V.Q – ” Δραπετευωντας στη λογικη: Η πτωση ”

Και μετά, έπεσα! Πέφτω εν πανικώ στην άβυσσο, μισο-εθελοντικά, μισο-σπρωγμένος, άρρωστος από ταχύτητα και μοναχικός σαν το τοπίο που απλώνεται. Υπάρχουν στιγμές που κολλαώ. Μια παλιά φίλη προεξέχει σαν κλαδί δέντρου. Την πιάνω, σπάει. Ακόμα μία επιβραδύνει την πτώση μου, πράσινη και υγρή και ω, είναι τόσο ωραία που τη βλέπω ξανά, που βλέπω ξανά το χαμόγελό της, τα υπέροχα μαλλιά της, τη γραμμή του όμορφου προσώπου της, αλλά έχω φύγει πάλι, τώρα στροβιλίζομαι, τώρα ισορροπώ, τώρα ρουφώ πίσω την ανάσα που μου έχει κάτσει στο λαιμό, τώρα σε πόλεμο, τώρα εν ειρήνη. Πέφτω στην πλάτη ενός αετού, που σκίζει τον ουρανό, αλλά η παλιά μου ερωμένη θέλει να με πάρει πίσω στην κορφή του λόφου, να με αναγκάσει να   περπατήσω μαζί της πίσω στο μέρος που είχα και είχαμε υπάρξει, αλλά δε θέλω να γυρίσω πίσω -είναι αδύνατον- έτσι, λοιπόν, αφήνω το χέρι της, πηδώ και συνεχίζω την πτώση μου. Και στις σιωπηλές, όταν απλά… πετάω… σκάβω μέσα στα βαζάκια μαρμελάδας της μνήμης με δάχτυλα, που λαχταρούν το παρελθόν που έχει παρέλθει, διπλώνομαι από το φριχτό θόρυβο μιας πόλης, από την οποία προσπαθώ να φύγω με τον τρόπο που μπήκα, αλλά η είσοδος είναι κατάμεστη και ο σερβιτόρος με επιπλήτει, δε μπορείς να φύγεις με τον τρόπο που μπήκες, πρέπει να φύγεις από άλλη διαδρομή. Και έτσι, στρέφομαι προς το χάος της ζωής μου. Προς το χάος της πόλης, της Κοινωνίας, της μοναξιάς. Και είμαι μια οργισμένη παλίρροια, μια πράα παλίρροια, υποχωρώντας και κυλώντας μέσα στην ανάγκη της αλλαγής, της ευθύνης και της αναζήτησης του εαυτού. Αυτό το έκανα εγώ, το άλλο όχι. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση μου ήταν πάντα δικιά μου. Και πέρα από τα δάκρυα, το τσάκισμα των αλυσίδων, την απώλεια ενός κόσμου, την απώλεια ενός φίλου, δογμάτων που με κρατούσαν σχετικά ασφαλή, κάτι εγκαθίσταται μέσα μου. Ο κουρνιαχτός μετά την έκρηξη του ηφαιστείου. Ξεκαθαρίζει αργά- αργά. Μια περίεργη και για πρώτη φορά βιωμένη… ισορροπία.

 

Δε θα μπορούσα ποτέ να συμβιβαστώ. Όχι για πολύ. Και όχι χωρίς να καταστρέψω τον Εαυτό μου. Τη γαλήνη μου. Αλλά, μου ζητήθηκε. Όχι απλά από την Κοινωνία, αλλά από εκείνους τους Αναρχικούς, που, όπως κι εγώ, δεν είχαν εξερευνήσει ακόμα απόλυτα τον εαυτό τους και που, όπως κι εγώ, κρεμόντουσαν από μια φαινομενική ελευθερία, μια εξεγερτική μάσκα, ένα κουστούμι που έδινε ευχαρίστηση, αλλά το οποίο μπορούσες να βγάλεις και να κρεμάσεις στα παρασκήνια μέχρι την επόμενη παράσταση, ενώ συνέχιζες να παίζειςτις ίδιες ρουτίνες. Και Εγώ, πάντα αργός στην ανάπτυξη, προσπαθούσα σκληρά να ικανοποιώ.Αλλά, δε θα μπορούσε ποτέ να πετύχει και με βρήκα να σκίζω τις ίδιες τις γραμμές της ζωής μου. Ξαφνικά, ένας φιλοσοφικός πλούτος μου έτεινε τη χείρα του, χαρακτήρες της ιστορίας, για τους οποίους δε μιλάει κανείς. Ατομικιστές, που αντιλαμβάνονται πως η ελευθερία πρέπει να ξεκινάει με τη γνώση του Εαυτού. Από την απελευθέρωση, για την οποία παλεύει το άτομο με κάθε κόστος, κάθε στιγμή, ανάμεσα σε οποιουσδήποτε ανθρώπους, ακόμα και τους δικούς σου. Κανένας κανόνας, εκτός από τους δικούς μου. Καμιά ταυτότητα, πέρα από αυτό που επιλέγω να γίνομαι, να εξερευνώ, χωρίς καλούπι, αδέσμευτος. Κανένας κοινωνικός κώδικας, στον οποίον να είμαι δεμένος. Χωρίς κόμπους. Χωρίς να χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Λοιπόν, αυτοί είναι οι στόχοι. Η πτώση, που αποκαλύπτει τα πάντα ή τουλάχιστον αποκαλύπτει περισσότερα. Οι ρόλοι, που έπαιξα για τους άλλους και οι ρόλοι, που έπαιξαν οι άλλοι για μένα. Τίποτα δε μπορεί να κερδηθεί ξανά. Τα πάντα έχουν χαθεί. Και εδώ είναι ο συνεχής μικρός θάνατος, ο θερισμός και η σπορά των σπόρων μου. Προσγειώνομαι. Μόνος, έχω σχεδόν πέσει στη λογική.

 

Και…

 

Βρίσκω στον εαυτό μου το σκληρό κριτή. Είναι εύκολο να παραστήσω τον κακομοίρη, δελεαστικό το να πω πως με «πέταξαν έξω», ότι έχασα λόγω γεγονότων πέρα από τον έλεγχό μου. Είναι εύκολο, γιατί δεν έχω συνηθίσει τη δύναμη, δεν έχω συνηθίσει την απόλυτη ευθύνη. Αλλά, είναι ανειλικρίνια το να λέω τέτοια πράγματα. Γιατί η αλήθεια είναι πως αρνήθηκα. Αρνήθηκα να βάλω τα συμφέροντα του κινήματος πρώτα από τις δικές μου ιδέες, αρνήθηκα να επιτρέπω πλέον τις προδοσίες, που υποτίθεται πως πρέπει να κάνουμε και να δεχόμαστε για το γενικό καλό, αρνήθηκα το ότι χρωστάω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε και το είπα. Αρνήθηκα να παίζω πλέον το ρόλο μου. Αρνήθηκα τους ανθρώπους, που θεωρούσα φίλους και τα παράτησαν, πηδώντας από το βράχο της βλακείας στον κοινωνικό θάνατο. Άλλωστε, υπήρχε κάποιος, που περίμενε για να ανακόψει την πτώση μου. Και η αγκαλιά, στην οποία έπεσα, ήταν η δική μου.

 

Ήταν μετά από το ψείρισμα των επιλογών και των αποφάσεων, των αντιδράσεων και των υπολογισμών, των άγχεων και των αποτυχιών, μόνο μέσα στο ξαφνικό σκοτάδι, από την ανακάλυψη πως το σώμα, η ψυχή και το μυαλό μου κουνιούνται ακόμα, που αποκαλύφθηκε το μοτίβο μιας ολόκληρης ζωής. Μέσα στην απουσία της ψιλοκουβέντας, μέσα από την απουσία όλων αυτών των φιλικών σχέσεων, που θεωρούσα πως θα κρατήσουν για πάντα, μέσα στην ξαφνική ανακούφιση από τις προσδοκίες και τις κατηγοριοποιήσεις και «το ρόλο που έπαιζα για τους άλλους», συνειδητά ή ασυνείδητα, άρχισα να τη ξεδιπλώνω. Ακριβώς στην ηλικία, όπου είχα θεωρήσει όλα αυτά τα πράγματα -φιλίες, συμπεριφορές, δραστηριότητες- τακτοποιημένα και απαράλλαχτα, τα άλλαξα όλα. Και καθώς το έκανα, κοίταξα ψηλά και είδα τα βράχια να καταρρέουν και να καταρρέουν, μέχρι που δεν κατοικούσα πλέον στον πάτο μιας αβύσσου, αλλά σε μια καινούρια και απέραντη κοιλάδα.

 

Δεν είμαι κολλεκτιβιστής, παρόλο που προσπάθησα να είμαι, καταβεβλημένος από έλλειψη εμπιστοσύνης στη δική μου δύναμη και το δικό μου μονοπάτι. Οι άνθρωποι με εξουθενώνουν. Δεν είμαι ανεκτικός και είμαι απρόθυμος να είμαι οτιδήποτε άλλο από εικονοκλάστης. Ένας γεννημένος ατομικιστής, που δεν έβλεπε τη σημασία των δικών του υπαρξιακών προσπαθειών, εύκολα καταδικασμένος και εύκολα πτοημένος, επειδή τόσο συχνά χτυπήθηκε σκληρά για αυτές. Γιατί δεν είχα ποτέ την ευκαιρία μέχρι τώρα να γνωρίσω τι είμαι και γι’ αυτό, δεν έψαξα ποτέ τον καθρέπτη.

 

Βέβαια, το να λέω «είμαι Ατομικιστής» είναι επίσης παράλογο. Περιορίζω έτσι τον εαυτό μου! Δεν είναι αλήθεια. Κάποιες φορές, ίσως επιλέξω να τιμήσω τη συλλογική ανάγκη πάνω από τη δική μου και έτσι, θα είμαι για μια στιγμή κολλεκτιβιστής. Αλλά, αυτό θα γίνει χωρίς εξαναγκασμό ή από καθήκον.

 

Οι περισσότεροι από εμάς δε μεγάλωσαν σωστά. Συρθήκαμε και φυλακιστήκαμε σε πυρηνικές οικογένειες, όπου η ανάπτυξη του ατόμου ήταν καλή όσο συμβάδιζε με τις επιθυμίες και τις αξίες των γονέων και δεν τους απειλούσε. Εϊχαμε κάποιο χρόνο για εμάς, αλλά ήταν κλεμμένος, βιαστικός χρόνος ή βαρετός χρόνος ή βασανιστικός χρόνος. Σπανιώς ήταν μια θρεπτική μοναξιά. Πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου και εμού, πέταξαν από την πλύση εγκεφάλου της οικογένειας και των παιδικών χρόνων στην πλύση εγκεφάλου μιας ενήλικης οικογένειας, δηλαδή ενός ανταγωνιστικού συνόλου κωδίκων, γλώσσας, συμπεριφοράς και τρόπου ζωής, που ονομάζεται υποκουλτούρα. Όλα αυτά σου αποτυπώνονται κατά το ευάλωτο στάδιο της ενηλικίωσης. Αν είσαι τυχερός, σε κάποιο αργότερο στάδιο, θα το αναγνωρίσεις αυτό για αυτό που είναι, ένα δευτερεύον αποτύπωμα και κάποια στιγμή θα προσπαθήσεις να απελευθερωθείς και από τα δύο. Και έτσι, σπρωχνόμαστε από την πυρηνική οικογένεια σε μια φαινομενικά επιλεγμένη οικογένεια, κουβαλώντας μαζί όλες τις δυσλειτουργίες μας, χωρίς να έχουμε το χώρο ή την κατανόηση, με την οποία θα ξεχωρίζαμε τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι να ξεφορτωθούμε. Σαν μήλα, που έχουν πέσει από την τσάντα στο έδαφος, κυλώντας δεξιά και αριστερά, λίγο χτυπημένα, πολύ χτυπημένα, χωρίς τον πλήρη έλεγχο του προς τα πού και ποιον κυλάμε. Αλλά, με κάποιον τρόπο, καταλήγουμε σε ένα σωρό και συνεχίζουμε τη σφοδρή κακομεταχείριση της ήδη χτυπημένης και μελανιασμένης ατομικότητας. Αγνοούμε τους ατομικούς μας χαρακτήρες και έτσι, είμαστε αδαείς και μέσα στις σχέσεις μας και αυτός είναι ο λόγος, που η ιδέα του ατομικισμού είναι τόσο σημαντική. Γιατί μόνο δυνατές (με όρους αυτογνωσίας, με αυτοκαθορισμού και αγάπη του εαυτού) ατομικότητες μπορούν να δημιουργήσουν δυνατές σχέσεις και συλλογικότητες.

 

Βλέπετε συχνά στην οικογένεια και σε άλλες ανθρώπινες διαδράσεις ότι η αξία δε δίνεται στη μοναδικότητα κάθε ατόμου, αλλά στο πόσο μοιάζουν αυτά μεταξύ τους. Ξέρω μερικές μητέρες, που ο ατομικός χαρακτήρας του παιδιού τους δεν προκύπτει καθόλου από αυτές. Αυτό, που προκύπτει, είναι πως το παιδί είναι σαν τη μητέρα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και αν δεν είναι, μπορεί να γίνει σαν τη μητέρα!

Σας έχει τύχει να σας έχει πει κάποιος κάτι, που δεν το περιμένατε και να μην το καταλάβετε; Ίσως ήταν σε κάποια άγνωστη γλώσσα; Η γλώσσα βλέπετε δεν είναι το εργαλείο, μέσω του οποίου επικοινωνούμε· οι προσδοκίες είναι η γλώσσα, μέσω της οποίας επικοινωνούμε.

 

Επιδιώκω, μέσω της γνώσης μου για σένα, να πεις αυτό ή το άλλο, για αυτό ή εκείνο. Το ταξίδι του ατομικισμού δεν είναι το ταξίδι ενός εγωπαθή εγωτικού – όπως λένε κάποιοι επικριτές μας. Είναι η προσπάθεια των ατόμων να απελευθερωθούν από όλες τις προσδοκίες, δηλαδή να απελευθερωθούν όχι μόνο από τα κλoυβιά, που έχουν κατασκευάσει για τους εαυτούς τους μέσω της ταυτότητας, της γλώσσας, των φιλικών παρεών, των κωδίκων και των μοδών, αλλά και από εκείνα, που τους επιβάλλονται από έξω. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι το να  σταματάμε να είμαστε αυτόματα.

 

Η Κοινωνία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα ατομικά μέλη της πρέπει να την αθροίζουν, να ακολουθούν τους κανόνες της. Το γεγονός ότι η τάση του ατομικισμού, τόσο ιστορικά όσο και σήμερα, καθυβρίζεται, όχι λιγότερο από τους αποκαλούμενους αναρχικούς αγωνιστές της ελευθερίας, δείχνει ακριβώς το πόσο μη απελευθερωτικά είναι τα περισσότερα μέλη των «χώρων» των υποκουλτούρων και του αναρχισμού. Η φωνή του μοναχικού λύκου και οι προσπάθειές του για απελευθέρωση και εκμετάλλευση του εαυτού δε γίνονται ανεκτές, γιατί απειλούν τη νοοτροπία κοπαδιού, το οποίο, ενώ απέχει από την πλειοψηφία, εντούτοις ταιριάζει γάντι και με μεγάλη επιμονή στη Μεγάλη Τάξη της Συμβολικής Κουλτούρας, η οποία πάντα αντιτάσσεται στο Άτομο.
Η φωνή του κοπαδιού, ακόμα και όταν η ίδια καθυβρίζεται από τις μάζες της Κοινωνίας, τρελαίνεται όταν αντιμετωπίζει τον ισχυρισμό του Εαυτού και την άρνησή του να υπακούσει.

 

Και αυτός είναι ο λόγος, που η Ατομικιστική σκέψη ήταν πάντα μια σημαντική τάση, γιατί είναι εκείνη που αποκαλύπτει το Κοπάδι στον εαυτό του και επιτρέπει σε αυτούς, που δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει τη διαδικασία εξατομίκευσης, να ξεκινήσουν τουλάχιστον να αναρωτιούνται τί υπάρχει μέσα τους και να αρχίσουν να ονειρεύονται χωρίς προσδοκίες.

 

Γιατί οι κοινότητες των ατομικοτήτων, που ο προσωπικός τους στόχος είναι είναι η συνεχής επαγρύπνηση ενάντια στους κανόνες, τη συνήθεια και τις προσδοκίες, μπορούν ίσως να αποφύγουν το θάνατο, που τελικά σημαδεύει τα περισσότερα αποκαλούμενα απελευθερωτικά εγχειρήματα, που χωλαίνουν μέσω της διεφθαρμένης και ανεγκέφαλης ανάθεσης των ακρωτηριασμένων ατόμων, είτε στις εντολές ενός ή περισσότερων δυνατών ατόμων, είτε στην τυραννία του συλλογικού μυαλού. Αυτά είναι θέματα, που έχουν απασχολήσει συγγραφείς από αμνημονεύτων χρόνων, από το «Εμείς» του Zamyatin στον Huxley και τον Orwell και από εκεί στην «Τριλογία του Άρη» του Kim Stanley Robinson και στον «Άτλα των Σύννεφων» του David Mitchell και το νέο κύμα συγγραφέων της εφηβικής δυστοπικής μυθοπλασίας και πολλούς άλλους.

 

Ο Ατομικισμός είναι η απαραίτητη ιδέα για το στόχο της απελευθέρωσης. Είναι η ικανότητα που έχει κάποιος να θέτει εαυτόν εκτός της κοινωνίας, με σκοπό την προσωπική αξιοπρέπεια και ακεραιότητα. Το να στέκεσαι μόνος αν χρειαστεί και το να αντιμετωπίζεις αλύγιστος τη συλλογική πίεση. Είναι κάποιες φορές σωστό, κάποιες λάθος και κάποιες τελείως ανούσιο το να λες «Είμαι ατομικιστής», όπως συμβαίνει με κάθε «-ιστή» και «-ισμό». Είμαι μηδενιστής μόνο από άποψη ότι είμαι εξαιρετικά αρνητικός σε χαρακτήρα και οπτική, επειδή καταστρέφω όλες τις ιερές αγελάδες, τόσο από ατύχημα (επειδή δε μπορώ να κάνω αλλιώς) όσο και προσχεδιασμένα. Δεν είμαι μηδενιστής με την έννοια ότι αυτή η αρνητικότητα πηγάζει από μια βαθιά εμπειρία αγάπης και πίστης στην ειλικρίνεια των άλλων, η οποία ήταν τόσο συχνά ανισόρροπη και άστοχη. Είμαι μηδενιστής, όχι επειδή δεν πιστεύω σε τίποτα, αλλά επειδή είχα πιστέψει στα πάντα.

 

Αν δε μπορούμε να σταθούμε ψυχρόαιμα ενάντια στις οικογένειες, που έχουμε φτιάξει με τους συνεργάτες μας μέσα στα χρόνια, ώστε να τιμήσουμε αυτό που είναι μέσα μας ξεχωριστό και αντιφατικό με το συλλογικό εγχείρημα, αν είμαστε τόσο ταυτισμένοι με το συλλογικό, ώστε να μη μπορούμε να εξοριστούμε, αλλά προτιμάμε να ζούμε με τη ντροπή μια ψυχής, που γνωρίζει πως έχει παραδώσει μέρος της λόγω εξωτερικής πίεσης, τότε, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε προοδεύσει καθόλου ως αναρχικοί και αγωνιστές της ελευθερίας από τότε που βγήκαμε εκτός της αρχικής μονάδας ελέγχου -την οικογένεια, το σχολείο- και δε μπορούμε να πούμε στ’ αλήθεια πως είμαστε απελευθερωμένοι. Αντίστοιχα, αν δε μπορούμε να αφήσουμε τους άλλους να πάρουν τους διαφορετικούς τους δρόμους, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, ενώ λέμε πως τους ξέρουμε και τους αγαπάμε, αλλά τους ασκούμε ένα σωρό πιέσεις να τιμήσουν κάτι που δεν είναι κομμάτι τους, τότε πάλι δεν έχουμε  ακόμα καν πατήσει στο μονοπάτι της πραγματικής απελευθέρωσης.

 

Η απελευθέρωση είναι η έγερση του εαυτού ενάντια σε κάθε κοινωνία, την κοινωνία ως σύνολο, αλλά και τις μικροκοινωνίες που διαλέγουμε. Μετά από χρόνια στην οικογένεια και ακόμα περισσότερα χρόνια στον ακτιβίστικο/αναρχικό χώρο, με όλους τους ασήμαντους κανόνες του, τα ήθη του, τις απαιτήσεις του και τους κόμπους στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτό το δίκτυο ανταγωνιστικών ατόμων, που καταπατούν κάθε αυθεντική έκφραση μοναδικότητας και σε μπλέκουν στο ανθρώπινο νευρωτικό παιχνίδι, έχω αυτοεξοριστεί και προσπαθώ να σταθώ μόνος στον κόσμο. Όχι ότι δεν έχω συντρόφους, φυσικά και έχω. Είναι απίστευτο πόσες φωνές και πόσα πρόσωπα συναντά κανείς σε αυτήν την απόφαση. Αλλά, πλέον, δεν επιθυμώ την πανάκεια ενός κινήματος ή μιας συλλογικότητας ή ενός χώρου και αντ’ αυτού μαθαίνω να ακούω τον εαυτό μου ως μια υπέρτατη καθοδηγητική δύναμη της δικής μου ατομικής ζωής, ώστε να εμβαθύνω την εμπειρία μου στη ζωή και την αναρχία.

 

V.Q.

Μετάφραση: Inter Arma
Πηγή: Περιοδικό 325, τεύχος #11 (σελ. 54-56)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php