μακαριότητας. Μια καινοφανής χαλαζόπτωση στα χωράφια των ” ιδιοκτήτων της γης “, αφήνοντας τους έτσι με ένα μοναδικό δίλημμα ενόσω στέκονται μετέωροι πάνω στα άλλοτε γόνιμα στεγανά τους.  Την τραγική αποδοχή της πτώσης η την μεμψιμοιρία και την εθελοτυφλία των δειλών, στο αντάμωμα τους με την έλευση της πιο ψυχρής νυκτός.

“Ίσως πεθάνω απόψε εγώ! Ήλιος βροχές κι ανέμοι
σκόρπια θ’ αφήσουν τα μυαλά, τα νεύρα, την καρδιά μου.
Ούτε όνειρο, ούτε ξύπνημα! Όλα θα ’χουν τελειώσει
και τ’ άστρα όπου θα πήγαινα θα μείνουν άφταστά μου!

Παντού, το ξέρω, πέρα εκεί στους μακρυσμένους κόσμους,
προσκυνητές καθώς εμείς της απεραντοσύνης,
μυριάδες ανθρωπότητες ζουν μες στα όνειρά τους,
ανοίγοντάς μας αγκαλιές και χέρια αδελφοσύνης!

Μακρινά αδέλφια μας παντού (το ξέρω εγώ, το ξέρω)
ζουν σαν κι εμάς στη μοναξιά και στη μελαγχολία.
Σαν έρθει η νύχτα μάς καλούν! Κάποτε δεν θα πάμε;
– Θα ’ταν αυτό παρηγοριά στην τόση απελπισία!

Μια μέρα τ’ άστρα σίγουρα θα ’ρθούν ν’ ανταμωθούμε,
τότε ίσως κι η παγκόσμια θα σελαγίσει Αιθρία
που σήμα τους οι απόκληροι την έχουν και θα υψώσει
ενάντια στο Θεό κραυγή η αδελφική πορεία!

Μ’ αλλοίμονο, πριν απ’ αυτό, ήλιος βροχές κι ανέμοι
θα διασκορπίσουν τα μυαλά, τα νεύρα, την καρδιά μου
κι ούτ’ όνειρο, ούτε ξύπνημα! Το Παν χωρίς εμένα
και τ’ άστρα όπου θα πήγαινα θα μείνουν άγνωρά μου!”

Ζυλ Λαφόργκ

Ο μηδενισμός όπως αυτός γίνεται αντιληπτός από μας, εμπεριέχει την ποίηση και ιδίως την ποιητική γλώσσα ως ζωτικό στοιχείο του, κατευθύνοντας την ενάντια στην ουδετερότητα της δημόσιας φρασεολογίας, στην επιτηδευμένη ψευδο-ευκρίνεια, στον ακρωτηριασμό του νοήματος, στον ολοκληρωτισμό της καθολικής εννοιολόγησης, στην διασπορά της μετριότητας και στην αποϊστορικοποίηση των συνθηκών επικοινωνίας. Συνεπώς αντιλαμβανόμαστε στην ποίηση μια δυνατότητα για την κατασκευή μιας πληρέστερης επικοινωνίας και γιαυτό επιλέγουμε να επιχειρήσουμε μια σύνθεση του ” πολιτικού ” και του ” καλλιτεχνικού ” , αποσκοπώντας στην κατάργηση και των δύο ως διαχωρισμένων σφαιρών της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Με αφορμή λοιπόν την ολοκλήρωση 120 χρόνων από την γέννεση ενός εκ των μεγαλύτερων φορέων ενός πεσιμισμού, (που κατά την γνώμη μας το έργο του δεν συγκαταλέγεται παρέα με τους ακαταμέτρητους σύγχρονους αναθεματισμούς εναντίον της ζωής, των μαζανθρώπων, μα αντιθέτως αποτυπώνει δραματικά την απεγνωσμένη αναζήτηση στιγμών ζωτικότητας στους ναούς των γραφιάδων, των υπαλλήλων, των λόγιων και των εμπόρων) προχωρούμε σε αυτό το μικρό αφιέρωμα ως σύμβολο της αναγνώρισης ενός έργου που είναι ικανό να φέρει το πρόσωπο μας αντιμέτωπο με τις παραγκωνισμένες, αφτιασίδωτες πλευρές ενός εσωτερικού κανιβαλισμού του οποίου οι απομιμήσεις καταρρέουν μαζί με τις απαντήσεις που καρφώθηκαν στο δέρμα μας.
Ακολουθεί επιλογή ποιημάτων και κειμένου.

Πρέβεζα

“Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας πίσω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ελλειπή μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία
“Υπάρχω” λες κι ύστερα “Δεν υπάρχεις”.
Φτάνει το πλοίο υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς – ένας πέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία”

Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ…

Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

 

Στὴν ποίηση ὑπάρχει ἕνα ὅνομα-τομή: ὁ Καρυωτάκης. ᾿Εκεῖ ξαφνικὰ ἐμφανίζεται κάτι τ’ ὁποῖο σπάει τὰ κρατοῦντα. ῞Ενας ποιητικὸς λόγος ἄγριος, βάναυσος, ἀκόμα κι ἄτεχνος πολλὲς φορές, ἀλλ’ ὠμός, μ’ αἷμα γραμμένος, βαθύτατα ἀπαισιόδοξος, σκοτεινός, μαῦρος… ῾Υπάρχει ἀπαισιόδοξη ποίηση ποὺ μαχητικοποιεῖ – καὶ μάλιστα τοῦ Καρυωτάκη μ α χ η τ ι κ ο π ο ί η σ ε !
῾Ο Καρυωτάκης μὲ τὴν ἀπαισιοδοξία του ἄσκησε τεράστια ἐπίδραση στοὺς νέους, μεταξὺ τοῦ ’30 καὶ τοῦ ’40. ᾿Εγὼ ἀπ’ τὰ 14 τὸν διάβαζα! ῾Οπότε; Ποῦ ‘ναι ἡ ἄποψη ὅτι τάχα ὁ Καρυωτάκης εἶν’ ἡ ποίηση τῆς ἡττοπάθειας; Νὰ τὸ ἀντιστρέψω; ᾿Επαναστάτης δέν ἦταν ὁ Μαγιακόφσκι; Τότε γιατί μὲς στὸν «παράδεισο» τῆς «ἐπανάστασης» α ὐ τ ο κ τ ό ν η σ ε;
Πάντως, μὲ τὸν Καρυωτάκη, μπαίνει στὴν ποίηση κατὰ μεγάλες ποσότητες τὸ ‘καινούργιο’, τὸ ἄλλο βλέμμα.
῾Ο Καρυωτάκης ἦταν μιὰ ἐντελῶς προσωπικὴ περίπτωση. ῞Ενας ποιητὴς μελαγχολικός, ἀπαισιόδοξος, προσωπικώτατος, πνεῦμα κριτικό, ἀρνητικό –ναι! ἀ ρ ν η τ ι κ ὸ ς κ α τ ὰ τ ο ῦ κ α κ ο ῦ, κ α τ ὰ τ ο ῦ ἀ ρ ν η τ ι κ ο ῦ ποὺ διατείνεται πὼς εἶναι τάχα θ ε τ ι κ ό–, μὲ τόση ἀπολυτότητα σ’ αὐτὲς τὶς τάσεις του, ὥστε δὲν τοῦ ἦταν ἀνεκτὴ ἡ γύρα του νεοελληνικὴ πραγματικότητα τῆς δεκαετίας τοῦ ’20. Εἶχε λοιπὸν μιὰ ἐντιμότητα ἡ αὐτοκτονικὴ αὐτὴ πράξη του – ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε…
Εἶναι, λοιπόν, ἕ ν α ς ἀ ρ ν η τ ή ς!.. Βέβαια οἱ κοινωνίες δὲ συγχωροῦν ποτὲ νὰ λές ἀλήθειες.
῍Αν μὲ ρωτούσατε, δὲ θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἶναι μ ε γ ά λ ο ς ποιητής – ἀλίμονο! Εἶναι ὅμως πολὺ ἀληθινός – τόσο ἀγαπητὸς στὴν ἀδυναμία του, στὶς ἀνθρώπινες στιγμές του, πούναι καὶ δ ι κ έ ς μ α ς στιγμές, τόσο συνεπὴς σ’ αὐτὸ ποὺ πιστεύει καὶ τὸ πλήρωσε τόσο ἀκριβά! Ψέμα δε λέει! Δὲν εἶναι φτηνὴ πληρωμὴ νὰ πᾶς ν’ αὐτοκτονήσῃς στὰ 32 σου χρόνια, ἀφοῦ ἔγραψες καὶ μία, καὶ δεύτερη καλὴ συλλογή!..
῏Ηταν πολὺ προδρομικὸς στὸν καιρό του· λ ό γ ῳ ψ υ χ ο σ υ ν θ έ σ ε ω ς – ὄχι γιατὶ ἔκανε στύλ.
᾿Εγὼ θάλεγα ὅτι δὲν εἶν’ ἄρρωστος ἕνας βασικὰ μελαγχολικός, ποὺ ἡ μελαγχολία του γίνεται ὑποδομὴ μιᾶς τρομερῆς κριτικῆς. Κάθε κριτικὸ πνεῦμα στὸν κόσμο εἶναι στὴ βάση του μελαγχολικό.
Κι αὐτὸς τόλμησε τὸ θ ά ν α τ ο! ῎Ηθελα νὰ ρωτήσω ὅσους ἐπικρίνουν ἕναν αὐτοκτόνο, ἕναν Καρυωτάκη ἢ ἕναν Μαγιακόφσκι: ἀλήθεια, θὰ τολμοῦσαν, ὅπως αὐτοί, ἰδεολόγοι ἢ κομμουνιστές, νὰ τὰ τινάξουν ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ «ἐπανάσταση» δεν εἶν’ αὐτὸ πούχαν ὀνειρευτῆ;
῾Η ἐπίδραςή του ὑπῆρξε τεράστια! Τί Βρεττάκος, τί Ρίτσος – αὐτοὶ ὠμότερα ἀπ’ τὸν Καρυωτάκη! ῾Ο Σεφέρης; Παρομοίως! ῎Όχι ὁ κύριος ᾿Ελύτης. ῞Ολ’ ἡ ἀπαισιοδοξία κ’ ἡ μελαγχολία τοῦ ὑπόλοιπου Μεσοπολέμου καὶ τοῦ Μεταπολέμου παράγεται ἀπ’ τὸν Καρυωτάκη! Κι ὁ Δημαρᾶς τοῦ ἀφιερώνει δυὸ ἀράδες! ῾Ο Κορδᾶτος τὸν ἀποκηρύσσει διότι δὲν εἶναι ἐπαναστατικός!

Ρένος, “Ζ τοῦ Κενταύρου”, 2014

ΥΠΟΘΗΚΑΙ

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν’ αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
Όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
Πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονιέρα σου φύλλο.

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα*.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα

Αποστροφή

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…

 

Ο Καρυωτάκης δεν πίστευε ούτε στη δυνατότητα αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών (παρότι συνδικαλίστηκε), ούτε σε παρηγορητικές μεταφυσικές θεωρίες και ιδεαλισμούς. Μία μόνο καταληκτική λύτρωση έβλεπε κι αυτή ήταν η επίσπευση του τέλους του. Στο «Εμβατήριο» τοποθέτησε απέναντι στην τραγικότητα της ζωής, την πραγματικότητα του θανάτου, αποδραματοποιημένη και υπονομευμένη σαρκαστικά με στίχους όπως: “Ά! Πρέπει να φορέσω / τ΄ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ΄ αρέσω.”

Στην εποχή της δημοσίευσης του ποιήματος, γράφτηκε ότι επρόκειτο για ένα “παραλήρημα από ένα κουρασμένο μυαλό που βλέπει αραβουργήματα να σαλεύουν και να μπερδεύονται αδιάκοπα”. Άλλοι πάλι είπαν ότι προσπαθούσε να ξορκίσει με κυνικό χιούμορ την ακραία “τελική πράξη”, που επρόκειτο να κάνει, χιούμορ αντίστοιχο με εκείνο του σημειώματος αυτοκτονίας του («…κάποτε, όταν μου δοθεί ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου» ).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» το 1935: “Οι σφαίρες του Καρυωτάκη έπληξαν τη ζωή του, αλλά όχι την Ποίησή του. Η ποίησις του είχε τελειώσει πριν από την αυτοκτονία του: οι Ιδανικοί Αυτόχειρες, το Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο, η Δικαίωσις, η Πρέβεζα μας το λέγουν καθαρά ! Η αυτοκτονία έχει γίνει κιόλας θέμα της ποιήσεώς του – φυσικά, το τελευταίο (…) Η ζωή του Καρυωτάκη έφερε τη μελαγχολία του. Η μελαγχολία του, την ταραγμένη φαντασία (…) Η φαντασία έφερε τις Ελεγείες. Οι Ελεγείες έφεραν τις Σάτιρες. Οι Σάτιρες την αυτοκτονία. – Αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει…»

Η σπουδή των συγγενών του Καρυωτάκη να εξαφανίσουν στοιχεία που θα σκιαγραφούσαν ολοκληρωμένα την προσωπικότητά του, άφησε αναπάντητα ερωτήματα για τη ζωή και την αυτοχειρία του. Θεωρίες ότι έπασχε από σύφιλη, είχε απελπιστεί από τις δυσμενείς μεταθέσεις ή είχε απογοητευτεί από τη μέτρια αποδοχή του έργου του, έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς με σοβαρά στοιχεία.

Αδιαμφισβήτητο μένει το κενό που κραυγάζουν οι στίχοι του.

Το μηδέν στην ελπίδα.

Η ύπαρξη χωρίς προσδοκίες.

Η αβάσταχτη συνέχεια, όταν γνωρίζεις το τέλος.

«Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,/ αγώνες για το ψωμί και το αλάτι, / έρωτες, πλήξη».

crowd-750x350

Όλοι μαζί…

Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,

γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.

Μια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία

έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές

τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,

δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας,

για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Αφήνουμε στο αγέρι

τα μαλλιά και τη γραβάτα μας.

Παίρνουμε πόζα. Ανυπόφορη

νομίζουμε πρόζα·

των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Μόνο για μας υπάρχουν

του Θεού τα πλάσματα

και, βέβαια, όλη η φύσις.

Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,

ανεβήκαμε στ’ άστρα τ’ ουρανού.

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,

κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια,

επέσαμε θύματα εξιλαστήρια

του “περιβάλλοντος”, της “εποχής”.

Διαχειριστική ομάδα Ragnarok

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php