Walter Benjamin: Σύντομη εισαγωγή στο έργο του και στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεωρείται από τους πιο σημαντικούς και πολυμελετημένους φιλόσοφους, στοχαστές, κριτικούς λογοτεχνίας, ιστορικούς της κουλτούρας (και πολλές άλλες ιδιότητες που θα μπορούσαν να του έχουν αποδοθεί ή να του αποδοθούν εξαιτίας του πολυποίκιλου έργου του)· ωστόσο μία από τις βασικές προσφορές του σύμφωνα με τους μελετητές του είναι μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας, μέσα από τις αποσπασματικές, αινιγματικές, αλληγορικές, α-συστηματικές αλλά βαθιά ανατρεπτικές και ουσιαστικά κριτικές Θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας, που συνιστούν ένα από τα πλέον σημαντικά φιλοσοφικά και πολιτικά κείμενα του 20ου αιώνα. Ο Μπένγιαμιν εντάσσεται στην παράδοση της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης (μαζί με τους Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε κ.α.) και όπως γράφει ο Μίκαελ Λέβι είναι «ένας επαναστάτης κριτικός της φιλοσοφίας της προόδου, ένας μαρξιστής αντίπαλος του ‘προοδευτισμού’, ένας νοσταλγός του παρελθόντος που ονειρεύεται το μέλλον, ένας ρομαντικός παρτιζάνος του υλισμού» (Löwy:13).

Η αναφορά στην Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης, δηλαδή στους στοχαστές που εργάζονται ή συνδέονται με το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης από το 1930 περίπου και έπειτα, μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε δύο βασικές διαστάσεις της κριτικής στο έργο του Μπένγιαμιν:

α. την κριτική της βιομηχανικής/εργοστασιακής νεωτερικότητας (με κύρια έμφαση στην επίθεση απέναντι στις έννοιες της «ανάπτυξης» και της «προόδου»)· επίκριση του καπιταλισμού,

β. την κριτική στην επικρατούσα ορθόδοξη μαρξιστική θεωρία και η οποία επίσης είχε ως βασικό άξονα την εμπιστοσύνη στην έννοια της προόδου και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ως ντετερμινιστική διέξοδο από το καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικών σχέσεων· επίκριση του σταλινισμού.

Ο Μπένγιαμιν θέτει στο επίκεντρο τις έννοιες της αλλοτρίωσης, της αποξένωσης, του φετιχισμού που είχαν σχεδόν αποσιωπηθεί (αν σκεφτούμε ότι ο Λούκατς αποκήρυξε το περίφημο έργο τουΙστορία και ταξική συνείδηση στο οποίο αναστοχάζεται με εκπληκτικό τρόπο στο ζήτημα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμένου υποκειμένου), δηλαδή την θεωρία του Μαρξ ότι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους παρουσιάζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα (παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων), ότι δηλαδή ζούμε σε μια εμπράγματη κοινωνία (φετιχισμός του εμπορεύματος).
Ως μαρξιστής στοχαστής ο Μπένγιαμιν ενδιαφέρεται ακριβώς για το ζήτημα της επανάστασης, δηλαδή της αλλαγής του κόσμου, της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και αυτό το κεντρικό ζήτημα τίθεται σε όλα τα έργα του, φιλοσοφικά και αισθητικά. Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ένα από το βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι αυτό της ιστορικής χρονικότητας σε σχέση με την επανάσταση, δηλαδή η σύλληψη της επανάστασης όχι «ως ‘φυσικό’ ή ‘αναπόφευκτο’ αποτέλεσμα της τεχνικής και οικονομικής προόδου», όπως υποστήριξαν μέχρι τότε οι ορθόδοξες μαρξιστικές θεωρίες και οι πρακτικές και πολιτικές του σταλινισμού αλλά «ως διακοπή μιας ιστορικής εξέλιξης η οποία οδηγεί στην καταστροφή» (Löwy:25).

Κριτικές απέναντι στον αστικό βιομηχανικό πολιτισμό, οι ιδέες του Μπένγιαμιν είναι συγγενείς προς το σουρεαλιστικό ρεύμα από το οποίο αντλεί την έννοια του μύθου και της μαγικής διάστασης της κουλτούρας του παρελθόντος που διαπερνά ως αστραπή τη στιγμή της πάλης και της εξέγερσης των καταπιεσμένων στο παρόν, δηλαδή ένα είδος ουτοπικού ρομαντισμού που αποστρέφεται ωστόσο τις συντηρητικές και φασιστικές ερμηνείες και αναδεικνύει ως επίκεντρο την ανατροπή της εξουσίας.

Στο έργο του Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής, και σε αντίθεση με τη θεωρία αρκετών από τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης που ανησυχούσαν για τις αρνητικές συνέπειες της μαζικής κουλτούρας -ως απόρροια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής- ως προς τις δυνατότητες κοινωνικής χειραφέτησης (Αντόρνο), ο Μπένγιαμιν διαβλέπει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που ωθούν προς την κοινωνική χειραφέτηση. Η μηχανική αναπαραγωγή των έργων τέχνης διαλύει την «αύρα» των έργων τέχνης ή οδηγεί σε μια κοινωνικά αλλοτριωμένη παραγωγή της.

Ο Μπένγιαμιν χρησιμοποιεί την «αύρα» για να ορίσει την παραδοσιακή έννοια της αυθεντικότητας ενός έργου τέχνης, η οποία δεν συνίσταται σε μια εγγενή ιδιότητα που αντικατοπτρίζεται στα μάτια του θεατή αλλά αποτελεί κοινωνική σχέση διαντίδρασης στην οποία επισωρεύονται εξωτερικά χαρακτηριστικά (κάτοχος και ιδιοκτήτης του έργου, χώρος και χρόνος έκθεσης, πολιτιστική αξία, μια εξουσιαστική δομή που διακρίνει τη σφαίρα της «υψηλής» από τη «λαϊκή» τέχνη, τελευταίο καταφύγιο της οποίας αποτελεί το μουσείο που πλέον προσδίδει στο έργο τέχνης την αύρα της αυθεντικής μοναδικότητας). Η καταστροφή της «αύρας», της μοναδικότητας ή της ιεροτελεστικής δημιουργίας του έργου τέχνης, μέσα από την μηχανική του αναπαραγωγή, αποτελεί επομένως κατά τον Μπένγιαμιν τη χειραφετητική δυνατότητα των αποκλεισμένων από την «υψηλή κουλτούρα» μαζών, που στην ουσία αποτελούν τους πραγματικούς παραγωγούς, να οικειοποιηθούν ξανά τους μύθους και τους φαντασιακούς δεσμούς πέρα από εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις της επικρατούσας αστικής ιδεολογίας. Ωστόσο εντοπίζει ταυτόχρονα και την «ιστορική ισχύ του αγοραίου καπιταλισμού να ‘επαναμαγεύσει’ τις παραγόμενες πολιτιστικές μορφές με όχημα αυτά τα ίδια τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας που απαξίωσαν το παραδοσιακό πλαίσιο τελετουργικής πρόσληψης των έργων τέχνης» (Δαρεμάς: 238). Αυτή η επαναμάγευση είναι η σύσταση έργων τέχνης ως εμπορευμάτων-φετίχ που συμβολίζουν τη λατρεία του καπιταλισμού, αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει φαντασμαγορία του εμπορεύματος. Ωστόσο, κατά τον Μπένγιαμιν, στον φετιχιστικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, πέρα από τον πυρήνα της καθολικής αλλοτρίωσης διαφαίνεται και ένα δυναμικό υπέρβασής της, καθώς αποτελεί τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα της συλλογικής μνήμης, των ονείρων και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών που ωστόσο δεν έχουν χαθεί, υπάρχουν ως πλεόνασμα στη μορφή της άρνησής τους.

Μία από τις βασικές στιγμές της σκέψης του Μπένγιαμιν είναι η αναφορά στη διαλεκτική εικόνα. Για τον Μπένγιαμιν, η εικόνα αποτελεί ένα τρίτο στοιχείο ανάμεσα στη φόρμα και το περιεχόμενο ως συναστρία ομοιώσεων. Με αφετηρία την έννοια της ομοίωσης ο Μπένγιαμιν κάνει αναφορά στον κόσμο των ονείρων ως συμβάντα που εμφανίζονται όχι με τρόπο ταυτοτικό αλλά παρόμοιο. Η εικόνα είναι για τον Μπένγιαμιν αυτή η διάπλαση –όχι υλική– όπου αναγνωρίσιμες εμπειρίες, η ιστορία και η πραγματικότητα, εκδηλώνονται ως μια εικόνα ανάμνησης. Οι διαλεκτικές εικόνες του Μπένγιαμιν ξεφεύγουν από την κυριαρχία της υλικής εικόνας, δηλαδή της αναπαριστατικότητας της πραγματικότητας, και μετατρέπονται σε εικόνες σκέψης, στις οποίες εγγράφονται κειμενικά η ιστορία, η πραγματικότητα και η εμπειρία. Αποτελούν αναπαραστάσεις ιδεών στις οποίες ωστόσο η ιδέα έχει αφανιστεί ή κρυφτεί σε ένα είδος ανάμνησης ή αιφνίδιας επίγνωσης. Η διαλεκτική εικόνα είναι ένας υβρίδιο κατανόησης του χρόνου και της ιστορίας. Στις παρισινές στοές ο Μπένγιαμιν προσδιορίζει τη διαλεκτική εικόνα ως τόπο όπου «αυτό που υπήρξε εισέρχεται αστραπιαία σε μια συναντρία με το τώρα. Με άλλα λόγια: η εικόνα είναι διαλεκτική εν στάσει. Γιατί ενώ η σχέση του παρόντος προς το παρελθόν είναι καθαρά χρονική, συνεχής, η σχέση αυτού που υπήρξε προς το τώρα είναι διαλεκτική: δεν είναι ροή αλλά εικόνα, άλμα». Η διαλεκτική εικόνα είναι ένα μέσο ώστε να αναγνωρίσουμε τον κόσμο, στο παρελθόν του και το παρόν του, αλλά κυρίως σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα δύο (σύζευξη εμπειρίας και σκέψης). Αυτές οι διαλεκτικές εικόνες είναι που μπορούν να καταστρέψουν την φαντασμαγορία του εμπορεύματος, και του έργου τέχνης ως εμπορεύματος, να θραύσουν την φαινομενικότητα και τη φενάκη που μας κρατά δέσμιους στον κόσμο των εμπορευμάτων.

Ένα παράδειγμα των διαλεκτικών εικόνων του Μπένγιαμιν είναι οι Θέσεις του για την φιλοσοφία της ιστορίας. Οι θέσεις, ως διαλεκτικές εικόνες, δεν αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα για τη φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά οι ίδιες ως ιερογλυφικά, ως γρύφοι ή ως ιερά κείμενα –αν και αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες– παρουσιάζουν σκέψεις γύρω από ιστορικές συλλήψεις, γύρω από αυτό που θεωρείται ως ιστορικό και τελικά γύρω από την ίδια την έννοια της Ιστορίας. Το κείμενό του αρχίζει με την αμφιλεγόμενη εικόνα του αυτόματου. Το αυτόματο ή μαριονέτα είναι στην πρώτη θέση του Μπένγιαμιν ο «ιστορικός υλισμός», ο οποίος ωστόσο αναφέρεται μέσα σε εισαγωγικά.

Ο ιστορικός υλισμός, δηλαδή η μαρξιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι υλικοί όροι ζωής καθορίζουν την ιστορική πορεία των κοινωνιών, τίθεται στο στόχαστρο της κριτικής του Μπένγιαμιν όχι καθεαυτός αλλά βάσει των ύστερων ερμηνειών του και της υποβάθμισής του σε στείρο οικονομισμό, δηλαδή στον λεγόμενο χυδαίο «υλισμό», που υποστήριζε πως και η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στην πλειοψηφία του λαού θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της καπιταλιστικής λογικής (σοσιαλιστική ουτοπία) χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει κατά βάση την ίδια την καπιταλιστική λογική που βασίζεται στις έννοιες της προόδου, της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της συσσώρευσης. Για να κερδίσει ο ιστορικός υλισμός την μάχη με τον εχθρό, δηλαδή με την αστική τάξη και το κεφάλαιο, χρειάζεται σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν την βοήθεια του νάνου, που κινεί τα νήματα, δηλαδή της θεολογίας. Ο θεολογικός νάνος, ως ψυχή ενός άψυχου και νεκρού αυτοματισμού στον οποίο μετατρέπεται η φιλοσοφία όταν γίνεται δόγμα, δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε αντίστοιχο θεολογικό δόγμα. Αποτελεί στην ουσία τον αντίποδα του εξορθολογισμού που επέβαλλε ο Διαφωτισμός, έχει τις ρίζες του στον επαναστατικό ρομαντισμό και εισάγει μια παράμετρο μυστικιστική που σχετίζεται με το απροσδόκητο της εξέγερσης των καταπιεσμένων η οποία εμφανίζεται “ως αστραπή σε μια στιγμή κινδύνου”, την αναμνημόνευση των αγώνων του παρελθόντος, το καταπιεσμένο πλεόνασμα των ανθρώπινων επιθυμιών και των ονείρων που εμφανίζονται στην αρνημένη τους μορφή και που δεν σκιαγραφούνται σε απλές οικονομικές ή σχέσεις παραγωγής αλλά που διατρέχουν την πάλη των τάξεων.

Στην ένατη από τις θέσεις ο Μπένγιαμιν παρουσιάζει την εικόνα του αγγέλου της ιστορίας, βασισμένη στον πίνακα του Klee,Angelus Novus. Ο άγγελος της ιστορίας αποτελεί μια διαλεκτική εικόνα, μια εικόνα-σκέψη. Ωθείται από μια θύελλα προς μια καθορισμένη κατεύθυνση, προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή είναι «αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο» και είναι τόσο δυνατή που παγιδεύει τα φτερά του αγγέλου και δεν του επιτρέπει να τα κλείσει, δηλαδή να σταματήσει την προκαθορισμένη και ιλιγγιώδη πορεία της ιστορίας προς το μέλλον. Η κίνηση του κειμένου εδώ βασίζεται σε μια πολλαπλή αλλαγή της προοπτικής ανάμεσα στο βλέμμα του παρατηρητή προς τον άγγελο και την προοπτική της δυναμικής κίνησης του ίδιου του αγγέλου ως προς το σημείο που βρίσκεται καθώς και στην προοπτική του διάκενου της επιθυμίας του (να παραμείνει) ανάμεσα στις δύο χρονικότητες στις οποίες υπερίπταται. Η κίνησή του προς το μέλλον είναι ανάστροφη, έχει την πλάτη στραμμένη σε αυτό, ενώ το πρόσωπό του, με βλέμμα στυλωμένο, μάτια γουρλωμένα, στόμα ανοιχτό και φτερά αναπεπτάμενα βρίσκεται στραμμένο προς το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν, δηλαδή την ιστορία, που εμείς όπως αναφέρει ο Μπένγιαμιν μεταφράζουμε ως απλή αλληλουχία γεγονότων, είναι για τον άγγελο ένας σωρός ερειπίων, όχι ως στατικό στοιχείο, αλλά ως δυναμική κίνηση που η ίδια η ιστορία φέρει και επισωρεύει στα πόδια της και στα πόδια μας, είναι μια αλληλουχία καταστροφών.

Σε αυτή την αλληγορία ο Μπένγιαμιν μας προτείνει κάτι νέο: αντί να τρέξουμε προς τον παράδεισο με τη δύναμη της προόδου, όπως υποστήριζε ο ιστορικός υλισμός του ορθόδοξου μαρξιστικού ρεύματος, αντί δηλαδή να τρέξουμε προς την πραγματοποίηση της ιδέας ενός σοσιαλισμού μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα εντείνουν την εκμετάλλευση και την κυριαρχία στο έπακρο και θα οδηγήσουν σύμφωνα με την συγκεκριμένη αντίληψη το προλεταριάτο στην επανάσταση και την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας (παράδεισος), αντί δηλαδή να συνταυτιστούμε με την ιλλιγιώδη κίνηση της προόδου, είναι καλύτερο να κάνουμε το ανάποδο, δηλαδή να τραβήξουμε το φρένο της ιστορίας, να σταματήσουμε αυτή την κίνηση που επισωρεύει ερείπια και καταστροφές, όπως η Χιροσίμα ή το Άουσβιτς.

Ο άγγελος της ιστορίας θέλει να σταματήσει, να χρονοτριβήσει, να συνενώσει ό,τι είναι θρυμματισμένο, να «δέσει τις πληγές των θυμάτων» από όλες τις αιματηρές εμπειρίες που έχει να παρουσιάσει η ιστορία, να ξυπνήσει τους νεκρούς των πολέμων και του ναζισμού αλλά η θύελλα της προόδου, που περιγράφεται ως φυσικό φαινόμενο ακριβώς για να παρουσιάσει το αναπόφευκτο της ίδιας της λογικής της, τον εμποδίζει. Ο άγγελος της ιστορίας είναι η κίνηση της ιστορίας που καθορίζεται από την υλική συγκρότηση των ιστορικών συμβάντων. Αυτή η κίνηση μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που υπάγονται ολοκληρωτικά στην ανάπτυξη, την καταστροφή της φύσης, την ακόρεστη παραγωγή και συσσώρευση εμπορευμάτων, είναι το αφηρημένο συνεχές της ιστορίας ως αδήριτος εξελικτισμός, είναι ο χρόνος της ταξικής κυριαρχίας. Για τον Μπένγιαμιν η επαναστατική προοπτική συνίσταται στην άρνηση ή στο σπάσιμο αυτού του συνεχούς της ιστορίας, στην οποία ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτε καινούργιο παρά η επισώρευση νέων ερειπίων και νέων καταστροφών. Είναι ανάγκη η ανθρωπότητα να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης, να εναντιωθεί σε αυτή τη συγκεκριμένη λογική της ιστορίας, αν εξεγερθεί απέναντι στη φρενήρη πορεία που μας οδηγεί στην άβυσσο.

Ας σκεφτούμε την πραγματικότητα στην Ελλάδα σήμερα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή πολλές από τις εικόνες που συνθέτει η αλληγορία του αγγέλου της ιστορίας του Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε περικυκλωμένοι από μια ιστορική λογική που μας λέει πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει εναλλακτική, πως πρέπει να δεχτούμε την νέα πειθαρχία που επιβάλει το κεφάλαιο, τα μέτρα λιτότητας και τα μνημόνια. Και επίσης μας λέει πως δεν υπάρχει περίπτωση να εναντιωθούμε σε αυτή την καταστροφική λογική του κεφαλαίου και φυσικά ότι ακόμη κι αν εναντιωθούμε δεν υπάρχει καμία περίπτωση να νικήσουμε. Και μας το λέει με χίλιους τρόπους. Κι όμως αυτό που συμβαίνει μέσα από το κίνημα ή καλύτερα το κύμα αντίστασης και ανυποταγής από τους ανθρώπους, άλλοτε σιωπηλό και καθημερινό και άλλοτε ως ξέσπασμα οργής για την αξιοπρέπεια που μας στερούν, όπως συμβαίνει και με όλα τα κινήματα σε όλο τον κόσμο και σε όλη την πορεία της ιστορίας, είναι ακριβώς αυτό: να φτύνει κατάμουτρα αυτή τη μονόδρομη λογική και να συνεχίζει να λέει «όχι», να επιμένει να μην προσαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές διαχείρισης και επιβολής, να προσπαθεί να τραβήξει το φρένο της έκτακτης ανάγκης.

Και για τον Μπένγιαμιν, αυτό ακριβώς κάνει και ο καλλιτέχνης όχι μόνο με μια πολιτική εικόνων αλλά και ως μέρος ενός ολιστικού πεδίου, που είναι γι’ αυτόν η πολιτική και από το οποίο κανείς δεν παραμένει εκτός.

Κ.Ν. Οαχάκα, 3/2012

Αναφορές και σχετική βιβλιογραφία

Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη, 2010, (συλλ. έργο),
Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.),
Αθήνα: Αλεξάνδρεια

Βάλτερ Μπένγιαμιν. Εικόνες και Μύθοι της νεωτερικότητας,
2007, (συλλ. έργο), Αγγελική Σπυροπούλου (επιμ.), Αθήνα:
Αλεξάνδρεια

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2004, Μονόδρομος, Αθήνα: Άγρα

Benjamin, W., 2005, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια
εννιακόσια, Αθήνα: Άγρα

Κώστας Μαράς, 2011, Ο φετιχισμός στην τέχνη του 20ου
αιώνα, Αθήνα: futura

Löwy, M., 2004, Walter Benjamin: Προμήνυμα Κινδύνου. Μια
ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»,
Αθήνα: Πλέθρον

Ροζάνης, Σ., 2006, Walter Benjamin: η ιεροποίηση του
αποσπάσματος, Αθήνα: Μεταίχμιο

Sergio Tischler, 2011, Χρόνος και Χειραφέτηση. Ο Μιχαήλ
Μπαχτίν και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στη ζούγκλα Λακαντόνα,
Αθήνα: futura

Πηγή: Theshadesmag

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.