Aπόλαυση, αλήθεια και η ψύχωση του Βιντγκενστάιν: Διαβάζοντας το 17ο σεμινάριο του Λακάν

Για την καλύτερη κατανόηση αυτού του γραπτού θα είναι χρήσιμο να διαβαστούν και τα δύο άλλα κείμενα της ομάδας lustprinzip:

https://bestimmung.blogspot.com/2020/07/blog-post.html 

https://bestimmung.blogspot.com/2020/07/o-k-17-lacan.html 

Τιτλοφορήσαμε αυτές τις σημειώσεις για την τέταρτη παράδοση του 17ου σεμιναρίου του Λακάν με μια μικρή παραλλαγή του τίτλου που της έχει επίσημα αποδοθεί. Ο τελευταίος είναι «αλήθεια αδερφή της απόλαυσης». Εμείς βέβαια αντιστρέψαμε τη σειρά των σημαινόντων και προσθέσαμε σε αυτόν μια αναφορά στον πολύ ενδιαφέρον σχολιασμό της φιλοσοφίας του Βιτγκενστάιν που επιχειρεί ο Λακάν σε αυτό το σεμινάριο. Αυτό το παιχνίδι με τα σημαίνοντα δεν έχει κάποιο άλλο στόχο πέρα απ’ την αισθητική υπεραπόλαυση που παίρνουμε ως μια ηδονιστική ομάδα ανάγνωσης. Μας αρέσει η απόλαυση να έχει μια πρωτοκαθεδρία στον τίτλο, αποδεχόμενα και τον πόνο με τον οποίο συνδέεται αναπόφευκτα.

Γυναίκες, αλήθεια και επανάσταση

Το σεμινάριο αρχίζει με μια κεντρικοποίηση της σημασίας της αντιστροφής. Εστιάζει ο Λακάν πλέον στo λόγο του αναλυτη σε αντιδιαστολή με το λόγο του πανεπιστημίου από την αρχή της ομιλίας του. Λέει ότι ο ψυχαναλυτικός λόγος στο δομικό επίπεδο ολοκληρώνει την περιστροφή των άλλων τριών, δλδ τη μετατόπιση κατά ένα τεταρτημόριο κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού μέχρι που συμπληρώνονται 360°. Είναι λοιπόν το αντίστροφο του λόγου που θεμελιώνει τον κοινωνικό δεσμό και είναι η βάση σχηματισμού των άλλων, του λόγου του κυρίου. Ο Λακάν διευκρινίζει ότι η αντιστροφή δεν είναι λύση, δεν εξηγεί κάτι, αλλά είναι μια πλοκή, ένας ιστός που συγκροτεί κάτι μη-όλο, που δείχνει ότι η ολότητα που επιδιώκει να συγκροτήσει κάθε λόγος μέσα στο κοινωνικό δεσμό αυτοαναιρείται, συνεχίζοντας την κριτική στην αυταπάτη της εγελιανής ολοποίησης. Όμως παρατηρεί ότι το σημαίνον envers συνηχεί εν μέρει με το σημαίνον veritè. Η αλήθεια βρίσκεται δηλαδή, ανάποδα του κυρίου. Και έτσι διατυπώνει για άλλη μια φορά με αυτό τον τρόπο εδώ την κλινική του θέση για τη ψυχανάλυση, ότι δεν είναι θεραπεία και επίλυση, αλλά είναι η γνώση μιας αλήθειας του ασυνειδήτου που βρίσκεται μεν ανάποδα από την απαγόρευση του Νόμου και περιλαμβάνει και ότι απωθείται από αυτόν, αλλά δεν καταργεί το νόμο. Εγκαθιδρύει στη θέση του ένα νέο, με τη μορφή ενός νέου κύριου σημαίνοντος, ενός νέου λόγου κυρίου, με τρόπο που ανακουφίζει πιθανώς το υποκείμενο επιτρέποντας του να ευχαριστιέται περισσότερο και να υποφέρει λιγότερο. Η κύρια θέση του Λακάν στο επίπεδο της συγγραφικής προθεσης παραμένει κάπως συντηρητική στο πολιτικό επίπεδο, καθώς συνδιαλεγεται με τις ριζοσπαστικές κριτικές στην κυριαρχία και στον αυταρχισμό της νέας αριστεράς και των φοιτητικών κινημάτων, όμως μάλλον τείνει να θεωρεί αδύνατη την πλήρη ανατροπή του κυρίαρχου και εφικτή μόνο την τροποποίηση του. Η ψυχανάλυση δεν έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει την εξουσία, όμως σε κλινικό επίπεδο δίνει την ικανότητα στο υποκείμενο να μιλήσει ελεύθερα και έτσι να μετασχηματίσει τους όρους και τη δυνατότητα συμμετοχής του σε αυτή. Όπως και στο Φουκό στη δίψα της γνώσης στον πρώτο τόμο της ιστορίας της σεξουαλικότητας το υποκείμενο δεν μπορεί να οριστεί διαχωρισμένα από την εξουσία και να υπάρξει πέρα ένα λόγο του Κυρίου. Υπ’ αυτή την έννοια ο Φουκό και ο Λακάν μοιράζονται κάποιες κοινές συντηρητικές στιγμές, φυσικά βέβαια οι δυνατότητες των κειμένων τους δεν περιορίζονται σε αυτές και μέσα από αυτά τα ίδια μπορεί να ασκηθεί ριζική κριτική σε αυτές τις στιγμές, αυτό είναι ένα θέμα που πιθανώς θα το αναπτύξουμε σε κάποιο άλλο γραπτό.

Σε μια αποστροφή του ο Λακάν κατηγορεί τις γυναίκες ψυχαναλύτριες για σύγχυση ανάμεσα στη αλήθεια της ανάλυσης και της επανάσταση, και παραπέμπει με ένα εγελιανό πάλι σχήμα στη σχέση της επανάστασης με την επαναφορά. Με μια αμφισημία δείχνει τη σχεση ανάμεσα στην πολιτική επανάσταση και στη ψυχαναλυτική αλήθεια ως ότι και οι δύο έχουν να κάνουν με την επιστροφή ενός απωθημένου. Είναι το μικρό αντικείμενο α της πρόσθετης απόλαυσης, της υπεραπόλαυσης (που στερεί η είσοδος του υποκειμένου στην τάξη της γλώσσας και ο απαγορευτικός νόμος που θεμελιώνει τον κοινωνικό δεσμό, το όνομα του πατρός) που μέσα στο λόγο του αναλυτή παίρνει τη θέση του δρώντος, αυτή που έχει ο Νόμος στο λόγο του κυρίου και δημιουργεί ένα κύριο σημαίνον, ένα νέο Νόμο που θεμελιώνει και οργανώνει τη δράση του υποκειμένου. Στη συνέχεια αναφέρεται στην έμφυλη διαφορά, η οποία δεν ανάγεται σε μια εξωγλωσσική βιολογική ανατομία στο λακάν, αλλά στην ίδια τη γλώσσα και στoν κοινωνικό δεσμό που συγκροτεί. Λέει: «ο άνδρας, το αρσενικό, το ανδροπρεπές έτσι όπως το γνωρίζουμε είναι ένα δημιούργημα λόγου». Ο άνδρας ορίζεται ως η θέση που συγκροτείται εντός του λόγου, εντός αυτού που μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, να ποσοτικοποιηθεί και να συμβολοποιηθεί ενώ η γυναίκα ορίζεται ως αυτό που είναι πέρα από αυτό που μπορεί να ειπωθεί, που είναι μόνο μερικώς εντός του λόγου και πάντα σε ένα βαθμό εκτός. Αν ο ανδρισμός συνιστά μια καθολική λειτουργία που τοποθετείται στην πρωταρχική απαγόρευση της αδιαμεσολάβητης ενότητας του έμβιου όντος με το αντικείμενο που θεμελιώνει η γλώσσα, δλδ τον ευνουχισμό, η γυναίκα είναι το μη όλο που δεν επιδέχεται απαγόρευση. Ο Λακάν συσχετίζει τον ενθουσιασμό των γυναικών για την αλήθεια, τη ρίγη που νιώθουν για αυτή, με το γεγονός ότι και η αλήθεια και η γυναίκα είναι μορφές του μη όλου αυτού που μπορεί να ενταχθεί μέσα στο λόγο μόνο εν μέρει, η αλήθεια είπαμε είναι πάντα μισοειπωμένη, λόγω του διχασμού του υποκειμένου ανάμεσα στον κόσμο της γλώσσας και το ανείπωτο που έρχεται πέρα από αυτή. Άλλωστε και στο βαθμό που η υστερία συνδέεται με τη θηλυκότητα αφορά την αναζήτηση την αλήθειας από ένα κύριο σημαίνον που θα προσφέρει τη γνώση, η οποία όμως ματαιώνεται επειδή τελικά η αλήθεια απουσιάζει σε αυτή τη γνώση του κυρίου. Εν τέλει επισημαίνεται ότι συμβάλλει στην ενδυνάμωση των γυναικών μαζί με την παθιασμένη αναζήτηση της ανείπωτης αλήθειας, να ανακτήσουν τον χώρο τους στο πεδίο που έχουν αποκλειστεί, αυτό της συμβολικής τάξης και του λόγου που έχει συγκροτηθεί ως ανδρικός. Είναι ένα σημείο που ανέπτυξαν ενάντια και στο Λακάν, ψυχαναλύτριες φεμινιστριες της γαλλικής θεωρίας όπως οι Λυς Ιριγκαρέ που μιλούσε για την προτεραιότητα συγκρότησης ενός γυναικείου συμβολικού απέναντι στο κυρίαρχο ανδροκρατικό/πατριαρχικό.

O Λακάν αναφέρει στη συνέχεια ένα στιγμιότυπο από το δικό του κλεμμένο γράμμα μετά, δλδ των φαινομενικά ασήμαντων και κατακερματισμένων συμβάντων της παιδικής ηλικίας που αποδεικνύονται κομβικά για την αλήθεια του υποκειμένού. Λέει την ιστορία για το πρώτο του ανάγνωσμα του που ήταν ένα μισοκομμένο κοτόπουλο και το συσχετίζει με το διχασμένο υποκείμενο, επισημαίνοντας ότι το πρώτο ανάγνωσμα μπορεί να είναι καθοριστικό με ένα τρόπο για τον αναγνώστη. Με ένα συνειρμικό τρόπο αναφέρεται στη δυσκολία να γνωρίσουμε την αλήθεια που κρύβεται με το να πιάσουμε ένα κοτόπουλο ρίχνοντας του αλάτι στην ουρά, δλδ στην κρυφή αποσιωπημένη πλευρά της ιστορίας. Ενώ εκτιμά τη μαθηματική τυποποίηση των αληθών και ψευδών προτάσεων από το Φρέγκε ή τη φαινομενολογική προσέγγιση του νοήματος, προσδιορίζει τη διαφορά της ψυχαναλυτικής οπτικής από αυτές στον κλινικό προσανατολισμό της που τη διαφοροποιεί εν γένει από τη φιλοσοφία, διευκρινίζοντας επίσης ότι από την πλευρά της ανάλυσης το νόημα και η αλήθεια είναι ιδιότητες των σημαινόντων και των σχέσεων μεταξύ τους και δε σχετίζεται με την εικόνα των αντικειμένων όπως σχηματίζεται στο φαντασιακό.

«Το περίεργο είναι πως συμπληρώνει τούτη την ένδειξη με την εξής, ότι ένα  όνειρο  μας  ξυπνάει  ακριβώς  τη  στιγμή  που  θα  μπορούσε  να  απελευθερώσει  την  αλήθεια,  κι  έτσι  ξυπνάμε  ώστε  να  συνεχίσουμε  να  ονειρευόμαστε-  να  ονειρευόμαστε  μέσα  στο  πραγματικό,  ή  για  να  είμαστε  πιο  ακριβείς,  μέσα στην πραγματικότητα. Όλο αυτό μας αφήνει κατάπληκτους. Μας καταπλήσσει λόγω μιας ορισμένης  έλλειψης  νοήματος,  όπου  η  αλήθεια,  σαν  το  χούι,  ξαναγυρίζει  καλπάζοντας και μάλιστα  με  τέτοιο  καλπασμό  που,  πριν  καλά  καλά περάσει από μπροστά μας, έχει ήδη φύγει από την άλλη πλευρά. Η απουσία που ανέφερα προηγουμένως προκάλεσε στα γαλλικά μια περίεργη  επιμόλυνση.  Εάν  πάρετε  το  sans  [χωρίς],  που  θεωρείται  ότι προέρχεται  από  το  λατινικό  sine,  κάτι  που  είναι  ελάχιστα  πιθανό  αφού  η  αρχική  του μορφή  ήταν  κάτι  σαν  senz,  αντιλαμβανόμαστε  πως  η  absentia,  στην αφαιρετική  πτιυση,  που  χρησιμοποιείται  σε  νομικά  κείμενα  και  από  την  οποία  προέρχεται  αυτός  ο  αλλοπρόσαλλος  όρος  που  είναι  το  sans,  αυτή  λοιπόν  τη λεξούλα, την έχουμε ήδη παρουσιάσει από την αρχή των όσων λέμε σήμερα. Και λοιπόν, τι; Senz και κατόπιν sans [et puis sans], μήπως φτάνουμε έτσι σε  μια  puissance  [δύναμη,  ισχύ]  -τελείως  διαφορετική  από  το  en  Puissance (δυνάμει),  μια  φαντασιακή  δυνητικότητα  που  δεν  συνιστά  παρά  δύναμη  απατηλή-  μάλλον  πρόκειται  για  το  είναι  που  ενυπάρχει  στο  νόημα,  το  οποίο  πρέπει να το εκλάβουμε σαν κάτι διαφορετικό από τη νοηματική πληρότητα, κάτι που μάλλον αντιστοιχεί σε ό,τι διαφεύγει από το είναι, όπως συμβαίνει στο ευφυολόγημα που δικαίως λέγεται λέξη πνευματώδης. Το ίδιο επίσης, όπως ξέρουμε, συμβαίνει πάντοτε με την πράξη acte].10 Με την πράξη, όποια κι αν είναι, το σημαντικό είναι αυτό που της διαφεύγει. Και  επίσης  εδώ  έγκειται  το  βήμα  που  έκανε  η  ψυχανάλυση,  με  την  εισαγωγή  της  παραπραξίας,  της  αποτυχημένης  πράξης,  η  οποία  τελικά  αποτελεί  Τη μόνη πράξη για την οποία ξέρουμε ότι σίγουρα είναι πάντα επιτυχημένη.” Υπεισέρχεται εδώ ένα ρητορικό σχήμα λιτότητας του οποίου προσπάθησα να αναδείξω τον τόνο και τη βαρύτητα μέσα από αυτό που ονομάζω το όχι-χωρίς  pas-sans     Το  άγχος  δεν  είναι  χωρίς  αντικείμενο.  Λεν είμαστε  χωρίς κάποια σχέση με την αλήθεια. Είναι άραγε σίγουρο πως την αλήθεια μπορούμε να την βρούμε intus, στο εσωτερικό;  Γιατί  όχι  παραπλεύρως;  Heimlich,  unheimlich  –  ο  καθένας,  μέσα  από  την  ανάγνωση  του  Φρόιντ,  συγκρότησε  την  αμφισημία  αυτού  του όρου, που ενώ δεν βρίσκεται στο εσωτερικό, υποβάλλει ωστόσο την ιδέα του, και υπογραμμίζει ακριβώς οτιδήποτε είναι της τάξεως του ανοίκειου. Ως προς αυτό, οι γλώσσες εμφανίζουν παράξενη ποικιλομορφία. Αντιληφθήκατε  ότι  στα  αγγλικά  το  homeliness  [οικείος]  σημαίνει  χωρίς περιστροφές; Και όμως είναι η ίδια λέξη με το Heimlichkeit, αλλά έχει μια άλλη απόχρωση. Για αυτό επίσης το γερμανικό sinnlos μεταφράζεται στα αγγλικά ως meaningless, δηλαδή με την ίδια λέξη που, ως μετάφραση του Unsinn, θα μας δώσει απερίσκεπτος. Ο καθένας γνωρίζει πως ο αμφίσημος χαρακτήρας των ετυμολογικών ριζών  στα  αγγλικά  προσφέρεται  σε  ιδιαίτερες  αποκλίσεις.  Αντίθετα,  κατά περίεργο  και  σχεδόν  μοναδικό  τρόπο,  η  αγγλική  γλώσσα  το  χωρίς  θα  το πει without -μαζί όντας έξω. Η αλήθεια δείχνει όντως να μας είναι ξένη, εννοώ η δική μας αλήθεια. Είναι μαζί μας, ίσως, αλλά δίχως να μας αφορά τόσο όσο ισχυρίζονται κάποιοι. Ό,τι μπορούμε να πούμε, είναι αυτό που έλεγα προηγουμένως, ότι δεν είμαστε  χωρίς  αυτήν. Σχήμα  λιτότητας,  εν  ολίγοις,  αφού  αν  και  είμαστε  μέσα στην εμβέλειά της, ευχαρίστως θα την προσπερνούσαμε. Περνάμε   από   το   χωρίς   στο   όχι-χωρίς,   και   από   εκεί   στο χωρίς πέρασε.»

Στην ανάλυση μεγάλη σημασία έχει η ομοηχία σημαινόντων. Εδώ βλέπουμε την αλυσίδα που συγκροτούν αυτά που συνηχούν όπως η λέξη (sense) νόημα με το χωρίς (sans) στη γαλλική γλώσσα που εν συνεχεία συσχετίζονται με την ισχύ (puissanse) και την απουσία (absense). Η αλήθεια αντίστοιχα είναι σε αυτό που απουσιάζει και χάνεται, σε αυτό που διαφεύγει της προσοχής αλλά εμμένει, είναι η πράξη που αποτυγχάνει ,το κατά λάθος που είναι κατ’ αλήθειαν τελικά και λειτουργεί αποκαλυπτικά. Μια βασική ψυχαναλυτική έννοια είναι αυτή της παραπραξίας, δηλαδή μια σειρά πράξεων που φαινομενικά γίνονται χωρίς ή και ενάντια στην πρόθεση του υποκειμένου και φανερώνει την επιμονή μια ασυνείδητης επιθυμίας. H σχέση μεταξύ των σημαινόντων και της ομοηχείας τους στο Λακάν δεν περιορίζονται σε μία γλώσσα, αλλά αφορά το πλήθος γλωσσικών συστημάτων με τα οποία έρχεται σε επαφή το υποκείμενο. Καταλήγει λοιπόν στο παράδειγμα του αγγλικού without για να μιλήσει για τις ιδιότητες της αλήθειας του ασυνειδήτου μας, που είναι πάντα μαζί μας, μας συνοδεύει, και ταυτόχρονα μας διαφεύγει και δεν την αναγνωρίζουμε.

  Λακάν και Βιντγκενστάιν

«Πρόκειται για κάποιον ονόματι Βίτγκενσταϊν που, μπορώ να πω, διαβάζεται εύκολα. Σίγουρα. Προσπαθήστε. Αυτό απαιτεί να περιοριστείτε στην περιδιάβαση ενός κόσμου – που είναι  αυστηρά  ο  κόσμος  μιας  συλλογιστικής,  χωρίς  να  αναζητάτε  κανέναν  καρπό,  πράγμα  που  αποτελεί  μια  κακή  σας  συνήθεια.  Επιμένετε  να  συλλέγετε Τα μήλα κάτω από μια μηλιά, ακόμη κι αν τα μαζεύετε από χάμω. Από το να μη μαζέψετε καθόλου μήλα οτιδήποτε άλλο είναι προτιμότερο για σας. Η παραμονή, για κάποιο διάστημα, κάτω από τούτη τη μηλιά, της οποίας τα  κλαδιά,  σας  διαβεβαιώνω,  είναι  σε  θέση  να  ελκύσουν  αμέριστη  την  προσοχή  σας,  αρκεί  να  υποβάλλετε  λιγάκι  τον  εαυτό  σας  σ’  αυτή  την  υποχρέωση,  θα  έχει  ωστόσο  ως  χαρακτηριστικό  στοιχείο  ότι  δεν  θα  μπορέσετε  να αντλήσετε  τίποτε  –  παρά  μόνο  τη  διαβεβαίωση  ότι  δεν  μπορεί  να  χαρακτηριστεί  αληθές  τίποτε  άλλο  παρά  η  συμμόρφωση  προς  μια  δομή,  που  μάλιστα, βγαίνοντας για μια στιγμή έξω από τον ίσκιο της μηλιάς, δεν θα την προσδιόριζα     καν  ως  δομή  λογική,  αλλά  ως  γραμματική,  όπως  χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο συγγραφέας. H  γραμματική δομή στοιχειοθετεί για τον συγγραφέα κάτι που το ταυτίζει  με  τον  κόσμο.  Ο  κόσμος  είναι  ακριβώς  αυτή  η  γραμματική  δομή. Και εν ολίγοις το μόνο αληθινό που υπάρχει είναι μια σύνθετη πρόταση η οποία  περιλαμβάνει την ολότητα των γεγονότων που στοιχειοθετούν τον κόσμο. Εάν επιλέξουμε να εισαγάγουμε μέσα στο σύνολο το στοιχείο της άρνησης  που  επιτρέπει  την  άρθρωσή  του,  θα  συναγάγουμε  ένα  ολόκληρο  σύνολο κανόνων  που  συγκροτούν  μια  λογική,  όμως  το  σύνολο,  λέει,  είναι  ταυτολογικό,  δηλαδή  το  εξής  απλοϊκό  –  οτιδήποτε  και  να  πείτε  είναι  είτε  αληθές  είτε ψευδές.  Λέγοντας  ότι  αυτό  εδώ  είναι  είτε  αληθές  είτε  ψευδές,  λέτε κάτι  υποχρεωτικά αληθές, το οποίο όμως ακυρώνει το νόημα. Όλα αυτά που σας είπα, καταλήγει ο συγγραφέας στις προτάσεις 6.51,2, 3, 4, μια και τις απαριθμεί – όλα όσα σας είπα εδώ είναι κυριολεκτικάUnsinn, δηλαδή ακυρώνουν το νόημα τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί που να μην είναι ταυτολογικό. Το ζητούμενο  είναι  να  μπορέσει  ο  αναγνώστης,  αφού  πρώτα  διανύσει  το  εκτενές κύκλωμα  των  διατυπώσεων,  καθεμία  εκ  των  οποίων,  πιστέψτε  με,  είναι  άκρως ελκυστική,  να  υπερβεί  όλα  όσα  ειπώθηκαν  προκειμένου  να  συμπεράνει  ότι δεν  υπάρχει  περαιτέρω  τίποτε  το  λεκτόν  –  αλλά  όλα  όσα  μπορούν  να ειπωθούν συνιστούν απλώς μη-νόημα.Ίσως προχώρησα λίγο γρήγορα για να σας συνοψίσω  το Tractatus logico-philosophicus  του  Βίτγκενσταϊν.  Ας  προσθέσουμε  μονάχα  την  εξής  παρατήρηση,  ότι  τίποτε  δεν  μπορεί  να  ειπιυθεί,  ότι  τίποτε  δεν  είναι  αληθές,  παρά μόνο  υπό  την  προϋπόθεση  να  ξεκινήσουμε  από  την  ιδέα,  στο  πλαίσιο  του εγχειρήματος  του  Βίτγκενσταϊν,  πως  το  γεγονός  είναι  ένα  κατηγόρημα  της  ανεπεξέργαστης πρότασης [proposition crue].»

«Δεν υπάρχει άλλη μεταγλώσσα εκτός από όλες τις μορφές κυνικής κατεργαριάς, 21 εάν ορίσουμε έτσι εκείνες τις περίεργες ενέργειες που συνάγονται από το ότι η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου. Κάθε κυνική κατεργαριά βασίζεται στο να θέλουμε να είμαστε ο Άλλος, εννοώ ο μεγάλος Άλλος, κάποιου, εκεί όπου διαγράφονται οι φιγούρες στις οποίες θα παγιδευτεί η επιθυμία του. Ομοίως, αυτό το λεγόμενο βιτγκενσταϊνικό εγχείρημα δεν είναι παρά μια υπέροχη επίδειξη, μια ανίχνευση της φιλοσοφικής κυνικής κατεργαριάς. Δεν υπάρχει νόημα παρά μόνο εκείνο της επιθυμίας. Ιδού τι μπορούμε να πούμε αφού έχουμε διαβάσει τον Βίτγκενσταϊν. Δεν υπάρχει αλήθεια παρά μόνο για ό,τι από την έλλειψή της η επιθυμία αποκρύπτει, και καμώνεται την αδιάφορη γι’ αυτό που βρίσκει.  Δεν υπάρχει πιο ισχυρός φωτισμός, που να αναδεικνύει με τόση σαφήνεια αυτό που απορρέει από την άρθρωση που ανέκαθεν προτείνουν οι θεωρητικοί της λογικής, θαμπώνοντάς μας με τον παράδοξο τόνο της υλικής συνεπαγωγής, όπως την ονόμασαν. Γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται. Πρόκειται απλώς για τη συνεπαγωγή. Την ονόμασαν υλική προσφάτως, επειδή άνοιξαν αίφνης τα μάτια τους κι άρχισαν να κατανοούν το τερατώδες που υπάρχει στη συνεπαγωγή, εννοώ εκείνη που πρότεινε κάποιος στωϊκός. Θεμιτές θεωρούνται δηλαδή οι ακόλουθες τρεις συνεπαγωγές – βεβαίως το ψευδές συνεπάγεται το ψευδές, το αληθές συνεπάγεται το αληθές, αλλά δεν αποκλείεται καθόλου το ψευδές να συνεπάγεται το αληθές, αφού συνολικά το ζητούμενο είναι αυτό που επάγεται, και εάν αυτό που επάγεται είναι αληθές, το σύνολο της συνεπαγωγής είναι επίσης αληθές.

Ωστόσο, κι αυτό κάτι σημαίνει, γιατί δεν θα μπορούσαμε άραγε, μετατοπίζοντας ελαφρούς τη λέξη συνεπάγεται, να αντιληφθούμε κάτι το ξεχωριστό που υπάρχει εδώ -και που το γνώριζαν πολύ καλά στον Μεσαίωνα, ex falso sequitur quodlibet-,το ότι το ψευδές εμπεριέχει ενδεχομένως το αληθές, σημαίνει επίσης πως το αληθές μπορεί να είναι ό,τι να ’ναι. Εφόσον όμως, αντιθέτως, απορρίπτουμε ότι το αληθές εμπεριέχει το ψευδές, ότι το αληθές μπορεί να έχει μια ψευδή συνέχεια -διότι αυτό ακριβώς απορρίπτουμε, διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατή καμία άρθρωση της προτασιακής λογικής-, καταλήγουμε στην περίεργη διαπίστωση ότι το αληθές έχει συνεπώς μια γενεαλογία, ότι ανάγεται πάντοτε σ’ ένα πρώτο αληθές, από το οποίο δεν θα μπορούσε πλέον να εκπέσει.

Πρόκειται για μια υπόδειξη τόσο παράξενη, τόσο αμφισβητήσιμη από τα δεδομένα όλης της ζωής μας, εννοώ της ζωής μας ως υποκειμένων, ειπε αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να θέσει σε αμφισβήτηση το να μπορεί η αλήθεια με οποιονδήποτε τρόπο να απομονωθεί ως κατηγόρημα – κατηγόρημα του οτιδήποτε θα μπορούσε να συναρθρωθεί με τη γνώση. Το ψυχαναλυτικό εγχείρημα, από τη μεριά του, διαφοροποιείται επειδή πορεύεται σ’ αυτό το πεδίο με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με ό,τι βρίσκεται ενσαρκωμένο, θα έλεγα, στον λόγο του Βίτγκενσταίν, δηλαδή μια αγριότητα ψυχωτική, μπροστά στην οποία το πασίγνωστο ξυράφι του Όκαμ, που λέει πως οφείλουμε να μη δεχόμαστε καμία λογική έννοια που δεν είναι αναγκαία, δεν είναι τίποτα.

«Η αλήθεια, ξεκινάμε πάλι από τη βασική αρχή, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα ίδια τα γλωσσικά επιτελέσματα. Καμία αλήθεια δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί ειμή μόνον στο πεδίο όπου κάτι εκφέρεται – όπου κάτι εκφέρεται όπως μπορεί. Άρα, είναι αληθές πως δεν υπάρχει αληθές δίχως ψευδές, τουλάχιστον όσον αφορά τη βασική αρχή. Τούτο είναι αληθές. Αλλά ότι δεν υπάρχει ψευδές δίχως αληθές, είναι θέση ψευδής. Εννοώ ότι το αληθινό δεν βρίσκεται παρά μόνο εκτός οποιοσδήποτε πρότασης. Λέγοντας ότι η αλήθεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα γλωσσικά επιτελέσματα ως τέτοια, σημαίνει ότι εκεί εμπερικλείουμε το ασυνείδητο. Αντίθετα, όπως το υπενθύμισα την προηγούμενη φορά, η υποστήριξη της θέσης ότι το ασυνείδητο είναι η προϋπόθεση της γλώσσας, αποκτά εδώ το νόημά της – επειδή εκφράζει τη θέληση ένα απόλυτο νόημα να είναι υπεύθυνο για τη γλώσσα.  Ο ένας από τους συγγραφείς της ομιλίας για το ασυνείδητο, που έχει ως υπότιτλο Ψυχαναλυτική μελέτη, το έγραψε κάποτε επιθέτοντας το 8 στον εαυτό του, τοποθετώντας το 8 κάτω και πάνω από την μπάρα, που τη μεταχειρίστηκε μάλιστα αυθαίρετα σε σχέση με τον τρόπο που εγώ την είχα χρησιμοποιήσει. 25 Το σημαίνον που προσδιορίζεται έτσι, του οποίου το νόημα θα ήταν απόλυτο, είναι πολύ εύκολο να αναγνωριστεί, αφού δεν υπάρχει παρά μόνο ένα που να μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτή τη θέση – είναι το Je, το [αντωνυμικό] Εγώ. Το Εγώ, ως υπερβατολογικό, αλλά και ως απατηλό. Πρόκειται για την έσχατη ρίζα του εγχειρήματος εκείνου μέσω του οποίου ακριβώς διασφαλίζεται αμετάκλητα αυτό που προσδιορίζω με την άρθρωση του πανεπιστημιακού λόγου – και αυτό δείχνει ότι δεν είναι διόλου τυχαίο που τη βρίσκουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Το υπερβατολογικό Εγώ είναι εκείνο που όποιος διατύπωσε μια γνώση 78 ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ – ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ κατά κάποιον τρόπο το υποκρύπτει ως αλήθεια, το S1, το Εγώ του κυρίου. Το ταυτόσημο με τον εαυτό του Εγώ είναι πολύ συγκεκριμένα εκείνο από το οποίο συγκροτείται το S της καθαρής προστακτικής.

Η προστακτική είναι πολύ συγκεκριμένα το σημείο στο οποίο το Εγώ αναπτύσσεται, διότι είναι πάντοτε σε δεύτερο πρόσωπο. Ο μύθος του ιδεώδους Εγώ, του Εγώ που κυριαρχεί, του Εγώ μέσω του οποίου κάτι τουλάχιστον είναι ταυτόσημο προς τον εαυτό του, δηλαδή ο εκφέρων, είναι πολύ συγκεκριμένα το στοιχείο που ο πανεπιστημιακός λόγος δεν μπορεί να εξαλείψει από τη θέση όπου βρίσκεται η αλήθεια του. Από κάθε πανεπιστημιακή διατύπωση μιας οποιοσδήποτε φιλοσοφίας, έστω κι αν είναι εκείνη που οριακά θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως την πλέον ανατιθέμενη, δηλαδή, εάν επρόκειτο περί φιλοσοφίας, ο λόγος του Λακάν – αναδύεται ακαταμάχητα η Εγω-κρατία.

Φυσικά, καμία φιλοσοφία δεν είναι απόλυτα αναγώγιμη σε αυτό. Για τους φιλοσόφους, το ζήτημα ήταν πάντοτε πολύ πιο πρόσφορο στον χειρισμό και περιπαθές. Θυμηθείτε περί τίνος πρόκειται, όλοι λίγο πολύ το ομολογούν, και ορισμένοι από αυτούς, τα διαυγέστερα πνεύματα, το λένε καθαρά – θέλουν να σώσουν την αλήθεια. Αυτή η θέση παρέσυρε έναν από αυτούς, μα την πίστη μου, πολύ μακριά -μέχρι το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε ο Βίτγκενσταϊν, ότι εάν αυτή αναχθεί σε κανόνα και θεμέλιο της γνώσης, δεν απομένει πλέον τίποτε να ειπωθεί, τίποτε εν πάση περιπτώσει που να αφορά την αλήθεια ως τέτοια- προκειμένου να αρνηθεί, προκειμένου να αποφύγει αυτόν τον σκόπελο. Ασφαλώς ο συγγραφέας έχει το εξής που τον φέρνει κοντά στη θέση του ψυχαναλυτή, ότι εξαλείφει πλήρως τον εαυτό του από τον λόγο του.

Μίλησα προηγουμένως για ψύχωση. Εδώ πράγματι υπάρχει τόσο έντονος συναγωνισμός ανάμεσα σ’ έναν λόγο μεγάλης βεβαιότητας και σε κάτι το τόσο εντυπωσιακό που διαφαίνεται ως ψύχωση, ώστε το λέω απλώς και μόνο επειδή νιώθω την επενέργειά του. Αξιοσημείωτο είναι πως ένα πανεπιστήμιο σαν το Αγγλικό Πανεπιστήμιο του παραχώρησε μια θέση. Θέση παράμερη, πρέπει να το πούμε, θέση απομόνωσης, με την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας είχε αγαστή συνεργασία, σε σημείο που από καιρού εις καιρόν αποσυρόταν σ’ ένα εξοχικό σπιτάκι, για να ξαναγυρίσει και να συνεχίσει τον αμείλικτο αυτό λόγο, με βάση τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ακόμη και ο λόγος των Principia mathematica του Ράσελ κρίνεται αναυθεντικός. Ο Βίτγκενσταϊν δεν ήθελε να σώσει την αλήθεια. Τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτήν, έλεγε, κάτι που δεν είναι σίγουρο, αφού με αυτήν ασχολούμαστε κάθε μέρα. Πώς όμως ο Φρόιντ ορίζει την ψυχωτική θέση σ’ ένα γράμμα που έχω αναφέρει τόσες φορές; Ακριβώς με αυτό που ονομάζει, περιέργως, Unglauben ο ψυχωτικός δεν θέλει τίποτε να ξέρει για τη γωνίτσα όπου τίθεται το ζήτημα της αλήθειας.»

Ο Λακάν συνδιαλέγεται σε αυτό το σεμινάριο με τη φιλοσοφία του πρώιμου Βιτγκενστάιν και το πρώτο (και μοναδικό δημοσιευμένο εν ζωή ολοκληρωμένο φιλοσοφικό του βιβλίο) το tractatus logicophilosophicus. Αυτό το κείμενο ολοκληρώθηκε το 1918 και διατηρεί τη σχετική αυτοτέλέια του σε σχέση με το μεταγενέστερο έργο του που δε θα μας απασχολήσει εδώ. Ο Βιτγκενστάιν είναι ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής φιλοσοφίας, που αποτελεί μια επαναθεμελίωση της φιλοσοφίας στη βάση της άρνησης όλης της προγενέστερης φιλοσοφικής παράδοσης που την απορρίπτει ως μεταφυσική, και ορίζει ως πεδίο του φιλοσοφικού λόγου την ανάλυση της γλώσσας με τρόπο που να εξάγει σαφή και ακριβή συμπεράσματα κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών. Στον πρώιμο Βιτγκενστάιν τα αδιέξοδα της φιλοσοφίας οφείλονται στη σύγχυση ανάμεσα στο λέγειν και στο δεικνύειν, στην αμφισημία της καθημερινής γλώσσας μέσα στην οποία χάνεται η σαφήνεια και η αλήθεια. Στο tractatus επικρατεί η θέση ότι οι μόνες προτάσεις που έχουν νόημα είναι οι προτάσεις των φυσικών επιστημών που είναι σε συνάρτηση με συγκεκριμένες ελέγξιμες συνθήκες πραγμάτων και είναι είτε αληθείς είτε ψευδείς. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των προτάσεων της παραδοσιακής φιλοσοφίας απορρίπτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ως   ασυναρτησίες που παραβιάζουν με άναρχο τρόπο σκέψης τη λογική γραμματική οπότε για τον πρώιμο Βιργκρνστάιν δεν μπορούν να διατυπώσουν μια αλήθεια για τον κόσμο . Στο Βιτγκενστάιν το πρόβλημα πηγάζει από τη σύγχυση μεταξύ σημείου και συμβόλου στην καθημερινή γλώσσα, όπου το σημείο του tractatus έχει κάποιες αναλογίες χωρίς να ταυτιζεται πλήρως, με το σωσυριανό σημαίνον. Πχ στις πρότασεις «ο Κώστας είναι αδύνατος» και ο «Κώστας είναι άντρας», το σημείο «είναι» αντικαθιστά διαφορετικά σύμβολα, στην πρώτη περίπτωση το σύμβολο της κατηγόρησης, όπου αποδίδεται μια ιδιότητα στο υποκείμενο ως επίθετο και στη δεύτερη το σύμβολο της ταύτισης με ένα άλλο ουσιαστικό.

Ο στόχος της φιλοσοφίας στον πρώιμο Βιτγκενστάιν είναι η κριτική της γλώσσας, η υπονόμευση της επιφανειακής γραμματικής και η ανακάλυψη της βαθύτερης λογικής γραμματικής. Αντί να μιλάμε για κάποιο αντικείμενο εξηγώντας αδιέξοδα τη διαφορά σημείων και συμβόλων μέσα στη φενάκη μιας μεταγλώσσας είναι πολύ πιο πρόσφορο κατ’αυτόν να το δείξουμε με σύμβολα που μπορούν να αναλύσουν μια σύνθετη πρόταση στις στοιχειώδεις προτάσεις της και να κρίνουμε ανάλογα με τις πραγματικές συνθήκες στις όποιες αναφέρονται αν είναι αληθείς ή ψευδείς, αν έχουν νόημα, αν είναι α-νόητες ταυτολογίες, που δείχνουν μια αλήθεια που πηγάζει από την εσωτερική δομή της γλώσσας που δε χρειάζεται να ελεχθεί εμπειρικά αν έχουν ένα νόημα που επιβεβαιώνεται (όπως είναι οι προτάσεις της λογικής και των μαθηματικών) ή αν αποτελούν ασυναρτησίες, που είναι παράλογες και δεν έχει καν νόημα πάρουν μια τιμή αλήθειας ή ψεύδους . Με αυτό τον τρόπο αποφεύγουμε τη σύγχυση της καθημερινής γλώσσας. Ο Λακάν θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνδιαλέγεται με μια τέτοια μέθοδο καθώς επιδιώκει την τυποποίηση των ασυνείδητων διαδικασιών μέσα από αλγεβρικές αναπαραστάσεις επιδιώκοντας μεταξύ άλλων να περιγράψει το συμβολικό δίκτυο σημαινόντων με τρόπο απαλλαγμένο από τις φαντασιακές καθηλώσεις των σημαινόμενων και των σημασιών που υπάρχουν στη γλώσσα. Την ίδια στιγμή απορρίπτει κι αυτός τη δυνατότητα οποιασδήποτε μεταγλώσσας που θα μιλήσει για τη γλώσσα. Ενώ λοιπόν υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στη διαφορά φαντασιακής και συμβολικής διάστασης της γλώσσας στο Λακάν και στη διαφορά σημείου και συμβόλου στο Βιτγκενστάιν, η στοχοθεσία τους παραμένει διαφορετική. Ο Βιτγκενστάιν θέλει μέσα από τη λογική τυποποίηση να αποφύγει την πολυσημία της καθημερινής γλώσσας, αντίθετα ο Λακάν δε θέλει να ξεφύγει από αυτή, αντίθετα χρησιμοποιεί τα σύμβολα για να την αναδείξει, δείχνοντας σταθερά μοτίβα συσχέτίσης σημαινόντων και τον τρόπο που αυτά παράγουν πολλαπλά νοήματα και δεν ανάγονται σε μια μονοσήμαντη σημασία. Το νόημα στην ανάλυση για το υποκείμενο είναι άλλωστε πάντα στα ίδια τα σημαίνοντα και στην αλυσίδα τους μέσω των οποίων συγκροτείται η επιθυμία του υποκειμένου και όχι στη συμβολική δείξη προτάσεων στη βάση ενός λόγου του πανεπιστημίου, ακραίο παράδειγμα του οποίου αποτελεί η γραφή Βιτγκενστάιν κατά την άποψη του Λακάν. Επισημαίνει ταυτόχρονα ότι μέσα από την εξάλειψη του εαυτού του που επιτυγχάνει ο Βιτγκενστάιν στο ψυχωτικό του λόγο τον προσεγγίζει με ένα τρόπο και τη θέση του αναλυτή. Άλλωστε ο βιτγκενστάιν επαναπροσδιορίζει τη θέση του φιλοσόφου από αυτόν που θα λέει κάποιες απαντήσεις στα φιλοσοφικά προβλήματα, σε αυτόν που θα επισημαίνει ασάφειες και αντιφάσεις στις προτάσεις των φιλοσόφων, ώστε να ελέγχεται η τιμή αλήθεια τους, ματαιώνοντας τις προσδοκίες γνώσης του κόσμου της παραδοσιακής φιλοσοφίας, κάτι που θυμίζει τον τρόπο που ο αναλυτής διαψεύδει τις προσδοκίες του αναλυόμενου ότι φέρει μια γνώση για αυτόν, διαδικασία απαραίτητη για να αναδυθεί η α-λήθεια του υποκειμένου, με τη διαφορά ότι αυτό δε γίνεται μέσα από μια αντικειμενική λογική ανάλυση της γλώσσας, αλλά μέσα από την ανάδυση της ενικότητας του συμπτώματος που σημαδεύει τη μοναδική ιστορία ενός ανθρώπου

Η ψύχωση εδώ έγκειται στην άκαμπτη περίκλειστη βεβαιότητα με την οποία χτίζουν τα φιλοσοφικά συστήματα μια φαντασιακή ολότητα γύρω από τον κόσμο, που στην περίπτωση του πρωϊμου Βιτγκενστάιν έχουμε μια πιο ακραία λύση άκαμπτης αδιαφορίας για τα ερωτημάτα που έθετε η παραδοσιακή φιλοσοφία πχ αν υπάρχει θεός ή αν προηγείται ή ύλη ή το πνεύμα στον κόσμο. Ταυτόχρονα μέσω αυτής της στάσης κηρύσσει τον εαυτό του στη θέση αυτού που πέτυχε με ένα σαφή και σύντομο τρόπο την οριστική επίλυση του, συγκροτώντας τη σχέση του με τον κόσμο μέσα από μια ειδική εξαιρετική θέση, μέσα από μια μοναδική αποκαλυπτική αποστολή που την περάτωσε με επιτυχία. Η επαναθεμελίωση της φιλοσοφίας αυτού του είδους και η φαντασίωση του απόλυτου λογικού ελέγχου της γλώσσας και των τιμών αλήθειας της αποτέλεσε μια ιδιαίτερα δημιουγική επινόηση όντως, ωστόσο το όριο της λογικής δείξης είναι στην καθήλωση στο εγώ ως την παρανοϊκή αυταπάτη του φαντασιακού στην υπερβατολογική εκδοχή του, που απορρίπτει το ασυνείδητο και συγχέει το συμβολικό με το πραγματικό. Ο Λακάν αντιπαραβάλλει στις λογικιστικές πλευρές του πρώιμου Βιτγκενστάιν μια υπεράσπιση της διαλεκτικής σε όλη τη γενεαλογία της από τους προσωκρατικούς ως το Χέγγελ, που είναι άλλωστε ενσωματωμένη και στην πρακτική της ανάλυσης σε ένα άλλο πλαίσιο, μέσα από την αμφισημία που αναδεικνύει   ανάμεσα στο ψέμα και στην αλήθεια, τον τρόπο που η αλήθεια γίνεται μια στιγμή του ψέματος και το ψέμα μια στιγμή της αλήθειας όχι στο πλαίσιο μιας ολότητας όμως αλλά του μη-όλου του μισοειπωμένου. Όπως η αληθινή επιθυμία του ασυνειδήτου που φανερώνεται στα ολισθήματα της γλώσσας και στις παραπραξίες όπου ο φορέας του λόγου μπορεί να έχει την αυταπάτη ότι κάνει λάθος ή οτι λέει ψέματα, όμως τελικά λέει την αληθεια του υποκειμένου. Βέβαια δεν έχουμε εδώ μια επιδίωξη φιλοσοφικής κριτική στη φιλοσοφία του Βιντγκενστάιν από το Λακάν αλλά μια ψυχαναλυτική κριτική στην εκδοχή του φιλοσοφικού λόγου που αντιστοιχεί με ένα τρόπο στη πιο παρανοϊκή μορφή που μπορεί να πάρει η γνώση του κυρίου, εντός του πανεπιστημιακού discourse. Βέβαια πέρα από τα αδιέξοδα της λογικής δείξης, ήδη στον πρώιμο βιργκενστάιν υπάρχει και μια άλλη πλευρά που προσεγγίζει ένα λακανικό προσανατολισμό. Στην πολύβουη σιωπή του όπως δηλώνεται στην έβδομη κύρια πρόταση του tractatus που γράφει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς για αυτά πρέπει να σιωπαίνει, όπου βλέπει μια ηθική και αισθητική δείξη πέρα από τη γλώσσα και τη συμβατική ή τη λογική γραμματική. Εκεί που αποστασιοποιείται από το λογικό θετικισμό, και αναγνωρίζει ότι η αλήθεια που αφορά την ύπαρξη αγγίζει ένα πραγματικό που είναι Μυστικό πέρα από αυτά που μπορούν να ειπωθούν, κάτι που επικοινωνείται μέσα από την ποίηση και την τέχνη, πέρα από αυτό που μπορεί να αναλυθεί μέσα από το λόγο.

Ο Σαντ ως μαζοχιστής

«Όταν λέω χρήση της γλώσσας, δεν εννοώ ότι την χρησιμοποιούμε. Εμείς είμαστε  οι  χρησιμοποιούμενοι  υπάλληλοί  της.  Η  γλώσσα  μάς  χρησιμοποιεί, και  γι’ αυτό υπάρχει απόλαυση. Γι’ αυτό και η μόνη πιθανότητα για την ύπαρξη  του  Θεού,  είναι  Αυτός  -με  Αλφα  κεφαλαίο-  να  απολαμβάνει,  Αυτός  να είναι η απόλαυση.

Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε είναι ξεκάθαρο για τον ευφυέστερο των υλιστών, δηλαδή για τον Σαντ, ότι η στόχευση του θανάτου, δεν είναι επ’ ουδενί το άψυχο. Διαβάστε τα λόγια του Σεν-Φον προς το μέσον της Ιουλιέτας και θα δείτε περί τίνος πρόκειται. Εάν λέει ότι ο θάνατος δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την αόρατη συνεργασία με τη φυσική διαδικασία, είναι απλώς επειδή γι’ αυτόν,  μετά  τον  θάνατο,  όλα  παραμένουν  εμψυχωμένα  –  εμψυχωμένα  από  την επιθυμία  για  απόλαυση.  Αυτή  την  απόλαυση  μπορεί  κάλλιστα  να  την  αποκαλεί φύση, αλλά από τα συμφραζόμενα είναι προφανές ότι πρόκειται για την απόλαυση. Απόλαυση τίνος; Ενός μοναδικού όντος που περιορίζεται να πει

– Είμαι αυτό που είμαι.

Και αυτό, λοιπόν, για ποιο λόγο γίνεται; Πώς το οσμίζεται τόσο καλά ο Σαντ;

Εδώ υπεισέρχεται το εξής, ότι [μόνο] φαινομενικά είναι σαδιστής. Αρνείται να είναι αυτό που είναι, αυτό που λέει ότι είναι. Κάνοντας αυτή τη μανιασμένη  έκκληση  προσφοράς  στη  φύση  και  στη  φονική  της  διαδικασία,  από την  οποία  ξαναγεννιοΰνται  μορφές,  τι  ακριβώς  κάνει;  –  αν  όχι  να  καταστήσει  εμφανή  την  ανικανότητά  του  να  είναι  κάτι  άλλο  εκτός  από  εργαλείο Της θεϊκής απόλαυσης.

Όλα αυτά είναι ο Σαντ ως θεωρητικός. Γιατί είναι θεωρητικός; Θα έχω ίσως τον χρόνο, την τελευταία στιγμή όπως το συνηθίζω, να σας το πω.

Ως άνθρωπος της πρακτικής, είναι κάτι διαφορετικό. Όπως το ξέρετε μέσα  από  κάμποσες  απορίες  για  τις  οποίες  έχουμε  τη  μαρτυρία  της  πένας του, ως άνθρωπος της πρακτικής είναι απλώς μαζοχιστής.

Είναι η μόνη έξυπνη και πρακτική θέση όταν πρόκειται για την απόλαυση,  διότι  είναι  εξουθενωτικό  να  εξαντλείσαι  αποσκοπώντας  να  είσαι  το εργαλείο  του  Θεού.  Ενώ  ο  μαζοχιστής  είναι  ένας  λεπτεπίλεπτος χιουμορίστας. Δεν  έχει  ανάγκη  από  Θεό,  του  αρκεί  ο  υπηρέτης  του.  Τη  βρίσκει  απολαμβάνοντας,  μέσα  σε  συνετά  όρια  άλλωστε,  και  φυσικά,  όπως  κάθε  καλός μαζοχιστής,  είναι  κάτι  ολοφάνερο  άμα  τον  διαβάσουμε,  το  διασκεδάζει.  Είναι

Ένας δεξιοτέχνης του χιούμορ. Οπότε, για ποιο λόγο λοιπόν, διάβολε, είναι ο  Σαντ θεωρητικός;  Για  ποιο  λόγο  αυτός  ο  εξαντλητικός  πόθος,  αφού  είναι εντελώς έξω  από  τις  πρακτικές  δυνατότητές  του,  αυτός  ο  πόθος  που  είναι γραμμένος και  δυιλιμένος  ως  τέτοιος;  –  ότι  τα  μόρια  στα  οποία  καταλήγουν  τα θραύσματα  από  τις  ζωές  τις  κατασπαραγμένες,  τις  κατακομματιασμένες,  τις διαμελισμένες  ύστερα  από  τις  πιο  απίθανες  πράξεις  που  φαντάστηκε,  θα  έπρεπε  πραγματικά,  για  να  ξεμπερδέψουμε  οριστικά,  να  τις  πλήξουμε  μ’  έναν δεύτερο θάνατο. Ποιος έχει δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτόν;

Φυσικά όλοι μας. Πάει πολύς καιρός που το είπα, αναφερόμενος στην Αντιγόνη.  Απλώς,  επειδή  είμαι  ψυχαναλυτής,  μπορώ  να  αντιληφθώ  ότι  ο  δεύτερος  θάνατος  είναι  πριν  τον  πρώτο,  και  όχι  μετά,  όπως  το ονειρεύεται  ο Σαντ.

Ο Σαντ ήταν θεωρητικός. Για ποιο λόγο; Διότι αγαπάει την αλήθεια.

Δεν είναι ότι θέλει να την σώσει – την αγαπάει. Aireó που αποδεικνύει πως την  αγαπάει  είναι  ότι  την  αρνείται,  και  ότι  δεν  δείχνει  να αντιλαμβάνεται  πως ανακηρύσσοντας νεκρό τον Θεό, τελικά Τον εξυμνεί, και μαρτυρεί υπέρ Του – μαρτυρεί ότι ο ίδιος ο Σαντ δεν φτάνει στην απόλαυση παρά με αυτά τα περιορισμένα μέσα που έλεγα προηγουμένως.

Τι μπορεί να σημαίνει το ότι, αγαπώντας την αλήθεια, πέφτει κανείς έτσι σ’  ένα  σύστημα  τόσο  έκδηλα  συμπτωμικό;  Εδώ,  ένα  πράγμα  διαφαίνεται  -με το  να  τίθεται  ως  κατάλοιπο  της  γλωσσικής  επενέργειας,  ως  το  στοιχείο εκείνο  που  συντελεί  ώστε  η  γλωσσική  επενέργεια  να  μην  αποσπά  από  το απολαμβάνειν  παρά  μόνο,  όπως  έλεγα  την  τελευταία  φορά,  την  εντροπία  μιας υπεραπόλαυσης- είναι  αυτό  που  δεν  αντιλαμβανόμαστε  –  η  αλήθεια,  ως έξω από τον λόγο, είναι η αδελφή αυτής της απαγορευμένης απόλαυσης.

Λέω είναι η αδελφή, διότι συγγενεύει ως προς το εξής – αν οι πιο ριζοσπαστικές  λογικές  δομές  συνδέονται  όντως  με  αυτόν  τον  αποσπασμένο  μίσχο της απόλαυσης, τίθεται αντιστρόφως το ερώτημα σε τι είδους απόλαυση αντιστοιχούν οι κατακτήσεις που κάνουμε στην εποχή μας στο πεδίο της λογικής.

Όπως, για παράδειγμα, το ότι δεν υφίσταται συνέπεια [consistance] ενός λογικού συστήματος, όσο ασθενές και αν είναι, όπως λέμε, παρά μόνο εάν προσδιορίσει -η] δύναμη της μη πληρότητάς του, η οποία σηματοδοτεί το όριό του.37 Αυτός ο τρόπος με τον οποίο αποδεικνύεται χασματικό το ίδιο το λογικό θεμέλιο, σε ποια απόλαυση αντιστοιχεί; Με άλλα λόγια, σε τι συνίσταται εν προκειμένω η αλήθεια;

Δεν είναι μάταιο, ούτε τυχαίο, που υποδεικνύω ως αδελφική τη θέση της αλήθειας  ως  προς  την  απόλαυση,  εκτός  εάν  την  διατυπώσουμε  στο  πλαίσιο του λόγου της υστερικής.

Παραδόξως, πολύ πρόσφατα, κάποιος πήγε να κάνει μια διάλεξη στους Αμερικανούς για ένα πράγμα που όλος ο κόσμος το ήξερε. Ο Φρόιντ είχε αυτό που αιδημόνως ονομάζουμε ένα μπλέξιμο, an affair, με την κουνιάδα του.

Και λοιπόν; Από πολύ παλιά γνωρίζαμε τη θέση που κατείχε η Μίνα Μπερνάις  στις  ενασχολήσεις  του  Φρόιντ.  Εμπλουτίζοντάς  το  με  κάποια  κουτσομπολιά του Γιουνγκ, δεν αλλάζει τίποτε.

Συγκρατώ όμως τη θέση της κουνιάδας. Ο Σαντ, για τον οποίο είναι γνωστό ότι η οιδιπόδεια απαγόρευση τον χώρισε από τη γυναίκα του -όπως ανέκαθεν λένε οι θεωρητικοί του ιπποτικού έρωτα, δεν υπάρχει έρωτας στον γάμο-, μήπως είναι λόγω της κουνιάδας του που αγαπούσε τόσο την αλήθεια;

Θα σας αφήσω με αυτό το ερώτημα»

Η κλινική δομή της διαστροφής συνδέεται με την απάρνηση της απαγόρευσης στην απόλαυση του πραγματικού που εγκαθιδρύει η συμβολική τάξη, την ίδια στιγμή που το υποκείμενο συνειδητοποιεί την έλλειψη. Για αυτό η άρρηκτη σύνδεση του προγλωσσικού όντος με το πράγμα υποκαθίσταται από τη θέση του αντικειμένου-φετίχ της απόλαυσης του Άλλου. Ο Sade μέσα από την προσφορά του εαυτού του στην απόλαυση της φύσης ως μεγάλου Άλλου αποκαλύπτει το μαζοχιστικό διαστροφικό σύμπτωμα του πίσω απο τη σαδιστική φαινομενολογία του, και εν τέλει ότι κάθε σαδισμός απορρέει από ένα μαζοχισμό καθώς ο μαζοχισμός σε τελική ανάλυση δεν είναι παρά η απάρνηση του σαδισμού, εφόσον αυτές οι δύο θέσεις είναι αλληλένδετες, με το υποκείμενο να τοποθετείται στη θέση του αντικειμένου της επικλητικής ορμής δηλαδή της φωνής. Το σαδιστικο υποκείμενο το άγχος που βιώνει για να είναι αντικείμενο απόλαυσης του Άλλου, το απορρίπτει προκαλώντας και ελέγχοντας το άγχος και τον πόνο διάφορων μικρών άλλων.

Ο Λακάν   ισχυρίζεται ότι ο υλισμός του 18ου αιώνα θεοποίησε την ύλη με ένα αφήγημα στο οποίο τελικά αυτή αποτέλεσε σε αυτό το σύστημα σκέψης ένα πιο στερεό τρόπο θεμέλιωσης του Θεού από τη θρησκεία. Με αυτό τον τρόπο υπογραμμίζει την υλιστική προσέγγιση της ψυχανάλυσης, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει ότι από τη σκοπιά του υποκειμένου εν τέλει η υλιστική φιλοσοφία δεν εξαφανίζει τη σχέση του με το θεό στη φαντασιακή και τη συμβολική της διάσταση αλλά αντίθετα της δίνει την πιο στερεή μορφή. Αυτό θεωρεί ότι είναι ανάμεσα στους υλιστές της περιόδου πιο ξεκάθαρο στο λόγο του Σαντ, όπου βλέπει μετά το θάνατο όλα (άρα όλη τη φύση, και όλα τα σημαίνοντα που τοποθετούνται σε αυτή) εμψυχωμένη από επιθυμία για απόλαυση. Η απολαυση στο Λακάν είναι πάντα του Άλλου, του μεγάλου άλλου των σημαινόντων, αυτού που μπορεί να πει “εγώ είμαι ο ων” που είναι η γνωστή φράση που είπε ο Γιαχβέ στο Μωυσή στη βίβλο. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Λακάν προσεγγίζει το υλιστικό-αθεϊστικό υποκείμενο ως μια εκδοχή εκκοσμικευμένου μονοθεϊσμού είτε μεταϊουδαϊκού είτε μεταχριστιανικού καθώς η ύλη/φύση αποκτά ως σημαίνον την ίδια συμβολική λειτουργία με το σημαίνον θεός. Μέσα σε αυτή τη διαπίστωση διαφαίνεται για άλλη μια φορά η κίνηση της ενόρμησης του θανάτου για εμμενή υπέρβαση των φραγμών που βάζει η αρχή της ευχαρίστησης μέσα από τον άμετρο και τον επαναληπτικό χαρακτήρα της που οδηγεί τελικά στην τελική καταστροφή για την απόλαυση του Άλλου, για αυτό εξυμνεί και τη φράση του Σαντ ότι ο θάνατος δε στοχεύει στο άψυχο. Ταυτόχρονα σε αυτό το σημείο αποκαλύπτει και τον ίδιο το διαστροφικό χαρακτήρα της θρησκείας, καθώς καθιστά το υποκείμενο αντικείμενο της επικλητικής ορμής του Άλλου, με τον αθεϊσμό να αποτελεί ένα ακόμα διαστροφικό σύμπτωμα της απάρνησης καθώς λατρεύει το υποκείμενο το Θεό με τη μορφή της φύσης που το απολαμβάνει, την ίδια στιγμή που απαρνείται απόλυτα την ύπαρξη του.

Τέλος και αυτό είναι και το ζητούμενο του τέλους της ανάλυσης η ανάδυση της αλήθειας του ενορμητικού πυρήνα του ασυνειδήτου που είναι επιτέλεσμα του λόγου και ταυτόχρονα είναι πέρα από το λόγο. Αυτή η αλήθεια είναι η αδερφή της απολαυσης ακριβώς γιατί είναι αυτή που επιτρέπει στο υποκείμενο να απολαμβάνει περισσότερο και με λιγότερο οδυνηρό τρόπο, ώστε να είναι περισσότερο υποφερτή η επενέργεια της γλώσσας και του Άλλου σε αυτό.

Αυτομομορφωτικός κύκλος lustprinzip

15/07/2020

Βιβλιογραφία:

H ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 1, η δίψα της γνώσης. Μισέλ Φουκό

Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης, Ζακ Λακάν

Ιουλιέτα, Μαρκήσιος Ντε Σαντ

Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η υπερβατολογική φαινομενολογία, Χουσσέρλ.

Εισαγωγικό λεξικό της λακανικής ψυχανάλυσης, Dylans Evans

Ο δρόμος της Αγάπης, Λυς Ιριγκαρέ

Τractatus logicophilosophicus Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

Τα θεμέλια της αριθμητικής, Γκεντλομπ Φρέγκε

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*