Ζυλ Ντελεζ: Υποβαθμιση της συνειδησης ( Σπινοζα ο υλιστης )

Ο Σπινόζα προτείνει στους φιλοσόφους ένα νέο πρότυπο: το σώμα. Τους προτείνει να αναγορεύσουν το σώμα σε πρότυπο: «Δεν ξέρουμε τι δύναται το σώμα…». Αυτή η δήλωση άγνοιας είναι προκλητική: μιλάμε για τη συνείδηση και τις επιταγές της, για τη βούληση και τα αποτελέσματα της, για τους χίλιους τρόπους να κινούμε το σώμα μας, να δαμάζουμε το σώμα και τα πάθη – αλλά δεν ξέρουμε καν τι δύναται ένα σώμα1. Φλυαρούμε, επειδή δεν ξέρουμε. Όπως θα πει ο Νίτσε, μένουμε έκπληκτοι μπροστά στη συνείδηση, αλλά «το σώμα είναι ακόμη εκπληκτικότερο…».

 

Εντούτοις, μία από τις διασημότερες θεωρητικές θέσεις του Σπινόζα είναι γνωστή με το όνομα παραλληλία. Η παραλληλία δεν συνίσταται μόνο στην άρνηση οποιασδήποτε σχέσης πραγματικής αιτιότητας ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα, αλλά απαγορεύει και την οποιαδήποτε υπεροχή του ενός έναντι του άλλου. Αν ο Σπινόζα αρνείται πάσης φύσεως ανωτερότητα της ψυχής* έναντι του σώματος, δεν την αρνείται για να εγκαθιδρύσει την ανωτερότητα του σώματος έναντι της ψυχής, η οποία θα ήταν εξίσου άνευ νοήματος. Η πρακτική σημασία της παραλληλίας καταφαίνεται στην αντιστροφή της παραδοσιακής αρχής στην οποία θεμελιωνόταν η Κανονιστική Ηθική ως επιχείρηση κυριαρχίας των παθών από τη συνείδηση: όταν το σώμα ενεργούσε, η ψυχή έπασχε, έλεγαν, και η ψυχή δεν ενεργούσε, χωρίς το σώμα να πάσχει με τη σειρά του (κανόνας της αντίστροφης σχέσης, πρβ. Καρτέσιος, Πραγματεία για τα πάθη της ψυχής, άρθρα 1 και 2). Σύμφωνα με την Ηθική αντίθετα, ό,τι είναι ενέργημα στην ψυχή είναι κατ’ αναγκαιότητα ενέργημα και στο σώμα, ό,τι είναι πάθος στο σώμα είναι κατ’ αναγκαιότητα πάθος και στην ψυχή2. Δεν υπάρχει καμία υπεροχή της μιας σειράς έναντι της άλλης. Τι εννοεί επομένως ο Σπινόζα, όταν μας καλεί να πάρουμε για πρότυπο το σώμα;

 

Το ζητούμενο είναι να καταδειχθεί ότι το σώμα ξεπερνά τη γνώση που έχουμε γι’ αυτό, και ότι η σκέψη επίσης ξεπερνά τη συνείδηση που έχουμε γι’ αυτήν. Όσα πράγματα υπάρχουν στο πνεύμα που ξεπερνούν τη συνείδηση μας, άλλα τόσα υπάρχουν και στο σώμα που ξεπερνούν τη γνώση μας. Με μία μόνο και την ίδια κίνηση κατορθώνουμε έτσι, αν και όσο αυτό είναι δυνατόν, να συλλάβουμε τη δύναμη του σώματος πέραν των δεδομένων όρων της γνώσης μας, και να συλλάβουμε τη δύναμη του πνεύματος πέραν των δεδομένων όρων της συνείδησης μας. Επιδιώκουμε να αποκτήσουμε γνώση των δυνάμεων του σώματος, ώστε να ανακαλύψουμε παράλληλα τις δυνάμεις του πνεύματος που διαφεύγουν της συνείδησης, και να μπορέσουμε να συγκρίνουμε τις δυνάμεις. Εν ολίγοις, το πρότυπο του σώματος, σύμφωνα με τον Σπινόζα, δεν συνεπάγεται καμία υποβάθμιση της σκέψης σε σχέση με την έκταση αλλά, κάτι πολύ σημαντικότερο, υποβάθμιση της συνείδησης σε σχέση με τη σκέψη: πρόκειται για ανακάλυψη του ασυνειδήτου, και ενός ασυνειδήτου της σκέψης, που είναι εξίσου βαθύ με το άγνωστο του σώματος.

Η συνείδηση είναι φύσει τόπος ψευδαίσθησης. Η φύση της είναι τέτοια, ώστε δρέπει αποτελέσματα, αλλά αγνοεί τις αιτίες. Η τάξη των αιτιών ορίζεται από το εξής: κάθε σώμα στην έκταση, κάθε ιδέα ή κάθε πνεύμα στη σκέψη συγκροτούνται από χαρακτηριστικές σχέσεις που υπάγουν τα μέρη του σώματος αυτού, τα μέρη της ιδέας αυτής. Όταν ένα σώμα «συναντά» ένα άλλο σώμα, ή μια ιδέα μιαν άλλη ιδέα, είτε οι δύο σχέσεις συντίθενται προκειμένου να σχηματίσουν ένα όλον πιο δυνατό, είτε η μία αποσυνθέτει την άλλη και καταστρέφει τη συνοχή των μερών της. Και το θαυμαστό στο σώμα, όπως άλλωστε και στο πνεύμα, είναι ακριβώς αυτά τα σύνολα ζωντανών μερών που συντίθενται και αποσυντίθενται σύμφωνα με πολύπλοκους νόμους3. Η τάξη των αιτιών είναι συνεπώς μια τάξη σύνθεσης και αποσύνθεσης σχέσεων, που ασκεί επ’ άπειρον την παθοποιό της ενέργεια σε ολόκληρη τη φύση. Εμείς όμως, ως ενσυνείδητα όντα, δεν δρέπουμε ποτέ τίποτε άλλο πέρα από τα αποτελέσματα αυτών των συνθέσεων και των αποσυνθέσεων: δοκιμάζουμε χαρά, όταν ένα σώμα συναντά το δικό μας και συντίθεται μαζί του, όταν μια ιδέα συναντά την ψυχή μας και συντίθεται μαζί της, λύπη αντίθετα, όταν ένα σώμα ή μια ιδέα απειλούν τη δική μας συνοχή. Βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση, ώστε δρέπουμε μονάχα «αυτό που συμβαίνει» στο σώμα μας, «αυτό που συμβαίνει» στην ψυχή μας, δηλαδή το αποτέλεσμα ενός σώματος στο δικό μας, το αποτέλεσμα μιας ιδέας στη δική μας. Όμως, τι είναι το σώμα μας υπό την προσίδια σχέση του, και τι είναι η ψυχή μας υπό την προσίδια σχέση της, και τι είναι τα άλλα σώματα και οι άλλες ψυχές ή ιδέες υπό τις αντίστοιχες σχέσεις τους, και ποιοι είναι οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους όλες τούτες οι σχέσεις συντίθενται και αποσυντίθενται – για όλα αυτά δεν ξέρουμε τίποτα στη δεδομένη τάξη της γνώσης μας και της συνείδησης μας. Εν ολίγοις, οι συνθήκες στις οποίες γνωρίζουμε τα πράγματα και αποκτάμε συνείδηση του εαυτού μας μάς καταδικάζουν να έχουμε αποκλειστικά και μόνον ανεντελείς ιδέες, ιδέες συγκεχυμένες και ακρωτηριασμένες, αποτελέσματα χωρισμένα από τις αιτίες τους4. Γι’ αυτό και επ’ ουδενί λόγω μπορούμε να θεωρήσουμε πως τα νήπια είναι ευτυχισμένα ή ο πρώτος άνθρωπος, τέλειος: καθόσον αγνοούν τις αιτίες και τις φύσεις, καθόσον έχουν περισταλεί στη συνείδηση του συμβάντος, καθόσον έχουν καταδικαστεί να υφίστανται αποτελέσματα ο νόμος των οποίων τους διαφεύγει, είναι σκλάβοι του καθετί, δυστυχισμένοι και πλήρεις αγωνίας, στο μέτρο της ατέλειας τους. (Κανένας δεν εξεγέρθηκε περισσότερο από τον Σπινόζα εναντίον της θεολογικής παράδοσης που θέλει τον Αδάμ τέλειο και ευτυχισμένο.)

 

Πώς η συνείδηση καταπραΰνει την αγωνία της; Πώς ο Αδάμ μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του ευτυχισμένο και τέλειο; Μέσω μιας τριπλής ψευδαίσθησης. Δεδομένου ότι η συνείδηση δεν περισυλλέγει παρά μόνον αποτελέσματα, θα κορυφώσει την άγνοια της αντιστρέφοντας την τάξη των πραγμάτων, εκλαμβάνοντας τα αποτελέσματα ως αίτια (ψευδαίσθηση των τελικών αιτίων): το αποτέλεσμα ενός σώματος στο δικό μας θα το μετατρέψει στο τελικό αίτιο της δράσης του εξωτερικού σώματος· και την ιδέα του αποτελέσματος αυτού θα τη μετατρέψει στο τελικό αίτιο των δικών της των ενεργημάτων. Θα εκλάβει επομένως τον εαυτό της ως πρώτη αιτία και θα επικαλεστεί την εξουσία της επί του σώματος (ψευδαίσθηση των ελεύθερων επιταγών). Και εκεί όπου η συνείδηση δεν μπορεί πλέον να φανταστεί τον εαυτό της ως πρώτη αιτία, ή ως οργανώτρια των σκοπών, επικαλείται έναν Θεό προικισμένο με νόηση και βούληση, που ενεργεί μέσω τελικών αιτίων ή ελεύθερων επιταγών προκειμένου να ετοιμάσει στον άνθρωπο έναν κόσμο στο μέτρο της δόξας Του και των τιμωριών Του (θεολογική ψευδαίσθηση)5. Δεν αρκεί καν να πούμε πως η συνείδηση κατασκευάζει ψευδαισθήσεις: είναι αδιαχώριστη από την τριπλή ψευδαίσθηση που τη συνιστά, ψευδαίσθηση της σκοπιμότητας, ψευδαίσθηση της ελευθερίας, θεολογική ψευδαίσθηση. Η συνείδηση είναι απλώς ένα όνειρο με τα μάτια ανοιχτά. «Έτσι, το νήπιο νομίζει πως ορέγεται ελεύθερα το γάλα, το θυμωμένο αγόρι πως θέλει την εκδίκηση, ο δειλός τη φυγή. Και ο μεθυσμένος πιστεύει πως λέει με ελεύθερη επιταγή της ψυχής του πράγματα που, νηφάλιος πια, θα προτιμούσε να τα είχε αποσιωπήσει»6.

 

Και πάλι όμως χρειάζεται η ίδια συνείδηση να έχει μιαν αιτία. Ο Σπινόζα ορίζει κάποιες φορές την επιθυμία ως «την όρεξη με συνείδηση του εαυτού της». Διευκρινίζει όμως ότι πρόκειται απλώς για ονομαστικό ορισμό της επιθυμίας και ότι η συνείδηση δεν προσθέτει τίποτα στην όρεξη («δεν κάνουμε προσπάθεια για κάτι […], επειδή κρίνουμε πως είναι καλό [για μας], αλλά αντίθετα κρίνουμε πως είναι καλό, επειδή κάνουμε προσπάθεια γι’ αυτό»)7. Πρέπει συνεπώς να διατυπώσουμε έναν πραγματικό ορισμό της επιθυμίας, που να δείχνει ταυτοχρόνως και την «αιτία» μέσω της οποίας η συνείδηση είναι σαν λαξεμένη μες στη διεργασία της όρεξης. Και η όρεξη δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια μέσω της οποίας κάθε πράγμα πασχίζει να παραμείνει στο είναι του, κάθε σώμα στην έκταση, κάθε ψυχή ή κάθε ιδέα στη σκέψη (conatus). Επειδή όμως η προσπάθεια αυτή μας ωθεί να ενεργήσουμε με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τα αντικείμενα που συναντάμε, πρέπει να πούμε ότι καθορίζεται ανά πάσα στιγμή από τις παθήσεις που μας έρχονται από τα αντικείμενα. Αυτές ακριβώς οι καθορίζουσες παθήσεις είναι κατ’ αναγκαιότητα αιτία της συνείδησης του conatus8. Και εφόσον οι παθήσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από μια κίνηση μέσω της οποίας μας κάνουν να περάσουμε σε μεγαλύτερη ή μικρότερη τελειότητα (χαρά και λύπη), ανάλογα με το αν το πράγμα που συναντήσαμε συντίθεται μαζί μας ή απεναντίας τείνει να μας αποσυνθέσει, η συνείδηση εμφανίζεται ως το συνεχές συναίσθημα μιας τέτοιας μετάβασης, από το περισσότερο στο λιγότερο, από το λιγότερο στο περισσότερο, μάρτυρας των παραλλαγών και των προσδιορισμών του conatus σε συνάρτηση με τα άλλα σώματα ή τις άλλες ιδέες. Το αντικείμενο που συμφωνεί με τη φύση μου με καθορίζει να σχηματίσω μιαν ανώτερη ολότητα που να μας περιλαμβάνει και τους δύο, εκείνο κι εμένα. Όποιο δεν συμφωνεί θέτει σε κίνδυνο τη συνοχή μου και τείνει να με διαιρέσει σε υποσύνολα τα οποία, στην έσχατη περίπτωση, εισέρχονται σε σχέσεις που δεν συμφιλιώνονται με τη συστατική μου σχέση (θάνατος). Η συνείδηση είναι κατά κάποιον τρόπο η μετάβαση, ή μάλλον το συναίσθημα της μετάβασης από αυτές τις λιγότερο δυνατές ολότητες σε ολότητες περισσότερο δυνατές, και το αντίστροφο. Είναι καθαρά μεταβατική. Δεν είναι όμως ιδιότητα του Όλου ούτε κανενός επιμέρους όλου· έχει απλώς αξία πληροφορίας, και μάλιστα πληροφορίας κατ’ ανάγκη συγκεχυμένης και ακρωτηριασμένης. Και πάλι ο Νίτσε είναι αυστηρά σπινοζικός όταν γράφει: «Η μεγάλη κύρια δραστηριότητα είναι ασυνείδητη. Η συνείδηση εμφανίζεται συνήθως μονάχα όταν το όλον θέλει να υποταχθεί σε ένα ανώτερο όλον, είναι κατ’ αρχάς η συνείδηση αυτού του ανώτερου όλου, της πραγματικότητας που είναι έξω από το εγώ. Η συνείδηση γεννιέται σε σχέση με το είναι, συνάρτηση του οποίου θα μπορούσαμε να είμαστε, αποτελεί το μέσον για να ενσωματωθούμε σ’ αυτό».

Ζυλ Ντελέζ

 

  1. Ηθική, III, 2, σχόλιο.

* Ο Σπινόζα χρησιμοποιεί τη λέξη mens – νους, πνεύμα, και σπανίως τη λέξη animus – ψυχή. (Βλ. και κεφ. 4, σ. 141). Ωστόσο, σε έγκυρες μεταφράσεις της Ηθικής (Vrin) το mens μεταφράζεται ως ψυχή. Ο Ντελέζ χρησιμοποιεί εδώ εναλλακτικά τη μία ή την άλλη λέξη (esprit, âme) αναφερόμενος στο ίδιο ακριβώς πράγμα. (Σ.τ.Μ.)

  1. Ηθική, III, 2, σχ. (και II, 13, σχ.)
  2. Ακόμη και το πνεύμα έχει μεγάλο αριθμό μερών: πρβ. Ηθική, II, 15.
  3. Ηθική, II, 28, 29.
  4. Ηθική, I, παράρτημα.
  5. Ηθική, III, 2, σχ.
  6. Ηθική, III, 9, σχ.
  7. Ηθική, III, ορισμός της επιθυμίας [εξήγηση] («προκειμένου η αιτία της συνείδησης να περιληφθεί στον ορισμό μου […]»).

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php