O Kύριος και η Υστερική: Διαβάζοντας το 17ο σεμινάριο του Λακάν

O Κύριος και η υστερική
(Διαβάζοντας το 17ο σεμινάριο)

Το παρόν κείμενο γράφεται στα πλαίσια μίας αυτομορφωτικής προσπάθειας όπου αναλυόμενα και μη υποκείμενα διαβάζουμε και μιλάμε για το δέκατο έβδομο σεμινάριο του Λακάν που τιτλοφορείται ως “l’ envers de psychanalyse”, το αντίστροφο της ψυχανάλυσης. Σε κάποια κεφάλαια που μας κινούν περισσότερο το ενδιαφέρον και την επιθυμία καταγράφουμε συλλογικά τις σκέψεις μας και τα σχόλια μας. Mέσα από αυτά συνδέουμε το ανάγνωσμά μας τόσο με άλλα γραπτά του Λακάν ή και άλλων συγγραφέων που επηρέασαν ή συνδιαλέγονται με το λακανικό έργο όσο και με τα ιστορικοπολιτικά διακυβεύματα της εποχής, που κρίνουμε ότι αλληλεπιδρούν με το σεμινάριο.

Άλλωστε σε αυτό, κεντρικό θέμα αποτελεί η σχέση της ψυχανάλυσης με το κοινωνικό δεσμό στην πολιτική του διάσταση. Δεν είναι αυτό το κείμενο σε καμία περίπτωση μια απόπειρα μιας ολοκληρωμένης μελέτης ή μια διατύπωση του συνόλου των απόψεών μας πάνω στην κλινική του Λακάν. Πιο πολύ φτιάχνουμε ένα κριτικό συναρμολόγημα σχολίων που δίνει έμφαση σε κάποια σημεία που επιλέγουμε με βάση την υποκειμενική μας επιθυμία. Το μοιραζόμαστε σαν ερέθισμα και για άλλους άνθρωπους που θα το διαβάσουν για να αποκωδικοποιήσουν και να ξεκλειδώσουν κάποιες δυνατότητες κριτικής και ανάγνωσης στα γραπτά του Λακάν και να αναπτύξουν το δικό τους κριτικό σχολιασμό.

Διαβάζουμε το σεμινάριο από την ελληνόφωνη μετάφραση του που εκδόθηκε από τον Οίκο Ψυχογιό το 2014, σε μετάφραση των Ντόρα Περτέση, Νατάσα Κατσογιάνννη, Φώτη Σιατίτσα, Μαργαρίτα Φίλη και Δημήτρη Βεργέτη, όπου ο τελευταίος έγραψε και τον πρόλογο. Aποτελείται από καταγραφή των παραδόσεων που έκανε ο Ζακ Λακάν την ακαδημαϊκή χρονιά του ’69-’70 στο πάνθεον της νομικής σχολής στη Σορβόνη. Στην προηγούμενη συνάντησή μας σταθήκαμε κυρίως στη δεύτερη παράδοση που έχει τίτλο “o Kύριος και η Υστερική” και αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο κεφάλαιο της πρώτης ενότητας του σεμιναρίου που ονομάζεται. “AΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ”.

Η παράδοση αυτή της 10της Δεκεμβρίου του 1969 αρχίζει με την παράθεση των τεσσάρων τύπων που κωδικοποιούν αλγεβρικά τους λόγους που θεμελιώνουν μέσω της γλώσσας τον κοινωνικό δεσμό. O κλάδος της άλγεβρας στη μαθηματική θεωρία και πρακτική δίνει τη δυνατότητα για την απόδειξη αληθών ιδιοτήτων σε συγκεκριμένα συστήματα σχέσεων μεταξύ αντικειμένων αριθμητικών και μη ανεξάρτητα από την αριθμητική τιμή και το είδος των αντικειμένων που εμπλέκονται. Ο Λακάν δανείζεται την αλγεβρική μέθοδο από τα μαθηματικά και τη χρησιμοποιεί για την περιγραφή του
συμβολικού, δλδ της τάξης του λόγου, του συνόλου των λέξεων που σημαίνουν κάτι παραπέμποντας σε άλλες λέξεις. Η χρήση της άλγεβρας, δίνει τη δυνατότητα στο Λακάν να τυποποιήσει τις διεργασίες του ασυνειδήτου και τους λόγους με τους οποίους αρθρώνεται το συμβολικό δίκτυο που ρυθμίζει τις διυποκειμενικές σχέσεις με τρόπο που να παράγει πολλαπλά νοήματα χωρίς να είναι αναγώγιμος σε μια μονοσήμαντη σημασία.

Ταυτόχρονα μέσα από αυτή τη μαθηματική τυποποίηση μπορεί να περιγράψει το συμβολικό με τρόπο απαγκιστρωμένο από τις καθηλώσεις του φαντασιακού, δλδ του συνόλου των εικόνων των σημαινόμενων εννοιών και σημασιών των λέξεων μέσα στο γλωσσικό σύστημα, και να τεθεί πιο καθαρά η λειτουργία των σημαινόντων.

Στην προηγούμενη παράδοση αναλύθηκε πως σχηματίζονται οι αλγεβρικοί τύποι των τεσσάρων λόγων, ώστε να αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία θα αναπτυχθεί το περιεχόμενο του κεφαλαίου που μελετάμε τώρα. Θα τους αναλύσουμε λοιπόν εν συντομία ξανά για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε καλύτερα το περιεχόμενο αυτού του κεφαλαίου.

Κάθε λόγος αναπαρίσταται από ένα αλγόριθμο που περιέχει τέσσερα σταθερά αλγεβρικά σύμβολα και τέσσερις σταθερές θέσεις που παραμένουν πάντα στην ίδια σειρά μεταξύ τους. Η διάκριση μεταξύ των λόγων γίνεται με την τοποθέτηση των συμβόλων αυτών σε διαφορετικές θέσεις ενώ διατηρούν σταθερή την ακολουθία τους. Η μετάβαση από τον ένα λόγο στον άλλο γίνεται με την περιστροφική μετάθεση των συμβόλων στις θέσεις κατά ένα τεταρτημόριο όπως φαίνεται στην εικόνα από πάνω. Η πάνω αριστερή θέση είναι του φορέα/δρώντος, η πάνω δεξιά θέση είναι του άλλου, η κάτω δεξιά θέση είναι της παραγωγής, ενώ η κάτω αριστερή θέση είναι της αλήθειας. Τα σύμβολα είναι το S1, το S2, το $ και το α (στη διορθωμένη εκδοχή).

Το S1 είναι αυτό που θα λέγαμε ως κύριο σημαίνον ή το όνομα του πατρός, ο Νόμος, ο αφέντης, το Κράτος. Έννοιες ιστορικοπολιτικά συνδεδεμένες. Ήδη μέσα από την αποκωδικοποίηση των συμβόλων οι τέσσερις λογοι αν δανειζόμαστε το φουκωϊκό λεξιλόγιο- κάτι βάσιμο καθώς ο διάλογος και η ανταλλαγή ιδεών μεταξύ Φουκό και Λακάν συνέβαλαν στη ανάπτυξη των θέσεων του 17ου σεμιναρίου- συνδέουν τη μικροφυσική της εξουσίας στη ψυχική ζωή του ατομικού υποκείμενου με τη μακροσκοπική συγκρότηση της εξουσίας μέσα από τη διαμόρφωση των κοινωνικών θεσμών, και των πολιτειακών θεσμών που συγκροτούν την κρατική κυριαρχία.

Το S2 είναι το σύμβολο των άλλων σημαινόντων, όλων των άλλων λέξεων που δουλεύουν για το κύριο σημαίνον, οπότε αφορά το σύνολο της γνώσης τόσο σε επίπεδο πληροφορίας, όσο και τεχνογνωσίας.

Το $ είναι το σύμβολο του υποκειμένου που είναι πάντα διαγραμμένο, σαν αποτέλεσμα της ένταξης του μέσα στη συμβολική τάξη, αυτό που λέμε ευνουχισμό, τη συνθήκη έλλειψης που δημιουργεί στο έμβιο άτομο ως τόπο καταγραφής, μέσω της καθεστώτος της γνώσης που το εγγράφει και αποτελείται από πλήθος σημαινόντων που παρασιτούν πάνω στο ζωντανό οργανισμό. Οι εγκαθιδρυμένοι μέσα στον κοινωνικό δεσμό και στη ψυχική ζωή διχασμοί ανάμεσα σε πνεύμα/σώμα, συμβολικό/πραγματικό, αφέντες/ δούλους, κεφάλαιο/εργασία, διανοητικότητα/χειρωνακτικότητα, διεύθυνση/εκτέλεση, λόγος/πράξη, συναίσθημα/λογική, κυβερνώντων/υπηκόων, υποκειμένου/αντικειμένου, εγώ/άλλοι είναι μέρος αυτής διαδικασίας υποκειμενοποίησης.

Το α ή a είναι αφορά την απώλεια, το θραύσμα του μικρού αντικειμένου που αποστερηθήκαμε, σαν αποτέλεσμα του σημασιοδότησης της έλλειψης μέσα στη συμβολική τάξη του λόγου και της αναζήτησης αυτού που μας λείπει από τους άλλους.

Από μια μακροσκοπική σκοπιά της πολιτικής οικονομίας ταυτίζεται με την υπεραξία, το ποσό που χάνει ο προλετάριος μέσα από την υπαγωγή της εργασία του στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και το ιδιοποιείται το κεφάλαιο, στη μικροφυσική της οικονομίας της ψυχικής ζωής, αυτό που χάθηκε είναι ακριβώς το πλεόνασμα νοήματος και απόλαυσης, αυτό που δεν έχει αξία χρήσης, αλλά επιμένει απλώς και μόνο για χάρη της απόλαυσης και αποτελεί της αιτία της επιθυμίας, του ενδιαφέροντος του υποκειμένου.

Η θέση του φορέα/δρώντος (agent) είναι η κυρίαρχη θέση που οργανώνει το λόγο.

Η θέση του άλλου είναι αυτή που απευθύνεται ο φορέας κάτι απαραίτητο για να υπάρξει λόγος καθώς η γλώσσα έχει καταστατικά διατομική φύση, χρειάζεται πάντα ο/η συνομιλητής/τρια, τα σημαίνοντα στα οποία στρεφόμαστε.

Η θέση της παραγωγής αφορά αυτό που εκπίπτει ως προϊόν από την απεύθυνση του φορέα δράσης στον άλλο.

Η θέση της αλήθειας αφορά το σύνολο των απαρνήσεων και των απωθήσεων του δρώντος σε μια συμβολική συγκρότηση, που εξασφαλίζει τη συνεκτικότητα του λόγου.

Ας πάμε τώρα στον πλέον θεμελιώδη λόγο από τον οποίο δημιουργούνται οι υπόλοιποι τρεις, τον Λόγο του Κυρίου. Το υπόβαθρο το οποίο συνδέει με την αναλυτική οπτική του εδώ ο Λακάν είναι η διαλεκτική κυρίου και δούλου στο κεφάλαιο 4 της φιλοσοφίας του πνεύματος του Χέγκελ, κάτω από το φως της ανάλυσης του Αlexandre Kojeve. Ξεκινώντας από την κυριότητα ως εμπειρική θέση εξουσίας παρατηρούμε ότι δίνει εντολή στο δούλο με την εργασία του να παράγει αυτό που επιθυμεί, που μόνο ο δούλος κατέχει τη γνώση για το πως θα παραχθεί καθώς ο ίδιος ο κύριος θεωρεί ευτελιστικό να καταπιαστεί με τη δραστηριότητα του δούλου, μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό ενός δουλοκτητικού συστήματος. Ταυτόχρονα όμως υφίσταται την αναγκαιότητα της μεσολάβησης του δούλου και της εργασίας του και της τεχνογνωσίας του, ενώ ο δούλος έχει εξαναγκαστεί να παραδώσει τη συνολικό αποτέλεσμα του κόπου του για την κατανάλωση και την απόλαυση του Κυρίου, και καθιστά όλη του τη ζωή και την ύπαρξη εξαρτημένη από αυτόν. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο κύριος απολαμβάνει το προϊόν του δούλου, αλλά ταυτόχρονα ακριβώς επειδή μπορεί να απολαύσει αυτό το οποίο του λείπει και είναι η αιτία της επιθυμίας του, μόνο μέσω της δραστηριότητας του δούλου αποξενώνεται από το ίδιο το πράγμα.

Όπου S1 είναι ο κύριος στη θέση του δρώντος/φορέα που απευθύνεται στον άλλο/δούλο για να του προσφέρει το a, το αντικείμενο που κινητοποιεί την επιθυμία του. Η αλήθεια του κυρίου όπου ζητάει τη διαμεσολάβηση του δούλου για να αποκτήσει το αντικείμενο από αυτόν, είναι η ξένωση/αλλοτρίωση από το πράγμα. Bέβαια ήδη στο Χέγκελ η διαλεκτική κυρίου/δούλου αφορά ιστορικές μορφές της συνείδησης και όχι μια περιγραφή μόνο των ταξικών σχέσεων του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, ακόμα πιο ξεκάθαρα στο λακάν γίνεται αυτή η σχηματοποίηση σε συνδυασμό με τα γλωσσολογικά εργαλεία των λόγων που δομούν τον κοινωνικό δεσμό. Είναι η συνθήκη όπου το υποκείμενο συγκροτείται γύρω από ένα κύριο σημαίνον S1 που ζητάει να το αντιπροσωπεύσει για όλα τα υπόλοιπα σημαίνοντα S2 για να πάρει πίσω το θραύσμα του χαμένου αντικειμένου a που απώλεσε όταν αποδέχτηκε να οργανωθεί και να σημασιοδοτηθεί μέσω της υποταγής στο Νόμο που διέπει την τάξη του λόγου, με αποτέλεσμα να απολέσει την όποια φαντασιακή προγλωσσική πληρότητα.

Ο δεύτερος λόγος που είναι μια παραλλαγή του λόγου του κυρίου είναι ο Λόγος του Πανεπιστημίου και δημιουργείται με την περιστροφή του λόγου του κυρίου κατά ένα τεταρτημόριο προς τα αριστερά. Σε αυτόν το σύνολο των σημαινόντων της γνώσης/εξουσίας έχουν τη θέση του φορέα και μπαίνει στη θέση του άλλου το πλεόνασμα της υπεραπόλαυσης, διαδικασία που έχει ως αποτέλεσμα στη θέση της παραγωγής να βρίσκεται το ίδιο το αλλοτριωμένο υποκείμενο ενώ στη θέση της αλήθειας βρίσκεται ο Νόμος/κύριο σημαίνον.

Ο Λόγος της Υστερικής σημαίνει την έναρξη της αμφισβήτησης του λόγου του κυρίου και το πέρασμα στο λόγου του αναλυτή. Εδώ έρχεται το ίδιο το διχασμένο $ υποκείμενο του εκφράζοντας το σύμπτωμα της αλλοτρίωσης/διαταραχής στη συμβολική τάξη στη θέση του φορέα και απευθύνεται στον Άλλο που υποθέτει ότι φέρει το κύριο σημαίνον S1 για να της προσφέρει τη γνώση των άλλων σημαινόντων S2 στη θέση της παραγωγής. Ενώ στη θέση της αλήθειας βρίσκεται το a, καθώς το υπόβαθρο του συμπτώματος είναι η αναζήτηση της αιτίας της επιθυμίας και την απόλαυσης από το υστερικό υποκείμενο που εν τέλει αποτυγχάνει να τη βρει μέσα από τη γνώση που της προσφέρει ο Άλλος.

Στον Λόγο του Αναλυτή ο φορέας είναι το μικρό αντικείμενο α, η αιτία της επιθυμίας του αναλυόμενου υποκειμένου. Στη θέση του άλλου είναι το διχασμένο υποκείμενο με τα συμπτώματα του $ στο οποίο απευθύνεται για να συγκροτήσει ένα νέο κύριο σημαίνον S1 μέσα από το οποίο τελικά θα συγκροτηθεί ένα νέο υποκείμενο που θα ταυτίζεται με τον ενορμητικό πυρήνα αλήθειας του ασυνειδήτου του στο όποιο τέλος της ανάλυσης.

Μετά από αυτή τη σύντομή εισαγωγική παρουσίαση που σε καμία περίπτωση δεν εξαντλεί τα χαρακτηριστικά του κάθε λόγου, δίνει μόνο μια μικρή γεύση για τον καθένα, μπορούμε να προχωρήσουμε στην ανάγνωση και στο σχολιασμό της παράδοσης με τίτλο «ο κύριος και η υστερική: δίνοντας έμφαση σε αποσπάσματα και σημεία που κινητοποιούν το ενδιαφέρον μας» μικρά φραστικά θραύσματα του objet petit a.

Στην πρώτη παράγραφο, με τη φράση “το σημαίνον, σε αντιδιαστολή προς το σημείο, είναι αυτό που εκπροσωπεί ένα υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον. Καθώς τίποτε δε μας λέει πως το άλλο σημαίνον γνωρίζει κάτι επί του θέματος, είναι φανερό πως δεν πρόκειται για εκπροσώπηση αλλά για εκπρόσωπο”, o Λακάν αναφέρεται στη σημασία της σημαίνουσας αλυσίδας στο μοντέλο του. Στη γλωσσολογία του Σωσύρ σημαίνον είναι τα γράμματα και οι φθόγγοι που συγκροτούν μια λέξη, ενώ σημαινόμενο είναι η έννοια στην οποία αναφέρεται το σημαίνον, σημαίνον και σημαινόμενο μαζί συγκροτούν το σημείο.

Στον Σωσύρ το σημαινόμενο επικαθορίζει το σημαίνον, ο Λακάν άσκησε κριτική σε αυτή τη θέση αντιπροτείνοντας την πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος πάνω στο σημαινόμενο, δίνοντας έμφαση στην επιτελεστική και υλική δύναμη της γλώσσας και όχι απλώς στην περιγραφική. Στη λακανική οπτική μέσα από τη δυναμική παραγωγή της ομιλίας συγκροτούνται και οι έννοιες, δεν προϋπάρχουν των σημαινόντων, ενώ οι ηχητικές ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους επιδρούν στη συγκρότηση του ασυνειδήτου, και το ίδιο το ασυνείδητο αποτελείται από ένα σύνολο ακατάλυτων σημαινόντων. Το πλήθος των σημαινόντων είναι που συγκροτεί το συμβολικό, αντίθετα τα σημαινόμενα που έχουν να κάνουν με τις εικόνες με τις οποίες ταιριάζει κάθε σημαίνον είναι τις τάξης του φαντασιακού, είναι η φαντασιακή διάσταση της γλώσσας. Έτσι ο λακάν τονίζει ότι το συμβολικό δεν είναι ένα συνδυασμός σημαινόντων και σημαινομένων καθώς και ότι ένα σημαίνον συνδέεται μέσω του λόγου κατευθείαν με ένα άλλο σημαίνον σε μια σημαίνουσα αλυσίδα. Το σημαίνον, ακριβώς επειδή το ίδιο δεν έχει κάποια επίγνωση, είναι ένας εκπρόσωπος που δεν μπορεί να κάνει εκπροσώπηση.

Στη συνέχεια του κειμένου ο Λακάν παραπέμπει στη φαινομενολογία του πνεύματος για τη διαλεκτική σχέση δούλου και κυρίου. Αναφέρει για τη σημασία του θανάτου στη συγκρότηση της συνείδησης του κυρίου σε αυτή. Το δουλοκτητικό σύστημα θεμελιώνεται ιδεολογικά στο δίκαιο του πολέμου στον αρχαίο κόσμο σχεδόν οικουμενικά με διάφορες παραλλαγές. Παρότι υπήρχαν και άλλες αιτίες εξανδραποδισμού, π.χ. χρέη, παρέμεναν πιο δευτερεύουσες. Οι κύριοι ήταν αυτοί που νίκησαν στον πόλεμο, δλδ αυτοί που πέρασαν μια ολοκληρωτική δοκιμασία επιβίωσης και νίκησαν το θάνατο στο πρόσωπο του εχθρού και με αυτό τον τρόπο αυτοδικαιώνονται να υποδουλώνουν τους ηττημένους, που δέχονται την υποδούλωση για να γλιτώσουν τη ζωή τους, για αυτό ο δούλος έχει παραιτηθεί από την αναμέτρηση της ζωής, δλδ από την προοπτική νίκης του εχθρού στον πόλεμο, που θριάμβεψε ο κύριος. Στο επίπεδο της τάξης του λόγου μέσα από αντίστοιχα από την πολεμική εμφύλια ή μη αναμέτρηση διαμορφώνεται και σταθεροποιείται με μια διαδικασία μετουσίωσης η συμβολική εξουσία, ο Νόμος το κύριο σημαίνον, η ιεράρχηση των τάξεων που αποδίδεται σε μια μεταφυσική και θεϊκή τάξη.

Ωστόσο η σταθερότητα του νόμου βασίζεται στην άρνηση της επανάληψης δοκιμασίας του πραγματικού στην επανέκθεση, δλδ στον κίνδυνο της ολοκληρωτικής μάχης για τη ζωής και το θάνατο και στη συνέχιση της απόλαυσης των προνομίων της κυριαρχίας. Ο Λακάν περιπαικτικά αναφέρει ότι μόνο αν ανασταινόταν ο κύριος θα ήταν αποδεδειγμένα κύριος, αν πέρναγε τη δοκιμασία του θανάτου. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε το χριστιανικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας του Χέγκελ από την οποία αντλεί το υλικό του ο Λακάν. Στη χριστιανική θρησκεία το ευαγγέλιο αποκαλείται “λόγος του κυρίου”, ακριβώς η ίδια σειρά σημαινόντων που έχει και ο βασικότερος λόγος που θεμελιώνει τον κοινωνικό δεσμό για τον οποίο μιλάει τώρα ο Λακάν στο ακροατήριό του. Ο Ιησούς Χριστός στη χριστιανική αφήγηση είναι ο μόνος αληθινός Κύριος ακριβώς επειδή αναστήθηκε και ταυτόχρονα λατρεύεται ως ο υιός και λόγος του Θεού, ενώ κάθε χριστιανός Μονάρχης ή Φεουδάρχης αντλούσε το κύρος του από το όνομα του Xριστού και του Πατρός θεού ως το κύριο σημαίνον που οργάνωνε τις κοινωνίες τους. Η ανάσταση του Χριστού ήταν το υπόδειγμα
της ολοκληρωτικής αναμέτρησης με το θάνατο, πάνω στα οποία συγκροτήθηκαν τα συμβολικά δίκτυα κυριαρχίας των ευγενών-γαιοκτημόνων, των βασιλιάδων και ηγετών του Κλήρου στο δυτικό κόσμο από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τις επαναστάσεις των φιλελεύθερων και σοσιαλιστικών κινημάτων τους δύο τελευταίους αιώνες. Υπ’ αυτή την έννοια συνειδητοποιούμε κατά πόσο πολύ ο χριστιανικός discourse και η νίκη του θανάτου μέσα από την ανάσταση είναι θεμελιώδες στοιχείο στην ιστορική συγκρότηση της κυριαρχίας στον δυτικό κόσμο.

Έπειτα επισημαίνεται ότι η γνώση της η ψυχανάλυση είναι της τάξης του savoir, εστιάζει δλδ στα σημαίνοντα, στη συμβολική τάξη που συγκροτούν και τις διαταραχές της, όχι αυτή που προκύπτει από μια φαντασιακή οικειότητα με πρόσωπα και αντικείμενα όπως στο connaissance, αφορά μια λογική σχέση μεταξύ σημαινόντων σαν αυτή που προκύπτει από την αλγεβρική σχέση ανάμεσα στο S1 και στο S2.

«Σε μια τέτοια σχέση ωστόσο, και επειδή ακριβώς δεν έχει επίγνωση του εαυτού της, εδράζεται αυτό το οποίο έχει επίγνωση του εαυτού του, αυτό που αρθρώνεται άνετα ως μικρός κύριος, ως εγώ, ως αυτός που έχει μια κάποια γνώση. Βλέπω, παρ’ όλα αυτά, κάπου κάπου, το πράγμα να αποσυντονίζεται. Εδώ έχουμε την ανάδυση όλου του φάσματος των παραδρομών και των προσκομμάτων όπου αποκαλύπτεται το ασυνείδητο. Είναι όμως κάτι πολύ πιο εμφανές και με πολύ ευρύτερες προεκτάσεις απ’ ό,τι διαπιστώνεται υπό το φως της ψυχαναλυτικής εμπειρίας. Θεωρούμε ότι μπορούμε να διαβάσουμε μια βιογραφία όταν έχουμε τα μέσα, όταν έχουμε αρκετό αποδεικτικό υλικό ώστε να τεκμηριώνεται τι Ακριβώς μια ζωή πιστεύει, τι πίστεψε ότι υπήρξε ως πεπρωμένο, βήμα προς βήμα, και μάλιστα με ποιο τρόπο ενδεχομένως πίστεψε πως το έφερε εις πέρας αυτό το πεπρωμένο. Ωστόσο, υπό το φως αυτής της έννοιας -ότι δεν είναι βέβαιο πως μια γνώση έχει επίγνωση του εαυτού της- δεν φαίνεται αδύνατον να μπορέσουμε να διαβάσουμε σε ποιο επίπεδο ασυνείδητης γνώσης συντελέστηκε η Εργασία που φανερώνει ποια όντως είναι η αλήθεια για όλα όσα πίστεψε. Για να σκεφτούμε με βάση το σχήμα τον λόγου Κ, του κυρίου, ας πούμε ότι, με αθέατο τρόπο, η υπόδουλη εργασία είναι εκείνη που συγκροτεί. Ένα μη αποκαλυπτόμενο ασυνείδητο, που φανερώνει αν αυτή η ζωή είναι άξια Λόγου. Αυτή συνετέλεσε ώστε να αναδυθούν από αλήθειες, από αληθινές αλήθειες, τόσες λοξοδρομήσεις, τόσες μυθοπλασίες, και τόσα λάθη.»

Στο σημείο αυτό ο Λακάν θέτει τον λόγο του ασυνείδητου ως ισοδύναμο του λόγου του κυρίου. Με εγελιανούς όρους το ασυνείδητο ταυτίζεται με την εργασία του αρνητικού, την καθορισμένη άρνηση του δούλου που εργάζεται κάτω από το κύριο σημαίνον μια θεμελιακής φαντασίωσης, αυτό μέση από μια σειρά λοξοδρομήσεων και λαθών αποκαλύπτει την αλήθεια της ψυχικής πραγματικόττητας αν η ζωή είναι όντως αξιοβίωτη.

«Τη γνώση, λοιπόν, την τοποθετεί στο επίκεντρο, στο εδώλιο, η ψυχαναλυτική εμπειρία. Αυτό, από μόνο του, μας υποχρεώνει σε μια διερώτηση, που δεν έχει κανένα λόγο να περιορίσει το πεδίο της. Εν ολίγοις, η ιδέα ότι η γνώση μπορεί να συνιστά, με οποιονδήποτε τρόπο, σε οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και σαν ελπίδα για το μέλλον, μια κλειστή ολότητα – ιδού κάτι που δεν περίμενε την ψυχανάλυση για να φαντάζει αμφίβολο. Τσως αυτή η αμφιβολία να προσεγγίστηκε κάπως ταπεινά από την πλευρά των Σκεπτικών, μιλάω για εκείνους που τιτλοφορήθηκαν με αυτό το όνομα την εποχή που η αμφιβολία συγκροτούσε μια σχολή, πράγμα για το οποίο δεν έχουμε πλέον παρά μια πολύ ισχνή ιδέα. Αλλά, τελικά, άξιζε άραγε τον κόπο, πώς να το ξέρουμε; Τι μπορούμε να ξέρουμε, με βάση ό,τι έχει απομείνει από τους Σκεπτικούς; Ίσως είναι καλύτερα να μην το κρίνουμε. Από τη γνώση τους, δεν έχουμε ίσως παρά μόνο όσα κάποιοι άλλοι μπόρεσαν να περισυλλέξουν, εκείνοι που δεν γνώριζαν από πού προέρχονταν οι σκεπτικιστικές διατυπώσεις περί ριζικής αμφισβητήσεως της κάθε γνώσης, a fortiori της ολοποίησης της γνώσης. Αυτό που δείχνει πόσο λίγο μετράει η επιρροή των Σχολών, είναι το γεγονός ότι η ιδέα πως η γνώση μπορεί να αποτελέσει ολότητα είναι, ας πούμε, εμμενής στην πολιτική. Το γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό. Τη φαντασιακή ιδέα του όλου, έτσι όπως μας την παρέχει το σώμα, ως στηριζόμενη στην αρμονική μορφή της ικανοποίησης, σε κάτι που, οριακά, συνιστά σφαίρα, τη χρησιμοποιούσε πάντα στην πολιτική το κόμμα του πολιτικού κηρύγματος. Τι πιο όμορφο, αλλά και τι λιγότερο ανοιχτό; Τι μοιάζει περισσότερο με την περίκλειστη ικανοποίηση;»

Εδώ ο Λακάν παραλληλίζει το σκεπτικισμό με τη ψυχανάλυση ως προς την αμφισβήτηση των εγκαθιδρυμένων βεβαιοτήτων και την αμφισβήτηση κάθε δυνατότητας ολοποίησης, που την εντοπίζει ως εμμενές στοιχείο του πολιτικού, δλδ του λόγου του κυρίου. Διακρίνει μια πάγια αυταπάτη αντίστοιχη με αυτή της φαντασιακής ολότητας του σώματος.

Ταυτόχρονα βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει την εγελιανή φιλοσοφία και της ασκεί κριτική από αναλυτική σκοπιά. Η ανάλυση άλλωστε λόγω της πρόσδεσης στον κλινικό προσανατολισμό δεν έχει σαν κύριο στόχο να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει ένας φιλοσοφικός λόγος. Οπότε ο Λακάν διαφωνεί με την πλευρά του Χέγκελ που είναι προσδεδεμένη στην προσδοκία της ολότητας, δλδ στο πλήρες ξεπέρασμα της αντίθεσης υποκειμένου και αντικειμένου, η αναλυτική εργασία χαρτογραφεί αυτές τις αποτυχίες των διάφορων μορφών του λόγου του κυρίου αλλά και κάθε άλλου λόγου να πετύχουν μια ολοκλήρωση και μια λύση και αναδεικνύει μέσα από τα λάθη, τις κρυμμένες αθέατες πτυχώσεις πάνω στην απώθηση και στην απάρνηση των οποίων στηρίζεται η αυταπάτη της πληρότητας.

«Είναι παράξενο να διαπιστώνει κανείς πως μια θεωρία την οποία ο Μαρξ συνάρθρωσε με τη λειτουργία της πάλης, της πάλης των τάξεων, δεν εμπόδισε να προκύψει αυτό που, βεβαίως, είναι προς το παρόν το πρόβλημα που παρουσιάζεται ενώπιον όλων μας, δηλαδή η διατήρηση ενός λόγου του κυρίου. Βέβαια, αυτός δεν έχει τη δομή του αντίστοιχου αρχαίου, σύμφωνα με την έννοια ότι ο αρχαίος εγκαθίσταται με βάση τη θέση που υποδεικνύει [στον πίνακα] το κεφαλαίο Κ. Ο [σύγχρονος] λόγος του κυρίου εγκαθίσταται με βάση την αριστερή θέση, που στεγάζεται στο γράμμα Π. Θα σας πω γιατί. Αυτό που καταλαμβάνει εκεί τη θέση που προσωρινά θα ονομάσουμε δεσπόζουσα, είναι το εξής, το S₂, το οποίο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι δεν αποτελεί παντογνωσία [savoir-de-tout] αλλά καθ’ ολοκληρίαν γνώση [toutsavoir]. Εννοήστε το σαν κάτι που δηλώνεται ως γνώση και μόνο γνώση, και που, στην καθομιλουμένη, το ονομάζουμε γραφειοκρατία. Δεν γίνεται να πούμε πως δεν υπάρχει εδώ κάτι που συνιστά πρόβλημα.»

Το σημείο αυτό απηχεί την αναπόσπαστη σχέση του σεμιναρίου με την κριτική των ριζοσπαστικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 στις πειθαρχικές μορφές του κράτους, στις μαρξιστικές-λενινιστικές κυβερνήσεις και στην κυρίαρχη θέση που είχαν εκείνη την περίοδο στους θεσμούς οι γραφειοκράτες και οι τεχνοκράτες τόσο στα καπιταλιστικά όσο και στα σοσιαλιστικά κράτη. Αναφέρεται στην αποτυχία του μαρξισμού να ανατρέψει το λόγο του κυρίου. Λέει ότι ο σύγχρονος λόγος του κυρίου είναι ο λόγος του πανεπιστημίου.

Μιλάει για το S2 στη θέση του φορέα που οργανώνει το λόγο, και λέει ρητά ότι πρόκειται η γραφειοκρατία και η καθ’ ολοκληρία γνώση της. Έχουμε λοιπόν μια απήχηση της θέσης της κριτικής θεωρίας της εποχής που συναντιέται από το Χορκχάιμερ ως τους καταστασιακούς και τα αντιαυταρχικά κινήματα της νέας αριστεράς στα πανεπιστήμια -στα οποία δίδασκε ο Λακάν τότε- ότι υπάρχει μια ενοποίηση πλέον του σύγχρονου κυριαρχικού παραδείγματος σε δύση και ανατολή κάτω από μια πολιτική μορφή γραφειοκρατικού ολοκληρωτισμού.

«Στην πρώτη μου ομιλία, πριν από τρεις εβδομάδες, ξεκινήσαμε από το ότι στο αρχικό καθεστώς του λόγου του κυρίου, η γνώση είναι το μερίδιο του δούλου. Και θεώρησα ότι μπόρεσα να δείξω, χωρίς να είμαι σε θέση να το αναπτύξω την τελευταία φορά, εξαιτίας μιας μικρής αναποδιάς για την οποία λυπάμαι, πως αυτό που συντελείται περνώντας από τον λόγο του αρχαίου κυρίου στον λόγο του σύγχρονου κυρίου, που τον ονομάζουμε καπιταλιστή, είναι μια τροποποίηση όσον αφορά τη θέση της γνώσης. Θεώρησα μάλιστα ότι θα μπορούσα να πω ότι η φιλοσοφική παράδοση έχει τη δική της ευθύνη σ’ αυτή τη μετάλλαξη. Επειδή λοιπόν του αποστέρησαν κάποιο πράγμα -πριν, φυσικά, από την κοινοτική ιδιοκτησία- συμβαίνει ο προλετάριος να χαρακτηρίζεται αποστερημένος – όρος που δικαιολογεί το εγχείρημα, όσο και την επιτυχία της επανάστασης. Δεν είναι άραγε προφανές πως αυτό που του επιστρέφεται δεν είναι κατ’ ανάγκη το μερίδιό του; Τη γνώση του του την ματαιώνει όντως η καπιταλιστική εκμετάλλευση, καθιστώντας την άχρηστη. Όμως αυτό που του επιστρέφεται, μέσα από μια ανατροπή, είναι άλλο πράγμα – μια γνώση κυρίου. Και γι’ αυτό, το μόνο που έκανε είναι ότι άλλαξε κύριο. Αυτό που απομένει, όντως, είναι η ουσία του κυρίου, δηλαδή ότι δεν ξέρει τι θέλει. Ιδού τι συγκροτεί την αληθινή δομή του λόγου του κυρίου. Ο δούλος γνωρίζει πολλά πράγματα, αλλά αυτό που ακόμη περισσότερο γνωρίζει είναι τι θέλει ο κύριος, έστω κι αν εκείνος δεν το γνωρίζει, κάτι που είναι συνηθισμένη περίπτωση, διότι διαφορετικά δεν θα ήταν κύριος. Ο δούλος το γνωρίζει, και σε αυτό συνίσταται η λειτουργία του ως δούλου. Και να γιατί το πράγμα λειτουργεί, διότι, βέβαια, έχει λειτουργήσει αρκετό καιρό. Το γεγονός ότι η καθ’ ολοκληρίαν γνώση πέρασε στη θέση του κυρίου είναι κάτι που, αντί να το διαφωτίζει, συσκοτίζει ακόμη περισσότερο το ζητούμενο, δηλαδή την αλήθεια. Από πού προκύπτει ότι υπάρχει σ’ αυτή τη θέση ένα σημαίνον κυρίου; Διότι αυτό είναι σαφώς το S2 του κυρίου, Δείχνοντας τον σκληρό πυρήνα της νέας τυραννίας της γνώσης. Πράγμα που καθιστά αδύνατο το να εμφανιστεί στη συγκεκριμένη θέση, κατά την πορεία της Ιστορικής κίνησης, όπως ίσως θα ελπίζαμε, οτιδήποτε έχει να κάνει με την αλήθεια. Το σημάδι της αλήθειας βρίσκεται τώρα αλλού. Πρέπει να παραχθεί από ό,τι υποκατέστησε τον αρχαίο δούλο, δηλαδή από εκείνους που είναι οι ίδιοι, όπως λέμε, αναλώσιμα προϊόντα, στον ίδιο βαθμό με τα υπόλοιπα. Καταναλωτική κοινωνία, όπως λένε. Το ανθρώπινο υλικό, όπως το είπαν κάποτε- και επικροτούσαν ορισμένοι που το θεώρησαν δείγμα τρυφερότητας. Αυτά άξιζε να τα επισημάνουμε, διότι εκείνο που τώρα επίσης μας αφορά είναι να εξετάσουμε περί τίνος πρόκειται στην ψυχαναλυτική πράξη.»

Ένα ζήτημα περιοδολόγησης: Στο λακανικό έργο μεταγενέστερα εμφανίζεται ο λόγος του καπιταλιστή ως η πιο σύγχρονη παραλλαγή του λόγου του κυρίου, ωστόσο την εποχή που έγινε η δεύτερη παράδοση του σεμιναρίου το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, αυτός ο τύπος οργάνωσης του κοινωνικού δεσμού δεν είχε ακόμα διατυπωθεί από τον Λακάν, οπότε στον σχολιασμό αυτής της ανάγνωσης δε θα μας απασχολήσει. Αυτό που έχει σημασία να επισημάνουμε είναι ότι την εποχή της παράδοσης αυτού του σεμιναρίου η πιο σύγχρονη μορφή του λόγου του κυρίου που φαίνεται να διέπει το σύγχρονο καπιταλισμό είναι ο λόγος του πανεπιστημίου, δλδ η κυριαρχία των τεχνοκρατών και των διανοούμενων. Ωστόσο εδώ παρατηρεί την ιστορικοπολιτική τομή που χαρακτηρίζει τη μετάβαση από τον ένα λόγο στον άλλο. Ο δούλος στις προκαπιταλιστικές μορφές εμφανίζεται στις διάφορες παραλλαγές του ως ο κύριος μιας γνώσης/εξουσίας, τα αποτελέσματα της οποίας τα καρπώνεται και τα καταναλώνει ο κύριος, αποστερώντας τον από αυτά. Στο πλαίσιο του καπιταλισμού η κύρια τομή που βλέπει ο Λακάν και είναι ότι η γνώση του δούλου έχει μετατραπεί σε γνώση του κυρίου – κάτω από την οποία συγκαλύπτει την κυριαρχία του μέσω της ιδεολογίας. Εδώ ο Λακάν απηχεί άλλη μια θέση της νέας αριστεράς και της κριτικής θεωρίας, ότι ο σύγχρονος κύριος είναι ακριβώς το επιστημονικό μάνατζμαντ και η γραμμή παραγωγής που πήρε τη γνώση του τρόπου μετασχηματισμού του αντικειμένου ώστε να εξασφαλίζει το επιθυμητό προϊόν από τα χέρια των εργατών-τεχνητών-μαστόρων και την πέρασε πλέον στα χέρια του κεφαλαίου, κάτι που ισχύει με ισοδύναμη μορφή και στα γραφειοκρατικά σοσιαλιστικά καθεστώτα μέσα από την τάξη των διευθυντών και της κομματικής και στρατιωτικής γραφειοκρατίας. Η κυριαρχία του λόγου του πανεπιστημίου αντιστοιχεί στον φορντισμό, στην πιο σύγχρονη μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τουλάχιστον το 1969.

«Ακούω πολλούς να μιλούν για τον λόγο της ψυχανάλυσης, σαν αυτό να σήμαινε κάτι. Εάν για να χαρακτηρίσουμε έναν λόγο επικεντρωνόμαστε σε ό,τι συνιστά τη δεσπόζουσά του, τότε υπάρχει ο λόγος του ψυχαναλυτή, και αυτός δεν συγχέεται με τον λόγο του ψυχαναλυομένου, με τον λόγο που όντως διαμοίβεται στην ψυχαναλυτική εμπειρία. Αυτό που ο αναλυτής εγκαθιδρύει ως ψυχαναλυτική εμπειρία μπορεί να ειπωθεί απλά – είναι η υστερικοποίηση του λόγου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τη δομική εισαγωγή, μέσω τεχνητών προϋποθέσεων, του λόγου της υστερικής, αυτού που σημειώνεται εδώ με κεφαλαίο Υ. Προσπάθησα να το τονίσω πέρυσι, λέγοντας πως αυτός ο λόγος υπάρχει, και θα υπήρχε οπωσδήποτε, είτε είναι παρούσα η ψυχανάλυση είτε όχι. Το είπα με παραστατικό τρόπο αποδίδοντας στον υστερικό λόγο το πιο κοινό του στήριγμα, αυτό από το οποίο προέκυψε για μας η κορυφαία εμπειρία, δηλαδή ο ελιγμός, η δαιδαλώδης διαδρομή στην οποία βασίζεται εκείνη η παρεξήγηση που στοιχειοθετούν στο ανθρώπινο είδος οι διάφυλες σχέσεις. Μια που έχουμε το σημαίνον, πρέπει να συνεννοηθούμε, και γι’ αυτό ακριβώς δεν συνεννοούμαστε. Το σημαίνον δεν είναι φτιαγμένο για τις διάφυλες σχέσεις. Από τη στιγμή που το ανθρώπινο ον είναι ομιλούν, ξόφλησε, πάει περίπατο το τέλειο, το αρμονικό της συνουσίας, που είναι άλλωστε αδύνατο να εντοπιστεί οπουδήποτε μέσα στη φύση. Η φύση περιλαμβάνει άπειρα είδη, και τα οποία άλλωστε στην πλειονότητά τους δεν συνδέονται με κανενός είδους συνουσία, πράγμα που δείχνει πόσο ελάχιστα είναι στις  προθέσεις της φύσης η συγκρότηση ενός όλου, μιας σφαίρας. Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα είναι σίγουρο – αν για τον άνθρωπο το πράγμα κουτσά στραβά λειτουργεί, αυτό οφείλεται σ’ ένα κόλπο που το επιτρέπει, αφού αρχικά το καταστήσει ανεπίλυτο.»

Oρίζει σε αυτό το σημείο καθαρότερα την ψυχαναλυτική πρακτική σε σχέση με τους λόγους, και αποσαφηνίζει ότι το αναλυόμενο υποκείμενο πρέπει ανεξάρτητα από την κλινική του δομή, π.χ. αν είναι ψυχαναγκαστικό ή υστερικό, να περάσει από μια διαδικασία υστερικοποίησης του λόγου, αυτή είναι η τεχνητή εισαγωγή του λόγου της υστερικής.

Πρόσθετα συνδέει την αδυναμία επίτευξης της ολότητας με την απουσία διάφυλης σχέσης, μια πάγια θέση του Λακάν. Η απουσία διάφυλης σχέσης είναι τόσο η απουσία μιας αρμονικής φυσικής σύζευξης ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα όσο απέναντι στον άνθρωπο και στον κόσμο, στην ανθρωπότητα ως σύνολο, συνδέεται με τον αποκλεισμό κάθε μεταφυσικού νοήματος και προκαθορισμένου σκοπού, κάθε νόμου που να εξασφαλίζει μια αιώνια αρμονική τάξη. Για αυτό παρατηρεί ότι η αρμονική συνουσία δεν υπάρχει οπουδήποτε μέσα στη φύση, δεν είναι παρά μόνο μια αυταπάτη του φαντασιακού υποκειμένου. Ακόμα τονίζει ότι το σημαίνον ο τόπος του ασυνειδήτου συνδέεται με τη διάκλειση της σεξουαλικότητας και την απόρριψή της, το διχασμό ανάμεσα στο ασυνείδητο και στην απόλαυση. Η ομιλία, το ομιλ-ον, σημαίνει το τέλος κάθε φυσικής σχέσης μεταξύ των φύλων αλλά και με τον κόσμο, πλέον ο κόσμος στον οποίο οριοθετείται η συνειδητή ύπαρξη είναι αυτός της τάξης του λόγου και των σημαινόντων.

«…ο φιλοσοφικός λόγος ήταν εκείνος που ενστάλαξε στον κύριο την επιθυμία για γνώση. Τι μπορεί να είναι η εν λόγω υστερία; Υπάρχει εδώ ένας τομέας που δεν πρέπει να παραβιάσουμε. Εάν υπάρχουν κάποιοι που τους αρέσει να προπορεύεται λιγάκι η σκέψη τους ως προς αυτά που λέει ο υποφαινόμενος, θα βρουν εδώ μια ευκαιρία να εξασκήσουν το ταλέντο τους. Τους διαβεβαιώνω ότι είναι ένας δρόμος πολλά υποσχόμενος. Εν πάση περιπτώσει, για να δώσουμε μια διατύπωση πιο ευρεία από τον περιοριστικό εντοπισμό της στο επίπεδο της σχέσης άνδρας-γυναίκα, ας πούμε ότι διαβάζοντας απλώς και μόνο αυτό που έγραψα στον πίνακα ως λόγο της υστερικής, εξακολουθούμε να μην ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό το $. Αλλά εάν το θέμα είναι ο λόγος της, και αν αυτός ακριβώς ο λόγος συντελεί ώοτε να υπάρχει ένας άνδρας εμφορούμενος από την επιθυμία για γνώση, ποιο είναι άραγε το ζητούμενο της γνώσης; – το ζητούμενο είναι η αξία αυτής της ίδιας, του προσώπου που μιλάει. Διότι εκείνη, ως αντικείμενο, είναι πτώση, η υστερική είναι πτώση του επιτελέσματος λόγου, που κατά την
περιστροφή του πάντα κάπου σπάζει. Αυτό που οριακά η υστερική θέλει να ξέρουμε είναι ότι η γλώσσα αδυνατεί να διατρέξει όλο το εύρος του διανοίγματος αυτού που εκείνη ως γυναίκα είναι σε θέση να πραγματοποιήσει στο πεδίο της απόλαυσης. Αλλά για την υστερική δεν προέχει αυτό. Αυτό που προέχει είναι να ξέρει ο άλλος που ονομάζεται άνδρας τι είδους πολύτιμο αντικείμενο γίνεται εκείνη σε τούτο το πλαίσιο λόγου.»

Το κείμενο εδώ τονίζει ότι παρότι υπάρχει μια αλληλοδιαπλοκή της γυναικείας θέσης με την υστερία, σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται η θέση της υστερικής με τη θέση της γυναίκας. Άλλωστε αν στον άντρα η συχνότερη νεύρωση είναι ο ιδεοψυχαναγκαστικός, και αυτός θα υστερικοποιηθεί για να αναλυθεί. Για να το τονίσει αυτό αναφέρει ότι ο φιλοσοφικός λόγος, όπως συγκροτήθηκε στην πατριαρχική αρχαία Ελλάδα ως σχέση μεταξύ αντρών κυρίως, είναι κατ’ εξοχήν ένα παράδειγμα υστερικής αμφισβήτησης και δίψας για γνώση (φιλία+σοφία). Ταυτόχρονα θέτει το πρόβλημα του να θέτει τι είναι το διαγραμμένο $ και τις πολλαπλές ερμηνείες του. Εδώ η υστερική τίθεται ως η πτώση του επιτελέσματος του λόγου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το ίδιο το σύμπτωμα του διχασμένου υποκειμένου που θέτει σε δοκιμασία το λόγο και ζητά νέα γνώση, υπό αυτή την έννοια κατασκευάζει ένα άντρα, που εδώ δεν αναφέρεται στο κοινωνικό φύλο ή στην ανατομία το κείμενο, όσο σε ένα υποκείμενο που να έχει το φαλλό, που να επιθυμεί τη γνώση, για τον οποίο θέλει η υστερική να είναι το πολύτιμο αντικείμενο, το αίτιο της επιθυμίας του. Για αυτό η κρυμμένη αλήθεια του λόγου της υστερικής είναι το μικρό αντικείμενο α, το αίτιο της επιθυμίας του άλλου, το οποίο εμφανίζεται στον άλλο με τη μορφή του συμπτώματος, αυτού που διαταράσσει το λόγο, επισημαίνει τις ελλείψεις του και τον κάνει να διψά για νέα γνώση.

«Το να λες ό,τι να ’ναι, πώς άραγε θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι; – εάν δεν ήταν προσδιορισμένο πως δεν υπάρχει τίποτε στην τυχαία ανάδυση των σημαινόντων που να μην αναφέρεται, λόγω ακριβώς του ότι πρόκειται για σημαίνοντα, σ’ εκείνη τη γνώση που δεν έχει επίγνωση του εαυτού της, και που είναι πράγματι αυτή που εργάζεται. Μόνο που δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη γνωρίσει κάτι περισσότερο πάνω σε αυτά. Εάν ο ψυχαναλυτής δεν παίρνει τον λόγο, τι μπορεί να προκόψει από αυτή την πληθωρική παραγωγή των S; Σίγουρα πολλά πράγματα. Ο αναλυτής που ακούει μπορεί να καταγράψει πολλά πράγματα. Με βάση όσα μπορεί να εκφέρει ένας σύγχρονος μέσος άνθρωπος που δεν προσέχει τι λέει, μπορούμε να φτιάξουμε το ισοδύναμο μιας μικρής εγκυκλοπαίδειας. Θα στοιχειοθετούσε έναν τεράστιο αριθμό λημμάτων, εάν καταγραφόταν. Θα μπορούσαμε μάλιστα κατόπιν να το κατασκευάσουμε, να συγκροτήσουμε μια μικρή ηλεκτρονική μηχανή. Αυτή είναι άλλωστε η ιδέα που κάποιοι έχουν – κατασκευάζουν την ηλεκτρονική μηχανή χάρη στην οποία ο αναλυτής δεν έχει παρά να τραβήξει το χαρτάκι για να τους δώσει την απάντηση. Ας δούμε τι διακυβεύεται εδώ στον λόγο του ψυχαναλυτή. Ο ψυχαναλυτής είναι εδώ ο κύριος. Υπό ποια μορφή; Αυτό θα πρέπει να το αφήσω για τις επόμενες συνομιλίες μας. Γιατί είναι κύριος υπό τη μορφή του αντικειμένου α; Υπάρχει από τη δική του πλευρά το S₂, υπάρχει η γνώση – είτε την αποκτά ακούγοντας τον αναλυόμενό του, είτε είναι γνώση ήδη αποκτημένη, προσδιορίσιμη, κάτι που σ’ ένα ορισμένο επίπεδο μπορούμε να το περιορίσουμε στην ψυχαναλυτική πρακτική γνώση [savoir-faire]. Με τη διαφορά ότι αυτό που πρέπει να καταλάβουμε από το σχήμα -όπως ήδη υποδείξαμε θέτοντας στον λόγο του κυρίου το S: στη θέση του δούλου, και θέτοντάς το εν συνεχεία στον λόγο του εκσυγχρονισμένου κυρίου στη θέση του κυρίου-, είναι ότι δεν πρόκειται για την ίδια γνώση. Εδώ, στον λόγο που είναι στο δεξιό άκρο, σε ποια θέση βρίσκεται; Στη θέση την οποία στον λόγο του κυρίου ο Χέγκελ, ο πιο υπέροχος υστερικός, προσδιορίζει ως τη θέση της αλήθειας. Πράγματι, δεν μπορούμε να πούμε πως η Φαινομενολογία του πνεύματος θέτει ως σημείο εκκίνησης τη Selbstbewusstsein δήθεν εντοπιζόμενη στο πιο άμεσο επίπεδο της αίσθησης, εξυπακούοντας πως κάθε γνώση έχει εξαρχής επίγνωση του εαυτού της. Προς τι λοιπόν όλη αυτή η φαινομενολογία αν δεν επρόκειτο για κάτι άλλο; Με τη διαφορά ότι αυτό που ονομάζω υστερία αυτού του λόγου [του Χέγκελ] συνίσταται ακριβώς στο ότι παρακάμπτει τη διάκριση που θα μας επέτρεπε να αντιληφθούμε ότι ακόμη και αν κάποτε αυτή η ιστορική μηχανή, που δεν είναι στην ουσία παρά η διαδοχή των [φιλοσοφικών] σχολών και τίποτε περισσότερο, κατέληγε στην απόλυτη γνώση, αυτό δεν θα γινόταν παρά για να σηματοδοτήσει την ακύρωση, την αποτυχία, την εξαφάνιση του όρου εκείνου που από μόνος του υποκινεί τη λειτουργία της γνώσης – της Διαλεκτικής της με την απόλαυση. Η απόλυτη γνώση θα ήταν ξεκάθαρα η κατάργηση αυτού του όρου. Οποιοσδήποτε μελετά από κοντά το κείμενο της Φαινομενολογίας δεν γίνεται να έχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού.»

Ο λόγος του αναλυτή εμφανίζεται εδώ ως η μετάβαση του λόγου της υστερικής. Ο αναλυτής γίνεται εδώ ο κύριος του λόγου αντεστραμμένα, κάτω από τη μορφή του objet petit a. Κάτω από το μικρό αντικείμενο α στο σχήμα που είδαμε πιο πάνω είναι η υποτιθέμενη γνώση του αναλυτή, αλλά στην ουσία δεν είναι μια γνώση που έχει ήδη ο αναλυτής. Είναι αυτή η γνώση που προκύπτει μέσα από την έκθεση των σημαινόντων του ασυνείδητου μέσα από τη διαδικασία της ανάλυσης, στην οποία εμπεριέχεται και το αίτιο της επιθυμίας που παίρνει τη θέση του φορέα/agent. Μια γνώση αμιγώς συμβολική στο πεδίο του savoir. Μια γνώση που διαφοροποιείται από την εμπειρική τεχνογνωσία του δούλου στο λόγο του κυρίου και από αυτή του φορντιστικού μάνατζμαντ και της τεχνοκρατίας στο λόγο του πανεπιστήμιου, καθώς αποκαλύπτει ξεκάθαρα τα σημαίνοντα αληθείας της ψυχικής ζωής. Ο Λακάν ταυτόχρονα ερεύνησε της φαντασιώσεις που υπήρχαν ήδη από τότε σε ένα πολύ διαφορετικό τεχνολογικό περιβάλλον πριν την 3η βιομηχανική επανάσταση τις απαντήσεις που θα έδινε η τεχνητή νοημοσύνη, βέβαια κάνει ταυτόχρονα μια παραδοχή μέσα από την αναλογία της καταγραφής του αναλυτή με την επεξεργασία δεδομένων και εντολών από ένα λογισμικό, και παρατηρεί ότι αυτό το σύνολο των σημαινόντων θα μπορούσε να συγκροτήσει μια ηλεκτρονική μηχανή. Σίγουρα είναι ένα σημείο του κειμένου που συνδιαλέγεται με μεταγενέστερους προβληματισμούς για το αλγοριθμικό ασυνείδητο της τεχνητής νοημοσύνης ή για την επιθυμητική μηχανή στην οντολογία του ασυνειδήτου, θέμα που έθιξαν μεταγενέστερα οι Ντελέζ- Γκουαταρί.

Ταυτόχρονα συνεχίζει τις διακειμενικές αναφορές στον Χέγκελ και στη φαινομενολογία του πνεύματος, παρουσιάζοντας ξεκάθαρα πλέον την κριτική στο πρότζεκτ της εγελιανής ολότητας. Η εγελιανή φιλοσοφία εμφανίζεται σαν το πιο υπέροχο σύστημα υστερικής κριτικής καθώς το ένα φιλοσοφικό σύστημα γεννιέται μέσα από την αμφισβήτηση, την υπονόμευση, τον εντοπισμό των ελλειμμάτων του άλλου, μέσα από την αντιπαράθεση που οδηγεί σε νέες συνθέσεις και νέες γνώσεις, και έχει ως αποτέλεσμα τη διαρκή αναζήτηση και παραγωγή νέας γνώσης από τον κύριο. Η υστερία εμφανίζεται ως ιστορία, ως η διαδοχή, η πηγή του μετασχηματισμού του υποκειμένου, εξού και το γλωσσικό ολίσθημα histoire/hysterie. Η ιδέα της ολότητας και του τέλους της ιστορίας, θα σήμαινε το τέλος του ερωτήματος, αυτού που κινητοποιεί και καθιστά δυνατή τη γνώση, άρα θα ήταν η αυτοκατάργηση της γνώσης ως τέτοια. Κατ’ αυτό τον τρόπο το λακανικό κείμενο κάνει μια εμμενή κριτική στη ιδέα του απόλυτου και της πληρότητας της γνώσης στον Xέγκελ, καθώς μέσα από την ίδια την κίνηση της διαλεκτικής θα ταυτιζόταν τελικά με τη μη-γνώση, ίσως την πλέον καθηλωτική άγνοια.

«Σε τι συνίσταται το παράθεμα; Γράφοντας ένα κείμενο με περισσότερη ή λιγότερη άνεση, εάν συμβαίνει να βρίσκεστε στους σωστούς χώρους της κοινωνικής πάλης, ξαφνικά παραθέτετε τον Μαρξ, και προσθέτετε – ο Μαρξ είπε. Αν είστε ψυχαναλυτής, παραθέτετε τον Φρόιντ, και βάζετε – ο Φρόιντ είπε. Είναι θεμελιώδες. Το αίνιγμα είναι η εκφορά – και για το εκφερόμενο βγάλτε τα πέρα. Το παράθεμα είναι – θέτω το εκφερόμενο, και για τα υπόλοιπα υπάρχει το γερό στήριγμα που θα βρείτε στο όνομα του συγγραφέα την επίκληση του οποίου εναποθέτω σ’ εσάς. Έτσι έχουν τα πράγματα, και αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λίγο πολύ ασταθές καθεστώς της λειτουργίας του συγγραφέα. Υποθέστε πως, σε δεύτερο χρόνο, παραθέτει κάποιος μια φράση υποδεικνύοντας από πού προέρχεται, με το όνομα του συγγραφέα, για παράδειγμα, του κυρίου Ρικέρ. Υποθέστε ότι κάποιος παραθέτει την ίδια φράση, αποδίδοντάς την στο δικό μου όνομα. Το νόημα δεν μπορεί επ’ ουδενί να είναι το ίδιο στις δυο περιπτώσεις. Ελπίζω με αυτό να αντιλαμβάνεστε περί τίνος πρόκειται σ’ αυτό που αποκαλώ παράθεμα. Ε λοιπόν, αυτά τα δύο επίπεδα, στον βαθμό που μετέχουν του μισόλογου, είναι εκείνα που παρέχουν το μέσον -και, θα μπορούσαμε να πούμε, την ιδιότητα- υπό την οποία παρεμβαίνει η ερμηνεία. Η ερμηνεία -αυτοί που την μεταχειρίζονται το αντιλαμβάνονται- τίθεται συχνά μέσω αινίγματος. Αίνιγμα [από τη μία πλευρά] που περισυλλέγεται κατά το δυνατόν από τον ειρμό του λόγου του ψυχαναλυομένου, και που εσείς, ο ερμηνευτής, δεν μπορείτε διόλου να συμπληρώσετε από μόνος σας, δεν μπορείτε να το θεωρήσετε ως ομολογία χωρίς να ψεύδεστε. Παράθεμα, από την άλλη πλευρά, που ενίοτε αντλείται από το ίδιο κείμενο, ένα Συγκεκριμένο εκφερόμενο. Υπό αυτή τη μορφή μπορεί να εκληφθεί ως ομολογία, αρκεί να το συνδέσετε με όλα τα συμφραζόμενα. Τότε όμως, επικαλείστε αυτόν που είναι ο συγγραφέας του παραθέματος.»

Το κείμενο θέτει την κεντρικότητα του κύριου σημαίνοντος στην οργάνωση του νοήματος με ένα παράδειγμα. Όταν σε μια φιλοσοφική διάλεξη, σε μια πολιτική συζήτηση ή σε μια ψυχαναλυτική μελέτη λέμε ο «Μαρξ ή ο Φρόυντ είπε» αναφερόμαστε στο κύριο σημαίνον που συρράφει τη σημαίνουσα αλυσίδα που μπορεί να παίρνει τη μορφή είτε ενός θεωρητικού συστήματος, είτε ενός πολιτικού προγράμματος, είτε ενός κλινικού μοντέλου κλπ… Ταυτόχρονα αναφέρεται πάλι στο μισοειπωμένο, το ανολοκληρωτο του λόγου, το παράθεμα. Κάθε λόγος που εκφέρεται από το κύριο σημαίνον αποτυγχάνει πάντα στην ολοποίηση για αυτό είναι πάντα ένα μισόλογο. Ωστόσο υπενθυμίζει ότι είναι καθοριστική η σημασία αυτού του κύριου σημαίνοντος, καθώς το ίδιο εκφερόμενο, η ίδια σειρά λέξεων μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος είναι ο συγγραφέας. Κατ’ αυτό τον τρόπο στη ψυχαναλυτική πρακτική η μοναδικότητα του λόγου του αναλυόμενου αποτελεί ένα ξεχωριστό κύριο σημαίνον το οποίο μόνο από τον ίδιο μπορεί να αναδύθεί ως ένα συγκεκριμένο νόημα, ενώ ταυτόχρονα θέτει ένα αίνιγμα, ένα αίνιγμα που προκύπτει από τον ελεύθερο συνειρμό. Το παράθεμα, στην αναλυτική κλινική μέθοδο λοιπόν που αναδεικνύει τη μοναδικότητα κάθε υποκειμένου και το αινίγμα είναι δύο βασικοί τρόποι με τους οποίους καθίσταται εφικτή η ερμηνεία. Και την αλήθεια και την πλοκή αυτού του ειρμού δεν μπορεί κανένας αναλυτής να ισχυριστεί ότι μπορεί να την προδικάσει.

«Αυτό που πράγματι προκαλεί εντύπωση, σε αυτή την εγκαθίδρυση του ψυχαναλυτικού λόγου που συνιστά το κίνητρο της μεταβίβασης, δεν είναι, όπως κάποιοι θεώρησαν ότι το άκουσαν από εμένα, πως η θέση του Αναλυτή καθορίζεται σε συνάρτηση με το καθ’ υπόθεσιν υποκείμενο της γνώσης [le su jet supposé savoir]. Αν η ομιλία παρέχεται τόσο ελεύθερα στον ψυχαναλυμενο -έτσι ακριβώς εκλαμβάνει αυτή την ελευθερία-, είναι επειδή του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να μιλάει σαν ένας κύριος, δηλαδή να κελαηδάει, αλλά το πράγμα δεν θα δώσει τόσο καλά αποτελέσματα παρά μόνο στην περίπτωση ενός αληθινού κυρίου, που υποτίθεται πως οδηγεί σε μια γνώση -μια γνώση της οποίας γίνεται ενέχυρο, όμηρος, εκείνος που δέχεται εκ των προτέρων να είναι το προϊόν των συλλογισμών του ψυχαναλυομένου, δηλαδή ο ψυχαναλυτής-, στον βαθμό που, ως προϊόν, έχει σαν τελικό προορισμό την απώλεια, την εξάλειψή του από τη διαδικασία. Τι σημαίνει πως μπορεί να αναλάβει τη θέση εκείνη που, στο επίπεδο του λόγου του κυρίου, είναι η θέση του κυρίου; Ήδη στην απλή λειτουργία των σχέσεων του κυρίου και του δούλου είναι φανερό πως η επιθυμία του Κυρίου είναι η επιθυμία του Άλλου, αφού είναι η επιθυμία που ο δούλος προκαταλαμβάνει. Τελείως διαφορετικό είναι το ζήτημα που αφορά τίνος τη θέση καταλαμβάνει ο αναλυτής για να πυροδοτήσει την κίνηση επένδυσης του καθ’υπόθεσιν υποκειμένου της γνώσης – υποκειμένου που, καθώς αναγνωρίζεται ως τέτοιο, αποτελεί, στη θέση του, εκ των προτέρων, το γόνιμο πεδίο της λεγόμενης μεταβίβασης. Ασφαλώς, είναι υπερβολικά εύκολο να δούμε εδώ να αχνοδιαγράφεται η σκιά μιας ικανοποίησης για αναγνώριση. Το ουσιώδες δεν είναι αυτό, το να υποθέσουμε ότι το υποκείμενο έχει γνώση αυτού που κάνει πολύ περισσότερο ακόμη και από την υστερική, για την οποία η γνώση αποτελεί την αλήθεια της συμπεριφοράς της, αλλά διόλου το ίδιο το είναι της. Ο αναλυτής γίνεται το αίτιο της επιθυμίας του αναλυομένου. Τι σημαίνει αυτή η παραδοξότητα; Μήπως πρέπει να τη θεωρήσουμε σαν κάτι τυχαίο, μια ιστορική ανάδυση που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κόσμο;
Προεξοφλώντας τη συνέχεια μιας διαδρομής που ίσως να μας παρασύρει σε μια μεγάλη παρακαμπτήριο, θα σας επισημάνω μόνο ότι η λειτουργία του είχε ήδη εμφανιστεί, και ότι δεν είναι άνευ λόγου που ο Φρόιντ προσέφυγε κατά προτίμηση σε τόσους προσωκρατικούς, στον Εμπεδοκλή μεταξύ άλλων. Επειδή ξέρω πως αυτό το αμφιθέατρο είναι κατειλημμένο, θα τελειώνω εφεξής όπως και σήμερα στις δυο παρά τέταρτο. Σας δίνω ραντεβού τη δεύτερη Τετάρτη του Ιανουάριου./ 7 Δεκεμβρίου 1969.»

Εν τέλει επισημαίνει ότι στο λόγο του αναλυτή επιτρέπεται η μεγαλύτερη ελευθερία στο αναλυόμενο υποκείμενο να ομιλεί σαν κύριος, τελείως ελεύθερα χωρίς περιορισμό να λέει ό,τι να ’ναι. Η μετάβαση στο λόγο του αναλυτή σε αυτή τη διαδικασία δε θα γίνει παρά μόνο αν σταματήσει ο αναλυόμενος να απευθύνεται στην αναλύτρια σαν τον άλλο που έχει το κύριο σημαίνον που θα παράγει τη γνώση. Είναι εφικτή μόνο στην περίπτωση που το αναλυόμενο υποκείμενο καταστεί ο αληθινός κύριος, κάτι που για να συμβεί έχει ως όρο ο αναλυτής να καταστεί όμηρος των σημαινόντων των συνειρμών του αναλυόμενου, μόνο τότε θα μετατραπεί σε φόντο και θα εξαλειφθεί, και στη θέση της υποτιθέμενης γνώσης του αναλυτή θα εμφανιστεί η γνώση των σημαινόντων που καταθέτει ο ελεύθερος συνειρμός του αναλυόμενου, και στη θέση του φορέα του λόγου βρίσκεται πλέον το ίδιο το αίτιο της επιθυμίας του υποκειμένου όπως αναδύεται μέσα από τον ειρμό, δίνοντας τη δυνατότητα στον αναλυόμενο να συγκροτήσει ένα νέο κύριο σημαίνον που να ταυτίζεται με το σύμπτωμά του, ώστε πρώτη φορά να μιλήσει το ίδιο το υποκείμενο ως τέτοιο. O Λακάν κλίνει το σεμινάριο κάνοντας μια γενεαλογική προσέγγιση όπου εντοπίζει κάποιες πρώτες ιστορικές αναφορές στο λόγο του αναλυτή στους προσωκρατικούς φιλοσόφους και ειδικότερα στη διαλεκτική του Εμπεδοκλή.

Αυτομορφωτικός κύκλος Lustprinzip

________________________________________________

Πηγές:

Algorithmic unconscious: why psychoanalysis helps in understanding AI Luca M. Possati

Το σεμινάριο: 8ο βιβλίο Η μεταβίβαση, Εκκρεμές Zακ Λακάν

Εncore, Eκκρεμές, Ζακ Λακάν

Ο θρίαμβος της θρησκείας και ο λόγος προς τους καθολικούς, Εκκρεμές Ζαk Λακάν

Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, Ψυχογιός Zακ Λακάν

Ο αντοιδίπους καπιταλισμός και σχιζοφρένια, Ζιλ

Ντελέζ, Φελίξ Γκουατάρί.

Οι Μάστορες, ο εργατικός έλεγχος πριν το φορντισμό roe smitt merrit, dew charles,
montgomery david

Φαινομενολογία του πνεύματος: Γκεόργκ Χέγκελ

Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας: F. De Saussure

Dylans Evans, Εισαγωγικό λεξικό της λακανικής ψυχανάλυσης

Ο ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΙΝ ΤΟΝ Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας

Πηγή: Ταξικές Μηχανές

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*