«Ο Νίτσε ήταν αναρχικός»: Η άγνωστη σύνδεση των απόψεων της Έμμα Γκόλντμαν με τις ιδέες του Νίτσε

Η θρυλική αναρχική αγαπούσε τον φιλόσοφο τού «αρνητικού» υπαρξισμού. Υπερασπίστηκε τις ιδέες του σε συνέδρια και σε περιοδείες ανά τον κόσμο. Τόσο η ίδια, όσο και πολλοί άλλοι, τον θεωρούσαν ένα είδος προφήτη που ερχόταν σε ρήξη με το παρελθόν, καθώς και έναν εξαγριωμένο «εικονοκλάστη».

Διασχίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1913 και 1917, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μια σειρά δημόσιων ομιλιών σχετικά με τον Νίτσε και την σημασία των απόψεων του σε σχέση με την αναρχική θεώρηση εκείνης της εποχής. Υπάρχουν τουλάχιστον είκοσι τρεις ομιλίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Λος Άντζελες μέχρι τη Νέα Υόρκη, αναφορικά με την σχέση της σκέψης του Νίτσε με τα ζητήματα του αθεϊσμού, του αντι-κρατισμού, του αντι-εθνικισμού και του αντι-μιλιταρισμού (στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Μπορεί να φαίνεται ότι η εκτίμηση της Γκόλντμαν για τον Νίτσε ήταν μην ήταν καταγεγραμμένη και ότι μόνο τα κείμενα αυτών των ομιλιών χρησιμοποιούνται ως βάση για να επαληθευτεί η ακριβής φύση του ισχυρισμού της, ότι δηλαδή ο Νίτσε ήταν σχετικός με την αναρχία, αλλά δεν είναι έτσι. Η αστυνομία, έπειτα από έρευνα στα γραφεία της Μητέρας Γης, της αναρχικής εφημερίδας που συνεξέδιδε η Γκόλντμαν, κατέσχεσε όλο τα υλικό το οποίο ήταν ύποπτο για προτροπή σε εξέγερση ή που εναντιωνόταν στην αμερικανική πολεμική εκστρατεία. Η Έμμα Γκόλντμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει αντίγραφα των ομιλιών της. Έτσι, αυτά τα κείμενα της για τον Νίτσε χάθηκαν για τις μελλοντικές γενιές.

Παρ’ όλα αυτά, και άλλες αναφορές καθιστούν δυνατόν να γνωρίζουμε την σημασία της σκέψης του Νίτσε για την Έμμα Γκόλντμαν, για μια σύγχρονη πρακτική της αναρχίας και το χρέος που του αναγνώρισε στο σχηματισμό της σκέψης της. Στα δοκίμια της βρίσκουμε σύντομες αναφορές στον Νίτσε. Στην βιογραφία της με τίτλο Ζώντας τη ζωή μου (που δημοσιεύθηκε το 1930, χρόνια μετά από αυτά τα αναγνώσματα), διευκρινίζει την επιρροή του Νίτσε πάνω της, που την διαμόρφωσε, και της έδωσε ενέργεια όχι μόνο πνευματική, αλλά και στην προσωπική της ζωή. Επί πλέον διασώζονται οι αναφορές στις προαναφερθείσες συνομιλίες που δημοσιεύονται στις εφημερίδες Ελεύθερη Κοινωνία και Μητέρα Γη και, αν και επιφανειακής προσέγγισης, δίνουν ένα κάποιο περιεχόμενο στις ομιλίες της σχετικά με το θέμα αυτό. Συνδυάζοντας και τα δύο αυτά είδη πηγών, μπορούμε να έχουμε έναν οδηγό για το τί μπορεί να είχε σχολιάσει η Έμμα Γκόλντμαν αναφορικά με τον Νίτσε στις ομιλίες της. Να κατανοήσουμε, δηλαδή, την σπουδαιότητα της σκέψης του Νίτσε πάνω στην αναρχική θεωρία και πρακτική, αυτό, δηλαδή, που τελικά προσπαθούσε να αναδείξει-παρουσιάσει η Έμμα Γκόλντμαν.

Η Έμμα Γκόλντμαν αναφέρει πως είχε την πρώτη επαφή της με τον Νίτσε κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Βιέννη, μεταξύ 1895 και 1899, όταν σπούδαζε νοσοκόμα και μαία. Εκτός από τις σπουδές της εκεί, επισκέφθηκε το Λονδίνο και το Παρίσι, όπου παράνομα έδωσε αναρχικές ομιλίες, αρχίζοντας να έχει διεθνή φήμη στους επαναστατικούς κύκλους. Έτσι συνάντησε τον Κροπότκιν, την Λουίζ Μισέλ και τον Μαλατέστα. Όμως, η αυτοβιογραφία της δείχνει ότι μεταξύ των συγγραφέων που την επηρέασαν ώστε να γίνει αναρχική ήταν ο Νίτσε.

Οι μποέμ και ο προφήτης

«Ο Νίτσε θεωρήθηκε από τους μποέμ του τέλους του αιώνα, ειδικά στον γερμανόφωνο κόσμο, ως παράδειγμα “εικονοκλάστη„, ως ένα είδος προφήτη της ρήξης με τα ερείπια και το έρμα τού καταπιεστικού παρελθόντος, της ηθικής, της θρησκείας, των συμβάσεων και των θεσμών».

Για εκείνη, τα θέματα πολιτιστικού χαρακτήρα –η μουσική, το θέατρο και η λογοτεχνία– είχαν την ίδια επιρροή σε επαναστατικούς όρους, όπως και τα πιο άμεσα πολιτικά ζητήματα. Κατά την διάρκεια της παραμονής της στην Ευρώπη, εκτός από την συμμετοχή της σε αναρχικές συναντήσεις, παρακολούθησε την όπερα του Βάγκνερ, είδε την Eleonora Duse (γνωστή ιταλίδα ηθοποιό διάσημη για τους ρόλους της στα έργα του Ίψεν), παραβρέθηκε σε ομιλίες του Levy Bruhl (κοινωνιολόγος που μελέτησε τη νοοτροπία των πρωτόγονων λαών) και σε ομιλίες του Σίγκμουντ Φρόυντ. Ανακάλυψε, επίσης, τα έργα του Χέρνικ Ίψεν, του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν (δημιουργός του κοινωνικού δράματος) και του Hugo von Hofmannsthal (θεατρικός συγγραφέας και στιχουργός της πιο διάσημης όπερας του Ρίχαρντ Στράους), καθώς και του Νίτσε. Αυτούς τους συγγραφείς εξήρε ιδιαίτερα για το γεγονός ότι «στρέφονταν ενάντια στις παλιές αξίες», ένα γεγονός που θεώρησε συμβατό με το αναρχικό πνεύμα.

Όλα αυτά τα ονόματα ήταν μεταξύ της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας της εποχής. Στα τέλη του αιώνα ο Νίτσε συνδέθηκε με την αμφισβήτηση και απόρριψη της κληρονομιάς των παραδόσεων.

Οι πιο τολμηροί νέοι «εικονοκλάστες»

«Στα τελευταία δοκίμια της, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην επιρροή της τέχνης και της λογοτεχνίας, παρά στην προπαγάνδα, παρά στον καθαρά πολιτικό λόγο».

Ως αναρχική, η Έμμα Γκόλντμαν ήταν πολύ ενθουσιώδης, επί προσθέτως, στο γεγονός ότι ήταν γυναίκα και Εβραία, με το ενδιαφέρον της για τον Νίτσε να είναι το πιο αξιοσημείωτο. Προσπάθησε να συνδυάσει το πάθος για το έργο του Νίτσε («του πιο τολμηρού από τους νέους “εικονοκλάστες”») με τον αναρχικό με τον οποίο ήταν πιο κοντά σε εκείνη, εκείνη την εποχή, τον Edward Brady (αυστριακός αναρχικός με τον οποίο μοιράστηκε μια έντονη αγάπη), που δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό της για το θέμα. Κατέληξε να διακόψει τις σχέσεις της με τον Brady, επειδή αυτός ισχυρίστηκε ότι ο Νίτσε ήταν τρελλός, ένας τύπος με άρρωστο μυαλό, ισχυριζόμενος ότι θα ξεχαστεί σε λιγότερο από μια δεκαετία μαζί με ολόκληρη τη γενιά του. Εξοργισμένη με τη συζήτηση αυτή, η Γκόλντμαν τον περιέγραψε ως αγκυροβολημένο σε όλα τα παλιά και τα ξεπερασμένα και ότι δεν συμφωνούσε επειδή αισθανόταν ελεύθερη να κάνει τις επιλογές της, έστω και αν η καρδιά της έχασε. Η απαξίωση όλων των αξιών εκ μέρους του Νίτσε ήταν ένα από τα κύρια πάθη της.

Μετά από αυτήν την ρήξη, η Γκόλντμαν ξεκίνησε μια σειρά ομιλιών σε αναρχικούς κύκλους συνδεδεμένους με την εφημερίδα Free Society. Κατά την περιοδεία της, παρουσίασε στην Φιλαδέλφεια (Φεβρουάριος 1898) μια ομιλία με τίτλο «Η βάση της ηθικής», όπου επικαλέστηκε τα λόγια του Νίτσε με τους υπαινιγμούς του ενάντια στην καταπίεση των ηθικών και νομικών συστημάτων. Όλα αυτά συμπεριλήφθηκαν ως αναφορές στην προαναφερθείσα δημοσίευση. Ακολουθώντας την τακτική της να τοποθετεί τις πολιτικές αναφορές δίπλα στις λογοτεχνικές, γεγονός που χαρακτηρίζει τις ομιλίες της, αποδεικνύει την πεποίθησή της ότι η καλλιτεχνική έκφραση μάς δίνει την διαίσθηση και την επαναστατική έμπνευση στον ίδιο ή ακόμα και σε μεγαλύτερο βαθμό από τις πολιτικές απόψεις.

Η Γκόλντμαν και ο «Υπεράνθρωπος»

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας […] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την».  (Νίτσε)

«Η απουσία πίστης μου υπαγορεύεται κατά κύριο λόγο από την πίστη μου στις δυνατότητες του ατόμου».  (Ε. Γκόλντμαν)

Στα τελευταία της δοκίμια, η Έμμα Γκόλντμαν έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην επιρροή της τέχνης και της λογοτεχνίας αντί για την προπαγάνδα ή τον καθαρά πολιτικό λόγο. Έτσι, από το 1906 κι έπειτα, αναζητούσε στην έκδοση της εφημερίδας Μητέρα Γη ένα φόρουμ για θεωρητική συζήτηση καθώς και για «κοινωνικά αντιπροσωπευτική» τέχνη. Αποκρυσταλλώθηκε το 1911 στο δοκίμιο της Αναρχισμός και άλλα δοκίμια.

Όλα αυτά την οδηγούν να επαναλάβει ότι οι τρόποι έκφρασης του Νίτσε –ποιητικοί, λογοτεχνικοί ακόμη και οραματιστικοί– είναι εξ ίσου σημαντικοί με το περιεχόμενο που μεταφέρουν. Επανειλημμένα, στα δοκίμια και τις ομιλίες της, η Έμμα Γκόλντμαν υπερασπίζεται τις Νιτσεϊκές έννοιες, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε τις προκαταλήψεις του Brady. Προσπάθησε να διευκρινίσει ορισμένες παρερμηνείες σχετικά με τις ιδέες του Νίτσε που κυκλοφόρησαν στην Αμερική πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρερμηνείες που αργότερα επανέφεραν οι Ναζί, αφού ο φιλόσοφος έπαψε να είναι καθοδηγητής μεταξύ των διανοουμένων και των καλλιτεχνών (παρερμηνείες που ενθαρρύνονταν από την αδελφή του Ελισάβετ). Οι περισσότερες παρερμηνείες αφορούσαν την έννοια του υπεράνθρωπου, καθώς και τις ιδέες του σχετικά με έναν «αριστοκρατικό» ατομικισμό, που η Γκόλντμαν εξέλαβε ως ιδέες συγγενείς με τις ιδέες του Μαξ Στίρνερ. Η ίδια έδωσε εξηγήσεις, σχετικά με αυτό, δηλώνοντας ότι η ιδέα του υπεράνθρωπου ήταν η ιδέα μιας κοινωνίας που δεν έδινε χώρο σε μια φυλή άβουλων ή σκλάβων.

Έτσι, προωθώντας τον αθεϊσμό στη θέση του Χριστιανισμού (ή του Ιουδαϊσμού που είχε απορρίψει), η Γκόλντμαν βασίζει την «αντιπολιτευτική» της θέση στον ατομικισμό του Νίτσε και του Στίρνερ, για τους οποίους μας λέει ότι «έχουν αναλάβει την υποτίμηση των κοινωνικά νεκρών αξιών και της ηθικής του παρελθόντος», επιβεβαιώνοντας ότι και οι δύο φιλόσοφοι αντιτίθενται στον Χριστιανισμό επειδή τον θεωρούν ως την ηθική των δούλων, την άρνηση της ζωής, τον καταστροφέα όλων των στοιχείων που δίνουν δύναμη και χτίζουν χαρακτήρα. Πρέπει να ξεπεράσουμε τις παλιές παραδόσεις και τις ξεπερασμένες αξίες για να μάθουμε να δημιουργούμε νέα και όμορφα πράγματα.

Όλα αυτά τα ζητήματα επαναλήφθηκαν στις ομιλίες της Γκόλντμαν, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1913-1917. Πολλές από τις ομιλίες αφορούσαν άμεσα τον Νίτσε ή άλλα σχετικά θέματα. Αν και τα κείμενά τους χάθηκαν, από κάποια σχόλια προκύπτει ότι τα κείμενα της ομιλίας ήταν πολύ όμοια, παρ’ ότι οι τίτλοι των ομιλιών ποικίλλουν ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Παραδείγματος χάρη, επανειλημμένα απευθύνθηκε στο κοινό της με τον τίτλο «Νίτσε, η πνευματική καταιγίδα της κεντρικής Ευρώπης», «Νίτσε, η πνευματική καταιγίδα του Κεντροευρωπαϊκού Πολέμου», «Νίτσε, το πνευματικό κέντρο του Μεγάλου Πολέμου» ή «Ο Νίτσε και ο γερμανός Κάιζερ».

Αυτά τα κείμενα, σε συνδυασμό και με άλλη αντιπολεμική και αντι-στρατιωτική δραστηριότητα, οδήγησαν το 1917 (το έτος της εισόδου της Αμερικής στον μεγάλο πόλεμο) στη σύλληψή της, καθώς και στη σύλληψη του Alexander Berkman, με κατηγορίες περί συνωμοσίας που παρεμποδίζουν τις στρατολογήσεις και που οδήγησαν στην μεταγενέστερη απέλασή της στην κομμουνιστική Ρωσία.

Άλλες ομιλίες της σε αυτή την περιοδεία σχετίζονταν με τη συνάφεια της σκέψης του Νίτσε με μια μεγάλη ποικιλία αναρχικών ζητημάτων: ατομικισμός, αθεϊσμός, αντι-κρατισμός και αντιμορραλισμός. Τα υπόλοιπα, αν και δεν σχετίζονταν άμεσα με τον Νίτσε, μαρτυρούν την προθυμία της Γκόλντμαν να αναφέρει στις ομιλίες της τα κοινωνικά ζητήματα: ψήφος των γυναικών, αντισύλληψη, ελεύθερη αγάπη –μαζί με τις έννοιες του ατομικισμού του Νίτσε και του Στίρνερ. Έτσι, δήλωσε: «Η απουσία πίστης στην πλειοψηφία υπαγορεύεται από την πίστη μου στις δυνατότητες του ατόμου. Μόνο όταν είσαι ελεύθερος να επιλέξεις τους συντρόφους σου για έναν κοινό σκοπό, μπορείς να αναμένεις την τάξη και την αρμονία σε αυτόν τον κόσμο του χάους και της ανισότητας».

Το κράτος είναι ένα «κρύο τέρας»

«Ο Νίτσε αποκάλεσε το κράτος κρύο τέρας. Τι θα έλεγε για το φρικτό θηρίο των σύγχρονων δικτατοριών;» (Ε. Γκόλντμαν)

Στις 25 Ιουλίου 1915 έδωσε μια ομιλία στο Σαν Φρανσίσκο, με τίτλο «Ο Νίτσε, το κέντρο της πνευματικής θύελλας του πολέμου», η οποία περιγράφηκε στη Μητέρα Γη, όπου και πάλι αντιπαρατέθηκε στην επανάληψη των κατηγοριών εναντίον του φιλοσόφου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μιλούσαν για τον «άνθρωπο που είχε υποστηρίξει τη βούληση για εξουσία… που ήταν υπεύθυνη για τις σύγχρονες σφαγές στην Ευρώπη», επιβεβαιώνοντας ότι αυτοί που ισχυρίζονται το παραπάνω απλά «αποδεικνύουν ότι δεν έχουν καταλάβει τη σκέψη του Νίτσε». Η Γκόλντμαν κάνει μια παρόμοια προσέγγιση στο δοκίμιο της (άγνωστης ημερομηνίας) Ζήλια: αιτίες και μια πιθανή θεραπεία.

Στα κείμενα της και στα δοκίμια της μπορεί κάποιος να δει μία προσπάθεια διασταύρωσης Νιτσεϊκού ατομικισμού μαζί με έναν κροποτκινικό κολλεκτιβισμό, που κάνει την σκέψη της ιδιόμορφη. Έτσι, υποστηρίζει την αυτονομία τού εγώ και την αυτονομία της ίδιας, ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά ζητήματα όπως: της γυναίκας, της παιδικής ηλικίας, της εκπαίδευσης και των σχέσεων μεταξύ των φύλων.

Αλλά πάντα επιμένει ότι η αυτονομία δεν πρέπει ποτέ να θυσιάζεται για χάρη του κολλεκτιβισμού που διατυμπανίζουν τόσο οι κομμουνιστές όσο και οι σοσιαλιστές, καθώς και κάποιες μορφές αναρχισμού, όπως ο αναρχοσυνδικαλισμός, που βλέπει τις μάζες ή τους εργάτες ως επαναστατικό υποκείμενο. Αναφέροντας σχετικά, όπως πάντα, το παράδειγμά του, είπε: «Ο Νίτσε αποκάλεσε το κράτος κρύο τέρας. Τι θα έλεγε για το φρικτό θηρίο των σύγχρονων δικτατοριών; «Το άτομο δεν είναι τίποτα», αυτοί δηλώνουν «είναι η κοινότητα που μετράει». Τίποτα άλλο παρά η πλήρης παράδοση του ατόμου θα ικανοποιήσει την ακόρεστη όρεξη της νέας θεότητας.»

Αλλά η Γκόλντμαν διακρίνει τον όρο «ατομικισμός» από την κυρίαρχη αμερικανική αντίληψη του «σκληρού ατομικισμού». Απορρίπτει αυτή την έννοια, καθώς σημαίνει ότι «ο ατομικισμός είναι για τους ισχυρούς, ενώ ο λαός οργανώνεται σε μια κάστα σκλάβων για να εξυπηρετήσει μια χούφτα αυτοαποκαλούμενων υπερανθρώπων». Με παρόμοιο θέμα ήταν η ομιλία που έδωσε τον Ιανουάριο του 1917 στη Νέα Υόρκη, «Το κράτος και οι ισχυροί αντίπαλοι του: Friedrich Nietzsche, Max Stirner, Ralph Waldo Emerson, David (sic) Thoreau και άλλοι».

Ως αναρχική της ευρωπαϊκής παράδοσης, η σκέψη της ήταν διανοητικά, πολιτισμικά και γλωσσικά ξεχωριστή από άλλους ριζοσπάστες Αμερικανούς, όπως ο Benjamin Tucker. Η αμερικανική κληρονομιά της διαφωνίας απέκτησε τον χαρακτήρα της από έναν συνδυασμό Προτεσταντισμού, Ατομικισμού των Emerson/Thoreau και δημοκρατίας του Τζέφερσον. Φιλοσοφικές σκέψεις και προσεγγίσεις, από τις οποίες η αναρχία της Γκόλντμαν κράτησε ελάχιστα στοιχεία. Έτσι, ανασχημάτισε την ιδέα του Στίρνερ για το εγώ και του κολλεκτιβισμού του Κροπότκιν και τις συνέδεσε με την αντίληψη του Νίτσε για την απαξίωση όλων των παλιών αξιών, εφαρμόζοντας το σύνολο στο αμερικανικό κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο.

Οι ομιλίες της Γκόλντμαν για τον Νίτσε, για τις σκέψεις του φιλόσοφου, έστειλαν ένα μεταθανάτιο μήνυμα. Και αυτό για την Γκόλντμαν αντιπροσώπευε τον στόχο της αναρχίας, όπως την οραματίστηκε –ένα όραμα που της επέτρεπε να επιβεβαιώσει ότι «ο Νίτσε ήταν αναρχικός».

Alberto Eiriz

Πηγή:anarchypress

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*