Allan Antliff: Αναρχία, Εξουσία και Μεταδομισμός

«Τελικά ήρθε ο Stirner, ο προφήτης του σύγχρονου αναρχισμού»

Frederick Engels, Ο Ludwig Feurbach και

το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας

Tο 1994 ο Todd May ξεκίνησε μια νέα στροφή στην σύγχρονη θεωρία – μεταδομιστικός αναρχισμός, συνήθως εν συντομία «μεταναρχισμός». Η θεμελιώδης μελέτη του May, The Political Philosophy of Poststructuralist Anarchism έστρεψε τη προσοχή στους τρόπους με τους οποίους η πολιτική φιλοσοφία του αναρχισμού αντηχεί τις ανησυχίες της μεταδομιστικής σκέψης, κυρίως στην κριτική της καταπίεσης. Επιτιθέμενος στο μαρξισμό, (δίκαια) είπε πως ο αναρχισμός έχει μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη στο πως η καταπίεση διαχέεται στο κοινωνικό πεδίο. Σύμφωνα με τον May, οι μαρξιστές δεν ασχολούνται με τις ιεραρχικές σχέσεις που συντηρούν αυτή τη κατάσταση. Αντίθετα ζητούν την κατάληψη των θέσεων εξουσίας από ένα αστοιχείωτο προλεταριάτο το οποίο θα μπορούσε να υποτάξει την κοινωνία στη θέληση του, αναδιοργανώνοντας τις οικονομικές σχέσεις κατά το πρότυπο του σοσιαλισμού. Ιστορικά, οι αναρχικοί ήταν αντίθετοι σε αυτό, επειδή είναι καχύποπτοι απέναντι σε κάθε επίσημο σχηματισμό, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι, που ασκεί εξουσία πάνω σε άλλους. Ο αναρχισμός διερεύνησε τις σχέσεις κυριαρχίας με σκοπό την καταστροφή κάθε αντιπροσωπευτικής μορφής εξουσίας, ακριβώς επειδή τέτοιες πολιτικές είναι πάντοτε απομακρυσμένες από τον αντιπροσωπευόμενο.

Ωστόσο, ως επακόλουθο του εγκωμίου του για την σταθερά συνεχιζόμενη επίθεση του στην κυριαρχία σε όλες τις μορφές της, ο May είπε πως ο αναρχισμός (θεωρητικά) δεν ήταν έτοιμος να υλοποιήσει τη πολιτική του δυναμική. Αναφέροντας «κλασικές» φιγούρες από την ευρωπαϊκή πτέρυγα του κινήματος, ο May ανέφερε πως οι αναρχικοί δεν είχαν ακόμη συμφιλιωθεί με την εξουσία ως θετικό πεδίο δράσης. Το αναρχικό εγχείρημα, είπε, βασίζεται σε μια εσφαλμένη «ανθρωπιστική» αντίληψη πως «η ανθρώπινη ουσία είναι καλή ουσία, την οποία οι σχέσεις εξουσίας καταπνίγουν και αρνούνται». Η μονοδιάστατη αντίληψη της εξουσίας ως πάντοτε καταπιεστικής, ποτέ δημιουργικής, ήταν η αχίλλειος πτέρνα της αναρχικής πολιτικής φιλοσοφίας. Έτσι προέκυψε η έκκληση του May για ένα νέο και βελτιωμένο «μεταδομιστικό αναρχισμό». Ο μεταδομιστής αναρχικός δεν θα απέφευγε την εξουσία: θα έριχνε το κέλυφος του ανθρωπισμού για να ασκήσει καλύτερα εξουσία «στρατηγικά» μέσα από μια ηθική πρακτική που καθοδηγείται από την οικουμενική θεωρία επικοινωνούμενης δράσης του Habermas.

Ο σκοπό μου δεν είναι να επεκτείνω την τοποθέτηση του May για τον αναρχισμό ως μεταδομιστικό. Αντίθετα, ενδιαφέρομαι στον ισχυρισμό πως ο «κλασικός» αναρχισμός – και κατ’ επέκταση, ο σύγχρονος αναρχισμός – βασίζει τις πολιτικές του σε μια εσφαλμένη αντίληψη εξουσίας και της σχέσης της με την κοινωνία. Με βάση αυτή την υπόθεση, ο May έχει προτρέψει αναρχικά προσανατολισμένους θεωρητικούς να προχωρήσουν προς τα εμπρός δίχως να κοιτάξουν πίσω – και κάποιοι, κυρίως ο Lewis Call και ο Saul Newman, έχουν κάνει ακριβώς αυτό. Σίγουρα όμως, αν κάποιος ισχυριστεί πως μεταρρυθμίζει σε βάθος μια πολιτική παράδοση, τότε αυτός έχει υποχρέωση να γνωρίσει τις θεωρητικές βάσεις αυτής της παράδοσης. Αυτός είναι ο ταπεινός μου στόχος: να προσφέρω ένα σύντομο διορθωτικό στοχασμό στον «κλασικό» αναρχισμό και εξουσία.

Ας ξεκινήσουμε με την Emma Goldman (1869-1940) και τη καταληκτική σύνοψη των αναρχικών αρχών, από το γύρω στο 1900 δοκίμιο της, «Αναρχισμός: Τι Επιθυμεί Πραγματικά»:

«Ο αναρχισμός, έτσι, στη πραγματικότητα αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου μυαλού από την κυριαρχία της θρησκείας· την απελευθέρωση του ανθρώπινου σώματος από την κυριαρχία της ιδιοκτησίας· την απελευθέρωση από τα δεσμά και τους περιορισμούς της κυβέρνησης. Ο αναρχισμός επιθυμεί μια κοινωνική τάξη βασισμένη στην ελεύθερη ομαδοποίηση για το σκοπό της παραγωγής πραγματικού κοινωνικού πλούτου, μια τάξη που θα εγγυάται σε κάθε ανθρώπινο ον ελεύθερη πρόσβαση στη γη και πλήρη απόλαυση των αναγκαιοτήτων της ζωής, σύμφωνα με τις ατομικές επιθυμίες, προτιμήσεις, και τάσεις».

Η θέση της Goldman ξεκάθαρα επιβεβαιώνει την επισήμανση του May πως ο αναρχισμός διευρύνει το πολιτικό πεδίο. Η Goldman επικρίνει τη θρησκεία επειδή μας καταπιέζει ψυχολογικά, την καπιταλιστική οικονομία επειδή διακινδυνεύει τη φυσική μας ευημερία, και την κυβέρνηση επειδή μας κόβει τις προσωπικές ελευθερίες. Επίσης επιβεβαιώνει πως ο σκοπός του αναρχισμού είναι να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από αυτές τις τυραννίες. Με αυτό ειπωμένο, κάποιος αναζητά μάταια κάποια πρόταση πως τα απελευθερωμένα όντα της Goldman θα είναι, όπως λέει ο May, a priori καλά. Αντίθετα, προτείνει μια χωροθετημένη πολιτική στην οποία η ατομικότητα διαφοροποιείται διαρκώς, σύμφωνα με τις «επιθυμίες, προτιμήσεις και τάσεις» κάθε υποκειμένου.

Η Goldman περιλάμβανε τον αναρχικό-κομμουνιστή Peter Kropotkin (1842-1921) μεταξύ των πιο σημαντικών επιρροών της, έτσι είναι πρέπων να στραφούμε σε αυτόν για μια πιο βαθιά γνώση αναφορικά με το αναρχικό αντικείμενο. Στο δοκίμιο του από το 1896 «Αναρχισμός: Η Φιλοσοφία και το Ιδανικό του», ο Kropotkin έγραφε πως ο αναρχισμός είναι συνώνυμο με την «ποικιλία, σύγκρουση». Σε μια αναρχική κοινωνία η «αντικοινωνική» συμπεριφορά θα εμφανίζονταν αναπόφευκτα, όπως γίνεται και σήμερα· η διαφορά είναι πως αυτή η συμπεριφορά, αν θεωρηθεί καταδικαστέα, θα αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τις αναρχικές αρχές, όπως ανέφερε στην «Αναρχική Ηθική» το 1891. Πιο θετικά, η ελευθεριακή άρνηση να «μορφοποιήσει τα άτομα σύμφωνα με μια αφηρημένη ιδέα» ή να τα «κατακρεουργήσει με τη θρησκεία, το νόμο ή τη κυβέρνηση» επέτρεπε την άνθηση μιας συγκεκριμένης αναρχικής μορφής ηθικής. Αυτή η ηθική περιλαμβάνει την ακατάπαυστη διερεύνηση των υπάρχοντων κοινωνικών κανόνων, αναγνωρίζοντας πως η ηθική είναι κοινωνικό κατασκεύασμα, και πως δεν υπάρχουν απόλυτα που καθοδηγούν την ηθική συμπεριφορά. Παραθέτωντας «τον υποσυνείδητα αναρχικό» Jean-Marie Guyau (1824-1882), ο Kropotkin χαρακτήρισε την αναρχική ηθική ως «ένα πλεόνασμα ζωής, το οποίο απαιτεί να εξασκηθεί, να δώσει στον εαυτό του… την συνειδητότητα της εξουσίας». Συνέχισε: «Να είστε δυνατοί. Να ξεχειλίζετε με συναισθηματική και διανοητική ενέργεια, και θα απλώσετε την ευφυΐα σας, την αγάπη σας, η ενέργεια της δράσης σας θα απλωθεί ανάμεσα στους άλλους! Αυτό είναι στο οποίο καταλήγουν όλα τα ηθικά διδάγματα!». Σκιές από Friedrich Nietzsche; Ο Kropotkin παραθέτει ένα απόσπασμα από το Esquisse d’une morale sans obligation, ni sanction (1884) του Guyau που επίσης είναι επηρεασμένο από την έννοια του «υπερανθρώπου» του Nietzsche και την σχετική ιδέα για πέρασμα «πέρα από το καλό και το κακό» – μια ενδιαφέρουσα συμβολή, τουλάχιστον, με δεδομένη το χρέος του μεταδομισμού προς τον Γερμανό φιλόσοφο. Πιο συγκεκριμένα, το υποκείμενο του Kropotkin, που ασκεί εξουσία με το να διαμορφώνει τις δικές του αξίες σύμφωνα με ένα «πλεόνασμα» ζωής, είναι αντιθετικός ως προς τον ισχυρισμό του May σχετικά με τον «κλασικό» αναρχισμό: «η ανθρώπινη ουσία είναι καλή ουσία, που οι σχέσεις εξουσίας καταπιέζουν και αρνούνται». Ο Kropotkin, αντίθετα από τον May, ενσωματώνει την εξουσία στο υποκείμενο και διαμορφώνει την απελευθέρωση αυτής της εξουσίας πάνω στην ηθική ως το δείκτη της κοινωνικής απαελευθέρωσης, προβλέποντας πως θα γεννήσει τόσο «αντικοινωνική» (που προκαλεί διάλογο) όσο και «κοινωνική» ( κοινωνικά αποδεκτή) συμπεριφορά στη πορεία.

Πράγματι, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί πως η εξουσία του αναρχικού υποκειμένου, που είναι χωροθετημένη κοινωνικά, δεν είναι αντιδραστική· είναι παραγωγική. Ο Kropotkin θέλει η εξουσία να «ξεχειλίζει»· είναι απαραίτητο αν είναι να υλοποιηθεί μια ελεύθερη κοινωνική τάξη. Βρίσκουμε την ίδια θέση να εκφράζεται από τον Michael Bakunin (1846-1881), ο αναρχικός που έμεινε στην ιστορία λέγοντας «η καταστροφική ορμή είναι επίσης δημιουργική ορμή», στις σκέψεις του πάνω στην ελευθερία και την ισότητα:

«Είμαι ελεύθερος μόνο όταν όλα τα ανθρώπινα όντα που με περιβάλλουν – άνδρες και γυναίκες εξίσου – είναι το ίδιο ελεύθερα. Η ελευθερία των άλλων, απέχει από το να περιορίζει ή να ακυρώνει την ελευθερία μου, είναι το αντίθετο η αναγκαία συνθήκη και επιβεβαίωση της. Γίνομαι ελεύθερος με την πραγματική έννοια μόνο με την ελευθερία των άλλων, τόσο που όσο μεγαλύτερος ο αριθμός των ελεύθερων ανθρώπων που με περιβάλλουν, όσο βαθύτερη και μεγαλύτερη και πιο ευρεία είναι η ελευθερία τους, τόσο βαθύτερη και μεγαλύτερη γίνεται η ελευθερία μου».

Η αναρχική κοινωνική θεωρία εξελίσσεται μέσα από αυτή την οπτική. Ο Bakunin συνεχίζει θεωρητικοποιώντας την ανάγκη της κοινωνικοποίησης της ιδιοκτησίας στο όνομα της ατομικής ελευθερίας. Απορρίπτοντας τόσο τον κρατικά ρυθμισμένο σοσιαλισμό και το καπιταλισμό, διακηρύσσει, «Είμαστε πεπεισμένοι πως η ελευθερία δίχως σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία, και πως ο σοσιαλισμός δίχως ελευθερία είναι σκλαβιά και βαρβαρότητα». Ο Kropotkin παρομοίως μίλησε για την ανάγκη της κοινωνικοποίησης της ιδιοκτησία, ενώ ο Pierre Joseph Proudhon (1809-1864), υπερασπίστηκε την ιδιωτική ιδιοκτησία σε μικρή κλίμακα με την προϋπόθεση του να μη γίνει ποτέ όργανο κυριαρχίας.

Ξανά, η θεωρία μετριάζει τους χαρακτηρισμούς των μεταδομιστών αναρχικών. Στο «Anarchists and the Politics of Resentment», ο Saul Newman αναφέρει πως ο «κλασικός» αναρχισμός υποθέτει πως «η κοινωνία και οι καθημερινές μας δράσεις, αν και καταπιέζονται από την εξουσία, είναι οντολογικά διακριτές από αυτή». Αν όμως η εξουσία είναι ξεχωριστή από την κοινωνία, γιατί έχει αφιερωθεί τόσο πολύ θεωρία στις κοινωνικές συνθήκες μέσα από τις οποίες μπορεί να υλοποιηθεί η ελευθεριακή εξουσία; Οι μεταδομιστές αναρχικοί δεν έχουν αναγνωρίσει, πόσο μάλλον, ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα.

Πως εξηγούμε το «κλασικό» τυφλό σημείο στο οπτικό τους πεδίο; Υποθέτω πως αυτό προέρχεται από μια συγκεκριμένη γενεαλογία.  Όπως αναφέρει ο Jonathan Purkis, στη δεκαετία του 1960 οι βασικοί θεωρητικοί του μεταδομισμού προήλθαν από και αντιδρούσαν στη ριζοσπαστική πτέρυγα ενός κινήματος δομισμού που κυριαρχούνταν από το μαρξισμό. Έχοντας υιοθετήσει την δομιστική κριτική του υποκειμένου του Διαφωτισμού ως μοναδική και απόλυτη, στη συνέχεια απέρριψαν την μαρξιστική ιεραρχία των κοινωνικών δυνάμεων που καθόριζαν, στην τελευταία περίπτωση, το σχηματισμό του υποκειμένου. Επιδιώκοντας να αναπτύξουν μια πιο δυναμική αντίληψη του αποκεντρωμένου υποκειμένου ενώ εμβάθυναν την κριτική τους στον απολυταρχισμό σε όλες του τις μορφές, οι μεταδομιστές βασίστηκαν στη πρώτη περίπτωση στον Nietzsche, ως την λιγότερο μελετημένη εναλλακτική του Marx. Ο αναρχισμός, φαίνεται, ποτέ δεν έδειξε τον εαυτό του στον πολιτικό ορίζοντα. Ίσως αυτό μπορεί να αποδοθεί στην επίμονη παρανόηση του αναρχικού υποκειμένου ως μιας ακόμη παραλλαγής του ανθρωπιστικού ατόμου, αυτόνομο από τις κοινωνικές δυνάμεις, στα οποία επιτίθεται ο δομισμός. Αυτή, τελικά, ήταν η κατηγορία που ανέπτυξαν ο Marx και ο Engels στις πολεμικές τους κατά των αναρχικών της εποχής τους – κυρίως του Max Stirner (1806-1856) και του Bakunin. Είναι ειρωνικό πραγματικά, έτσι, να συναντάμε τον ίδιο ισχυρισμό να χρησιμοποιείται μετά από 150 χρόνια μετά από μεταδομιστές αναρχικούς.

Όπως και αν έχει, ο «κλασικός» αναρχισμός μας προσφέρει κάποιες υποσχόμενες οδούς για εξερεύνηση, όπως αποκαλύπτει μια σύντομη εξέταση της αναρχικής θεωρίας και πρακτικής στη Μόσχα στη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης (1917-1921). Από την ίδρυση της μέχρι το πρόωρο τέλος της, η αιχμή της αναρχικής δραστηριότητας στη Ρωσία ήταν η Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων της Μόσχας. Η Ομοσπονδία δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 1917 μετά την παραίτηση του τσάρου και τελικά διαλύθηκε περίπου το 1919 λόγω των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων (επιδρομές, συλλήψεις, κλπ) από την κομμουνιστική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Lenin. Στην διάρκεια της σύντομης ύπαρξης της, ο γραμματέας της Ομοσπονδίας, Lev Chernyi, ήταν ο βασικός θεωρητικός της οργάνωσης. Ο Chernyi ανέπτυξε έναν «αντικοινωνικό» αναρχισμό βασισμένο στο αντικρατικό μανιφέστο του Max Stirner, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του (1848), και η δική του εκδοχή του αναρχισμού επίσης αναλύονταν στην εφημερίδα της Ομοσπονδίας, Anarkhiiai. Με δεδομένη τη σπουδαιότητα του για πολλούς στην Ομοσπονδία, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του, του Stirner αξίζει προσεκτική ανάγνωση.

Η θέση του Stirner είναι πως η αναρχική χειραφέτηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν όλες οι κατά συρροή υποταγές σε μεταφυσικές έννοιες και κοινωνικές νόρμες τελείωναν και κάθε μοναδικό άτομο γινόταν εγωιστικό – δηλαδή, αυτοπροσδιοριζόμενο και παραγωγό αξίας. Ο αντικρατισμός έλεγε ο Stirner, ήταν μια αναπόφευκτη όψη του εγωισμού επειδή όταν το άτομο επιτύγχανε «αυτοπραγμάτωση της αξίας από το ίδιο» αναπόφευκτα έφτανε σε «αυτοεπίγνωση ενάντια στο κράτος» και τους καταπιεστικούς του νόμους και κανονισμούς. Η ποινικοποίηση των παράνομων της κοινωνίας ήταν η κρατική απάντηση σε εκείνους που έθεταν τις επιθυμίες τους πάνω από την κύρωση της ηθικής, του νόμου, και των απολυταρχικών μορφών εξουσίας. Κάθε κρατικός σχηματισμός – μοναρχικός, δημοκρατικός, σοσιαλιστικός ή κομμουνιστικός – απαιτεί υποταγή σε αφηρημένες αρχές σε μια προσπάθεια να ασκηθεί εξουσία πάνω στο υποκείμενο. Ο Stirner έγραψε:

«Η πολιτική ελευθερία σημαίνει πως η πόλις, το κράτος, είναι ελεύθερα· η ελευθερία της θρησκείας σημαίνει πως η θρησκεία είναι ελεύθερη, όπως η ελευθερία της συνείδησης σημαίνει πως η συνείδηση είναι ελεύθερη· έτσι, λοιπόν όχι πως είμαι ελεύθερος από το κράτος, από τη θρησκεία, από συνείδηση, ή πως μπορώ να τα ξεφορτωθώ. Δεν σημαίνει η ελευθερία μου, αλλά την ελευθερία μιας εξουσίας που με κυβερνά και με υποτάσσει· σημαίνει πως ένας από τους δεσπότες μου, όπως το κράτος, η θρησκεία, η συνείδηση, είναι ελεύθερος».

Ο Stirner πίστευε πως μια αναρχική κοινωνική τάξη θα βασίζονταν στις εθελοντικές συνεργασίες («ενώσεις») «εγωιστών» που δρουν συνεργατικά. Αναφορικά με την Ομοσπονδία υπό αυτή την οπτική, μπορούμε να αρχίσουμε σημειώνοντας πως αναπτύχθηκε φέρνοντας μαζί διαφορετικές ομάδες για να «ενωθούν» πάνω στη βάση μιας κοινής εγκληματικότητας. Η έδρα της, «Ο Οίκος της Αναρχίας», ήταν η παλιά αστική Λέσχη Εμπόρων, «κατασχεμένη» και κοινοβιοποιημένη το Μάρτιο του 1917. Από εκεί επεκτάθηκε αυθόρμητα καθώς οι αναρχικοί οργανώθηκαν σε λέσχες, εντάχθηκαν στην Ομοσπονδία και άρχισαν να συμβάλλουν στην συλλογική ευημερία. Διευρύνοντας την αμοιβαία βοήθεια μέσα στην Ομοσπονδία, αποσπάσματα της «Μαύρης Φρουράς» συνέχισε να κάνει οικειοποιήσεις – καταλήψεις κτιρίων κυρίως – την άνοιξη του 1918. Τον Απρίλιο του 1918, αυτές οι δραστηριότητες θα αποτελούσαν δικαιολογία για τη κομμουνιστική κυβέρνηση του Lenin να κάνει μια σειρά από επιδρομές εναντίον της Ομοσπονδίας. Ο επίσημος στόχος ήταν να συλλάβουν «συμμορίες ληστών» μεταξύ των αναρχικών γραμμών – μια επιβεβαίωση της εξουσίας του κομμουνιστικού κράτους πάνω  στην αναρχική άμεση δράση – αλλά οι αρχές γρήγορα επεκτάθηκαν το φάσμα της παρανομίας, ανακοινώνοντας πως «ολόκληρες αντεπαναστατικές ομάδες»  είχαν ενταχθεί στην Ομοσπονδία με σκοπό «κάποια μυστική δράση εναντίον στην Σοβιετική [κρατική] εξουσία». Ακολουθώντας αυτή τη λογική, η καταστροφή της οργανωτικής δομής των πιο αποφασισμένων αντιπάλων του κράτους «απλά συνέβη» να πάει χέρι με χέρι με την επιβολή του νόμου. Από μια αναρχική οπτική, φυσικά, οι επιδρομές ισοδυναμούσαν στην «άσκηση» ελευθερίας, για να παραφράσω τους συντάκτες  της αναρχικής Burevestnik. Φυσικά υπογράμμισαν την έντονη αντίθεση μεταξύ της αναρχικής άσκησης της κοινωνικής εξουσίας και της κρατικής εξουσίας με την μαρξιστική μεταμφίεση της. Μετά την επίθεση στη Μόσχα και παρόμοιες επιδρομές στην Αγία Πετρούπολη, η νομιμότητα της αναρχικής δραστηριότητας ήταν αντικείμενο των καπρίτσιων της κρατικής αστυνομίας και της Τσέκα. Η ποινικοποίηση ουσιαστικά έφερε το τέλος του αναρχισμού ως φανερού κινήματος μέσα στις περιοχές που ελέγχονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, και η τελευταία περίπτωση ελευθεριακά εμπνευσμένης αντίστασης το Μάρτιο του 1921 – μια εξέγερση εργατών, στρατιωτών και ναυτών στο Ναυτικό Οχυρό της Κροστάνδης – θα καταστέλλονταν σε «ένα όργιο αίματος».

Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του ξεχώρισε το προλεταριάτο – τα «ασταθή, ανήσυχα, μεταβλητά» άτομα που δεν χρωστούν τίποτα στο κράτος και στο καπιταλισμό – ως το ένα κομμάτι της κοινωνίας ικανό για αλληλεγγύη με εκείνους τους «διανοούμενους αλήτες» που προσέγγισαν την συνθήκη του αναρχικού εγωισμού. Η απελευθέρωση του προλεταριάτου δεν βρίσκεται στην συνείδηση των ίδιων ως τάξη, όπως ισχυρίζονταν ο Marx. Θα έρχονταν μόνο αν οι εργάτες αγκάλιαζαν την εγωιστική νοοτροπία του «αλήτη» και να αποβάλλουν τις κοινωνικές και ηθικές συμβάσεις που τους υποδούλωναν σε μια εκμεταλλευτική τάξη. Μόλις ο αγώνας για μια νέα, ακρατική τάξη ξεκινούσε, το μέγεθος της εργατικής τάξης εγγυόνταν την ήττα της αστικής.  «Αν η εργατική τάξη γίνει ελεύθερη», καταλήγει ο Stirner, «το κράτος είναι χαμένο».

Αυτός ο ταξικός προσανατολισμός φαίνονταν στην σύνθεση των λεσχών και των κοινοτήτων της Ομοσπονδίας, οι περισσότερες από τις οποίες εντοπίζονταν στις εργατικές περιοχές της Μόσχας. Πράγματι, η εννοιολογικοποίηση της ελεύθερης ατομικότητας της Ομοσπονδίας βασίζονταν στην ταξική θεωρία του Stirner (ένα θέμα που παραγκωνίζεται σε μεγάλο μέρος της μεταδομιστικής σκέψης). Μεταξύ των αναρχικών της Μόσχας, οι A.L. και V.L. Gordin διακρίθηκαν υπό αυτή την άποψη. Οι Gordin ήταν αρχι-υλιστές που έλεγαν πως η θρησκεία και η επιστήμη ήταν κοινωνικές δημιουργίες, όχι αιώνιες αλήθειες. Το Manifest Panarkhistov (Παναναρχικό Μανιφέστο), μια συλλογή που εκδόθηκε το 1918, άνοιγε με την ακόλουθη διακήρυξη:

«Η εξουσία του ουρανού και η εξουσία της φύσης – άγγελοι, διάβολοι, μόρια, άτομα, αιθέρας, οι νόμοι του Θεού και οι νόμοι ης Φύσης, δυνάμεις, η επιρροή του ενός σώματος πάνω στο άλλο – όλα αυτά είναι επινοημένα, μορφοποιημένα, δημιουργημένα από την κοινωνία».

Εδώ οι Gordin άντλησαν από τον Stirner, που καταδίκαζε τη μεταφυσική και απέρριπτε την ιδέα της απόλυτης αλήθειας ως μια χίμαιρα. Ο Stirner είπε πως η μεταφυσική σκέψη που στηρίζει τη θρησκεία και τις έννοιες της απόλυτης αλήθειας που δομούσαν ένα ευρύ φάσμα θεωριών αποτελούσαν τη βάση για την ιεραρχική διαίρεση της κοινωνίας σε εκείνους με γνώση και σε εκείνους δίχως γνώση. Από εδώ προκύπτει μια ολόκληρη σειρά οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων, όπου όλες τους είναι αντίθετες με τον αναρχικό εγωισμό. Ο εγωιστής, απαντούσε, δεν αναγνώριζε μεταφυσικά βασίλεια ή απόλυτες αλήθειες ξεχωριστές από την εμπειρία· η «γνώση», έτσι, άλλαζε πάντα και διέφερε από άτομο σε άτομο. Οι Gordin συμφωνούσαν, λέγοντας πως η ατομιστική «επινοητικότητα» της εργατικής τάξης αποτελούσε μια οξεία αντίθεση με την ‘αφηρημένη λογική» της αστικής τάξης και της «εγκληματικής αποκτήνωσης» του ατόμου.

Ο Stirner επίσης χάραξε διακρίσεις μεταξύ εξέγερσης και επανάστασης, εξηγώντας πως ενώ οι επαναστάσεις απλά άλλαζαν το ποιος είναι στην εξουσία, η εξέγερση σηματοδοτούσε μια άρνηση υποταγής και μια αποφασιστικότητα για την επιβολή εγωισμού επανειλημμένα πάνω στην αφηρημένη εξουσία, ως μια αναρχική κατάσταση ύπαρξης. «Ο εξεγερμένος», έγραψε ο Stirner, «μοχθεί να είναι ασύντακτος», μια έκφραση που το πρόγραμμα της Ομοσπονδίας της Μόσχας έθεσε σε πράξη. Αυτόνομη αυτοκυβέρνηση, εθελοντική ομοσπονδία, την εξάπλωση της εξουσίας οριζόντια – αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης της. Ως αποτέλεσμα, όποτε η Ομοσπονδία είχε επιρροή, η εξουσία παρέμενε ρευστή, αδέσμευτη από κεντρική εξουσία, και πάντοτε δημιουργική στις εκφράσεις της.

Δεν είναι έκπληξη πως οι ερωτευμένοι με το κράτος κομμουνιστές αισθάνονταν υποχρεωμένοι να την ξεριζώσουν. Έβλεπαν τους εαυτούς τους ως την εμπροσθοφυλακή  θεματοφυλάκων του προλεταριάτου, χτίζοντας σοσιαλισμό με την διαμόρφωση των μαζών κάτω από την αιγίδα της κρατικής δικτατορίας. Όπως είπε ο Lenin στη διάρκεια της επίθεσης στη Κροστάνδη:

«Ο μαρξισμός διδάσκει… πως μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλαδή, το Κομμουνιστικό Κόμμα, είναι ικανό να ενώσει, εκπαιδεύσει, και οργανώσει μια πρωτοπορία του προλεταριάτου και ολόκληρης της μάζας των εργαζόμενων ανθρώπων… και καθοδήγησης όλων των ενωμένων δραστηριοτήτων ολόκληρου του προλεταριάτου, δηλαδή, της καθοδήγησης του πολιτικά, και μέσα από αυτό, ολόκληρης της μάζας των εργαζόμενων»

Πάντοτε σε επιφυλακή, η ¨διδακτορία του προλεταριάτου» δημιουργήθηκε για να πολεμήσει την «αναπόφευκτη μικροαστική αναποφασιστικότητα αυτής της μάζας» προς τον αναρχισμό στη διάρκεια του αρχικού επαναστατικού ξεσηκωμού και για να δημιουργήσει ένα σοσιαλιστικό κράτος στον επίλογο της. Το «πρακτικό έργο χτισίματος νέων μορφών οικονομίας» απαιτεί κράτος, εξηγούσε ο Lenin, επειδή οποιοσδήποτε και οποτεδήποτε «η μικροαστική αναρχία» σήκωνε το κεφάλι του, «η σιδερένια εξουσία που είναι επαναστατικά τολμηρή, γρήγορη και ανελέητη» πρέπει να την καταστείλει. Και την κατέστειλε όντως.

Συμπληρώνοντας την  δύναμη του κοινωνικού εξεγερτισμού, ο στιρνερικός εγωισμός επίσης ζητά την ψυχολογική ενδυνάμωση μέσα από την καλλιέργεια μιας κριτικής συνείδησης που θα μπορούσε, μεταφορικά, να καταβροχθίσει την καταπίεση. Στο Εκείνος και η Ιδιοκτησία του, ο Stirner θεωρούσε την πίστη σε ένα υπερβατικό αμετάβλητο εγώ να είναι μια αποξενωτική μορφή αυτοκαταπίεσης. Ο ελευθεριακός «εγωισμός», έγραψε ο Stirner, «δεν είναι πως το εγώ είναι όλα, αλλά το εγώ καταστρέφει τα πάντα. Μόνο το αυτοδιαλυόμενο εγώ… το πεπερασμένο εγώ, είναι πραγματικά Εγώ. [Ο φιλόσοφος] Fichte μιλά για το «απόλυτο» εγώ, αλλά εγώ μιλώ για εμένα, το μεταβατικό εγώ». Όπως και ο ηθικός αναρχικός του Kropotkin, η «ελεύθερη, ανυπόταχτη αισθητικότητα» του χειραφετημένου εγωιστή ξεχείλιζε με ιδέες – «Δεν είμαι παρά μια απλή σκέψη αλλά την ίδια στιγμή είμαι γεμάτος ιδέες» – μια γόνιμη πολλαπλότητα που αψηφούσε τα απόλυτα. Ο Stirner χαρακτήριζε την εσωτερίκευση της απολυταρχικής ψυχολογίας ως ένα τρόπο αυτό-λήθης, μια επιθυμία να ξεφύγεια από το σωματικό που βρήκε την απόλυτη έκφραση στις εξώκοσμες ψευδαισθήσεις αθανασίας που περιγράφονται από το Χριστιανισμό. Το απελευθερωμένο εγώ, από την άλλη, δεν θα υπέτασσε ποτέ τον εαυτό του σε μια αφηρημένη αλήθεια επειδή  είχε συνείδηση της περατότητας του και κέρδιζε δύναμη από αυτή τη γνώση. Ο Stirner πίστευε:

«Η απόλυτη σκέψη είναι εκείνη η σκέψη που ξεχνά πως είναι η σκέψη μου, πως εγώ σκέφτομαι, και πως υπάρχει μόνο μέσα από εμένα. Αλλά εγώ, καθώς εγώ, καταπίνω ξανά αυτό που είναι δικό μου, είμαι ο κύριος της· είναι μόνο η γνώμη μου που μπορώ να αλλάξω ανά πάσα στιγμή, δηλαδή, να εξολοθρεύσω, να πάρω πίσω μέσα σε εμένα, και να καταναλώσω»

Οι καταναλωτικές παρορμήσεις του απελευθερωμένου εγωισμού δεν άφησε τίποτα το ιερό. Όπως το έθεσε ο Stirner, «δεν υπάρχει ούτε μια αλήθεια, ούτε δίκιο, ούτε ελευθερία, ανθρωπότητα, κλπ., που να έχει σταθερότητα μπροστά μου, και στην οποία υποβάλλω τον εαυτό μου. Είναι λέξεις, τίποτα άλλο παρά λέξεις». Καταλήγει:

«Είμαι ο ιδιοκτήτης της δύναμής μου και είμαι έτσι όταν ξέρω τον εαυτό μου ως μοναδικό. Στο μοναδικό ένα ο ίδιος ο ιδιοκτήτης επιστρέφει στο δημιουργικό του τίποτα, από το οποίο γεννήθηκε. Κάθε ανώτερη ουσία από πάνω μου, είτε είναι ο Θεός, είτε είναι άνθρωπος, αποδυναμώνει την μοναδικότητα μου, και ξεθωριάζει μπροστά από τον ήλιο αυτής της επίγνωσης. Αν νοιάζομαι για εμένα για τον εαυτό μου, το μοναδικό ένα, τότε το ενδιαφέρον μου βασίζεται πάνω στο μεταβατικό του δημιουργό, που καταναλώνει τον εαυτό του, και μπορώ να πω: έχω θέσει τον εαυτό μου στο τίποτα».

Η ενασχόληση του ρωσικού αναρχισμού με τις ψυχολογικές διαστάσεις της θεωρίας του Stirner έχει καταγραφεί ελάχιστα, και τα ιστορικά και θεωρητικά νήματα είναι πολύ πολύπλοκα για να ανακεφαλαιωθούν εδώ. Για τώρα αρκεί να σημειώσουμε πως στη διάρκεια των τελευταίων προσπαθειών κινημάτων για εξουσία τον Μάρτιο του 1921, οι επαναστάτες στη Κροστάνδη έβγαλαν δυο ανακοινώσεις, «Γιατί Πολεμάμε» και «Σοσιαλισμός σε Εισαγωγικά», διαμαρτυρόμενοι όχι μόνο ενάντια στην οικονομική και πολιτική καταπίεση, αλλά επίσης εναντίον «του ηθικού καταναγκασμού που ξεκίνησαν οι Κομμουνιστές», καθώς «έβαλαν τα χέρια τους πάνω στον εσωτερικό κόσμο των εργατών, αναγκάζοντάς τους να σκεφτούν με τον κομμουνιστικό τρόπο». Ενώ μεγάλωνε η κρατική εξουσία:

«Η ζωή του πολίτη έγινε απελπιστικά μονότονη και ρουτίνα. Ζούσε σύμφωνα με χρονοδιαγράμματα δημιουργημένα από δυνάμεις που υπάρχουν. Αντί της ελεύθερης ανάπτυξης της ατομικής προσωπικότητας και μιας ζωής ελεύθερης εργασίας, προέκυψε μια αναπάντεχη και δίχως προηγούμενο σκλαβιά…. Αυτή είναι η λάμψη του βασιλείου του σοσιαλισμού στο οποίο μας έφερε η δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος».

Η αναρχική δραστηριότητα ήταν απειλή για το καθεστώς επειδή η ελευθερία ήταν και είναι, η ουσία της.

Για να ολοκληρώσω, η ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης το κάνει απόλυτα ξεκάθαρο πως ο «κλασικός» αναρχισμός έχει μια θετική θεωρία της εξουσίας. Όχι μόνο πως, προσφέρει μια εναλλακτική βάση για θεωρητικοποιήση των κοινωνικών συνθηκών της ελευθερίας και μια κριτική κατανόηση της εξουσίας με μια διαδικασία αυτό-διερεύνησης και αυτό-υπέρβασης που είναι πλουραλιστική, ατομιστική, υλιστική, και κοινωνική. Τέλος, έχει το πλεονέκτημα ενός ιστορικού ρεκόρ: αυτή η θεωρία έχει τεθεί σε εφαρμογή , μερικές φορές σε μαζική κλίμακα.

Πιθανώς, έτσι, οι σύγχρονοι ριζοσπάστες να είναι καλύτερο να χρησιμοποιούν τον κλασικό αναρχισμό για να διερευνούν τον μεταδομισμό, παρά το αντίθετο. Όπως είναι, η συνεχής αναπαραγωγή των αναληθών χαρακτηρισμών του May σε μια προσπάθεια να θεωρητικοποιήσει «πέρα» από τον αναρχισμό έχει απλά δημιουργήσει ψεύτικο θεό με τη μορφή ονόματος, μεταδομισμός, με το τίμημα της αποσιώπησης του ίδιου του αντικειμένου

Πανεπιστήμιο της Βικτόρια, Καναδάς.

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση SubStance 36(2). Ο Allan Antliff είναι αναρχικός ακτιβιστής, κριτικός τέχνης, συγγραφέας, ιδρυτικό μέλος του Αναρχικού Ελεύθερου Σχολείου του Τορόντο και διευθυντής του Αναρχικού Αρχείου του Πανεπιστημίου της Βικτώριας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Πηγή:geniusloci

 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*