Συνέντευξη: Alfredo Cospito – “Ποια Διεθνής;” (Τρίτο μέρος)

Η ακόλουθη συνέντευξη αποτελεί το τρίτο μέρος ενός εν εξελίξει διαλόγου μεταξύ του αιχμάλωτου αναρχικού συντρόφου Alfredo Cospito, ο οποίος βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή της Ferrara, και τους συντάκτες της Ιταλικής αναρχικής εφημερίδας Vetriolo (Βιτριόλι). Απ’ όσα γνωρίζουμε, το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα αγγλικά, ωστόσο το δεύτερο μέρος μεταφράστηκε από τα συντρόφια του AMW (Abolition Media Worldwide) τον Απρίλιο του ’19. Το Βιτριόλι έχει δημοσιεύσει τη συνέντευξη σε αποσπάσματα, ενώ σχεδιάζει να τη συμπεριλάβει στην ολότητά της σε επερχόμενη έκδοση. Ελπίζουμε πως με τη μετάφρασή μας κατορθώσαμε να διατηρήσουμε ακέραιο το αυθεντικό πνεύμα της συνέντευξης, ωστόσο είμαστε έντονα συνειδητοποιημένοι πως ορισμένα λάθη πιθανώς να έχουν συμβεί, και καλωσορίζουμε οποιαδήποτε ανταπόκριση σχετικά με αστοχίες επιδεχόμενες διόρθωσης. Για την απόκτηση αντίτυπων του Βιτριόλι, επικοινωνήστε στο vetriolo[at]autistici.org.

*

Σε ορισμένα από τα πρόσφατα κείμενά σου είχες επιδιώξει να ανοιχτεί ένας διάλογος σχετικά με: τη δράση και τις ομάδες συγγένειας, τις ατομικές πρωτοβουλίες, τις αναλήψεις ευθύνης, τις μεθόδους άτυπης οργάνωσης μεταξύ αναρχικών, και την προπαγάνδα μέσω πράξης. Υπάρχουν πάμπολλες διαφορετικές εμπειρίες διατηρημένες μέχρι και σήμερα, πολυδιάστατες και ποικίλες, μεταξύ των διάφορων τάσεων του αναρχισμού. Δεν πιστεύουμε πως για τον αναρχισμό της πράξης τίθεται θέμα μη διαθεσιμότητας ή αδυνατότητας όσον αφορά το υπάρχον ιστορικό πλαίσιο. Οι αναρχικοί, με διάφορους τρόπους σε κάθε εποχή, ανέκαθεν ενεργούσαν στο “εδώ και τώρα”. Θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε, αξιολογώντας αυτές τις εμπειρίες και τους πολύμορφους τρόπους δράσης και οργάνωσης αντιιεραρχικού και οριζόντιου χαρακτήρα: Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως υποβόσκει, ιδίως στην Ιταλία, μία ιδεολογική προκατάληψη εναντίον των “άτυπων οργανώσεων”, των “αναρχικών ομάδων” και των “αναλήψεων ευθύνης”; Αντίστοιχα, μήπως εν τέλει ο (κινηματικός) διάλογος, ο οποίος πολλές φορές καταντάει παρωδία, απέχει πολύ από τη δυνατότητα να προσδώσει απόλυτη εγκυρότητα ή θεωρητικές-πρακτικές αποδείξεις σχετικά με “την  αναπαραξιμότητα, την άτυπη οργάνωση, την ανωνυμία”, γειωμένα στο ιταλικό παράδειγμα, το οποίο είναι εμποτισμένο με περιορισμούς όσον αφορά τη μεθοδικότητα, τη λειτουργικότητα και, εξ ορισμού, την παραγωγή λόγου/δράσεων, βουτηγμένο σε μια παραμορφωμένη λογική περί “κινημάτων”;

Η ιδεολογική προκατάληψη εναντίον της άτυπης οργάνωσης δεν είναι κάτι νέο εδώ. Μολονότι δεν τίθεται αμφιβολία πως μερικά παραδείγματα χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής από τις παραδοσιακές αναρχικές οργανώσεις συγκριτικά με άλλα. Οι ”μικρές”, εύκολα οικειοποιήσιμες, ανώνυμες δράσεις εναντίον δομών της κυριαρχίας, δίχως τη συνοδεία ακρωνυμίων, δημιουργούν λιγότερα προβλήματα απ’ ότι δράσεις που απειλούν τη ζωή ανδρών και γυναικών σε θέσεις ισχύος, ιδίως όταν αυτές αναλαμβάνονται επώνυμα, δημιουργώντας μία χρονική συνέχεια. Οι πρώτες, εν αντιθέσει με τις δεύτερες, είναι πιο αποδεκτές από το κίνημα, για τον απλό λόγο ότι δεν οξύνουν στο ίδιο επίπεδο τις κατασταλτικές πολιτικές του Κράτους. Η απόρριψη του ινσουρεξιονισμού (εξεγερτισμός) ή άτυπων οργανώσεων τύπου FAI/FRI (Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο) από τον ”κλασσικό” αναρχισμό, πραγματοποιείται υπό την πρόφαση ηθικών φραγμών καταδίκης της βίας, και ειδικά συγκεκριμένων δράσεων (βομβιστικών επιθέσεων, εμπρησμών, παγιδευμένων δεμάτων, τραυματισμών, απαλλοτριώσεων). Για όσους αρέσκονται να προσδιορίζουν τους εαυτούς τους ως ”επαναστάτες”, είναι παραπάνω από προφανής η υποκρισία τέτοιων αποφάνσεων. Η επανάσταση, με το τραγικό αποτύπωμα των κοινωνικών πολέμων, είναι εκ των πιο βίαων υποθετικών γεγονότων, και, όταν μιλάμε για τον ”κλασσικό” κοινωνικό και οργανωμένο αναρχισμό, μιλάμε για συντρόφους που δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ το πρόταγμα της επανάστασης εν είδει μιας βίαιης ρήξης με το σύστημα. Για όσους δεν εξορίζουν την επαναστατική βία από την ιδεολογική τους επικράτεια, η αγανακτισμένη αντίθεσή τους σε συγκεκριμένες πρακτικές έχει τις ρίζες της αλλού, όχι στην ηθική, αλλά στον φόβο. Στον φόβο της καταστολής, στον φόβο της απώλειας αυτής της απατηλής (ωστόσο βολικής) εικόνας του αφελούς αναρχικού ονειροπόλου, του αθώου και ανυπεράσπιστου θύματος του συστήματος, η οποία, από τη σφαγή της Piazza Fontana και έπειτα -εδώ στην Ιταλία- χρησιμοποιείται συχνά ως άμυνα απέναντι σε κατασταλτικές εκστρατείες. Μία ”οσία” φιγούρα, στην οποία ένας ορισμένος ”κοινωνικός αναρχισμός” -συχνά μεταμοντέρνος- έχει βασίσει τους προσωπικούς του μύθους και προσδοκίες. Η αναρχική ένοπλη πάλη, μολονότι μειοψηφική, έχει στηλιτεύσει τον εν λόγω ”μύθο”, ειδικά όταν αναλαμβάνεται περήφανα απέναντι στα πρόσωπα των δικαστών. Επομένως, οφείλουμε να συμβιβαστούμε με το αναπότρεπτο: Η ”ιδεολογική” προκατάληψη εναντίον νέων μορφών αγώνα είναι συστατικό στοιχείο της φύσης των πραγμάτων. Κάθε νέα μορφή οργάνωσης ”αποδιοργανώνει” αδυσώπητα τις προϋπάρχουσες πραγματικότητες μαζί με τα πεπερασμένα όριά τους, αντικαθιστώντας και αμφισβητώντας τες. Η γέννηση όσων αποκαλείτε ”τάσεις” είναι το  συμπαρομαρτούν αποκύημα της ”αποδιοργάνωσης” που επιφέρει η σύγκρουση. Η ιστορία μας βρίθει εσωτερικών σπαραγμών μεταξύ συντρόφων οι οποίοι, θεωρητικά, (παρότι με διαφορετικές πρακτικές) θα περίμενε κανείς να βρίσκονται σε κοινό μετερίζι. Οι ”ινσουρεξιονιστές” (εξεγερσιακοί), όταν έκαναν την εμφάνισή τους τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, υπέστησαν πολύ βίαιες επιθέσεις, καθώς εγείρονταν επαίσχυντες κατηγορίες εναντίον τους. Δεκαετίες αργότερα, οι κατηγορίες αντίστοιχου περιεχομένου δεν έλειψαν απέναντι σε συντρόφια της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI). Ωστόσο, έχοντας διατυπώσει τα παραπάνω, πρέπει να ειπωθεί επίσης πως η επικύρωση του ”νέου” σχεδόν πάντα συνοδεύεται με ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο ”παλιό”, και εμείς οι αναρχικοί δεν αποτελούμε εξαίρεση. Η εφάμιλλη λεκτική επιθετικότητα εναντίον των ”επίσημων” αναρχικών δεν απουσίασε (”οι γραφειοκράτες αναρχικοί”, ”οι δειλοί”, ”οι ρεφορμιστές”, ”οι αστοί”…), τίποτα όμως το τραγικό, φυσιολογικές δυναμικές (ακόμη κι αν συχνά ήταν δυσάρεστες και αντιπαραγωγικές) εντός ενός αναρχικού κινήματος ξέχειλου από ανταγωνιστικά πάθη και αντιλήψεις, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο -επιτρέψτε μου να πω- ακόμα ζωντανού.

Διατείνεσαι πως ο διάλογος κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε απλή ”χλεύη για τη χλεύη” και πως ”η οικειοποιήση, ο αφορμαλισμός, η ανωνυμία” απέχουν πολύ από το να βρουν πραγματικά ”θεωρητικο-πρακτικά” ερείσματα, όντας ήδη σκοροφαγωμένα στις βάσεις τους (a priori) από μια διαστρεβλωμένη σεχταριστική λογική. Θα είχες δίκιο αν ομόλογες πρακτικές δεν είχαν δοκιμαστεί ποτέ εμπράκτως, στην πραγματικότητα όμως, ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος τα βιώνει για χρόνια στο ίδιο του το πετσί. Βρίσκομαι χρόνια στη φυλακή γι’ αυτή μου την επιλογή. Ευτυχώς ή δυστυχώς, εφάρμοσα αυτόχρημα στην πράξη την αποτελεσματικότητα και τις συνέπειες αντίστοιχων ”εννοιών”.  Έχω απολαύσει συναρπαστικές νίκες και έχω υποστεί αντίστοιχα αποκαρδιωτικές ήττες. Όταν ”λερώνουμε” τα χέρια μας πράττοντας, οι εξυψώσεις και οι πτώσεις είναι αναπόφευκτες. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένες δυναμικές της σύγκρουσης, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Όλα είναι πιθανά, ακόμα και τα πιο αδιανόητα πράγματα μπορούν να πραγματοποιηθούν ως δια μαγείας. Η μοναδική απρόσβλητη βεβαιότητά μας είναι πως μόνο διαμέσου της συστηματικής σύγκρουσης με την κυριαρχία  μπορούμε να επανεξετάσουμε, να επεκτείνουμε και να βελτιώσουμε τη δράση και την τακτική μας, τα υπόλοιπα είναι επουσιώδη. ”Αναπαραξιμότητα, αφορμαλισμός, ανωνυμία”, 3 απλές λέξεις με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για ‘μένα από απλές αφηρημένες και πνευματώδεις θεωρίες. Έχω επιχειρήσει (όχι πάντα επιτυχώς) να είμαι συνεπής, ζώντας την Αναρχία μου σε χρόνο Ενεστώτα.

Αναφορικά με την ”αναπαραξιμότητα”, την ταυτίζω με ένα αίσθημα: της ευφροσύνης όταν κάποιος θωρεί τις πρακτικές του (όπως η αναρχική δράση) να τον αιφνιδιάζουν καθώς διαδίδονται παγκοσμίως. Το 1980 έζησα μια επιδημία επιθέσεων σε πυλώνες ηλεκτρισμού σε όλη την επικράτεια. Δεκαετίες αργότερα, έκπληκτος, βίωσα γεμάτος ενθουσιασμό τις διεθνείς καμπάνιες αλληλεγγύης και την έκρηξη της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI/IRF) να φτάνει σχεδόν στις άκρες του κόσμου. Παρελθούσες εμπειρίες (υπερβολικά βραχύβιες κάποιες φορές), που αφήνουν όμως το στίγμα μιας ζωής γεμάτης, μιας ζωής αξιοβίωτης, της ζωής ενός αναρχικού της πράξης, μιας ζωής ξέχειλης από αισιοδοξία. Απολαύσεις δύσκολο να κατανοηθούν από όσους τις στερήθηκαν, αλλά εφικτό να επιτευχθούν όταν απλώς εισβάλεις στο προσκήνιο και μεταφέρεσαι από τη θεωρία στην πράξη ανακαλύπτοντας έναν νέο κόσμο.

Οι 3 προαναφερθείσες πρακτικές, με το κύλισμα των χρόνων, δοκιμάστηκαν όλες στο μέτωπο -μηδεμιάς εξαιρουμένης- και, παρότι (πότε πότε) συντήρησαν μία στρεβλή, σεχταριστική λογική, συνιστούν τις πλέον ζωτικές και μαχητικές πλευρές της αναρχίας, της έμπρακτης εφαρμογής της. Ειδικά όταν αυτές οι συζητήσεις εμπλέκουν συντρόφια μυημένα στη δράση, τότε αποκτούν μία διαφορετική, πραγματική εμβρίθεια. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμα και μεταξύ συντρόφων της αφορμαλιστικής τάσης, δεν απουσιάζουν αντιθέσεις, και δη ισχυρές. Δε θα έπρεπε να ξαφνιαζόμαστε, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν πως η τελευταία (η αφορμαλιστική τάση) χαρακτηρίζεται από ποικίλες δυναμικές, τόσο στο δομικό-οργανωτικό κομμάτι, όσο και στο ”επιχειρησιακό”. Με την πάροδο των χρόνων, οι μεγαλύτερες αντεγκλήσεις σχετίζονται με το ζήτημα των αναλήψεων ευθύνης, κυρίως με τη χρήση ακρωνυμίων και σταθερών υπογραφών – υστερούν μόνο σε σύγκριση με τη διαμάχη γύρω από την ”θεαματικοποίηση” ορισμένων δράσεων και την κατηγορία πως αδυνατούν να καταστούν οικειοποιήσιμες. Στην ουσία μιλάμε για διαφορετικές πρακτικές, καίτοι όχι ανταγωνιστικές, με θεμελιωδώς διαφορετικές απολήξεις. Αυτό εμπερικλείει αντιμαχόμενες στάσεις και επιλογές ζωής που διακρίνουν τις 2 πλευρές της σύγχρονης αναρχίας της πράξης. Από τη μία πλευρά το ”αντί-κοινωνικό” και ”μηδενιστικό” ρεύμα, το οποίο τεντώνει τη βιαιότητα της δράσης στις πιο ακραίες της συνέπειες, απηχώντας τον ”μύθο” της ”εκδικητικής αναρχίας”. Διατηρεί τις ”κοινωνικές” προεκτάσεις της δράσης, μετατεθειμένες όμως στο μέλλον: όταν ο ”μύθος” θα έχει διαπεράσει τις καρδιές των καταπιεσμένων. Από την άλλη μεριά, οι κοινωνικοί αναρχικοί, οι εξεγερσιακοί, οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία συλλογική και ποσοτική ανάπτυξη, είναι πρόθυμοι (θέτοντας ενδιάμεσους στόχους σε συγκεκριμένους κοινωνικούς αγώνες) να περιορίσουν και να ταξιθετήσουν τη δική τους καταστρεπτική βία. Για μια βαθύτερη κατανόηση, ας δούμε ποιες είναι διαφορές τους, οι οποίες, ειδικά από οργανωτικής έποψης, είναι αξιομνημόνευτες μεταξύ ”ομάδων συγγένειας” διασκορπισμένων χωρικά που επικοινωνούν μέσω αναλήψεων ευθύνης, προωθώντας ”διεθνείς συντονισμούς επίθεσης” και ”ομάδες συγγένειας” συνδεδεμένες με έναν συγκεκριμένο τοπικό αγώνα, σχετιζόμενες με ”δημόσιες εκδηλώσεις”, ανοιχτές στον κόσμο και στο ”κίνημα”. Εξίσου ριζικές είναι οι διαφορές στο ”επιχειρησιακό” κομμάτι. Έχουμε αρχικά το παράδειγμα βίαιων πράξεων ισχυρού αντίκτυπου, οι οποίες αποσκοπούν στην ”προπαγάνδα διαμέσου της πράξης”, στην απλή διασπορά του τρόμου στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών. Επομένως, πρόκειται για μία μέθοδο δράσης που απεκδύεται της ανάγκης να συμβιβαστεί, να συνδιαλεχθεί με το υπάρχον, αφού δε στοχεύει να εμπλακεί σε κάποια ενδιάμεση πάλη. Ο μοναδικός της απώτερος σκοπός (παρεκτός της αμιγούς, εγωιστικής, εύηχης απόλαυσης της καταστροφής) είναι η αναγέννηση με κάθε κόστος του ”μύθου” της ”εκδικητικής αναρχίας”, του ”μελλοντικού ήλιου”, της ”αναρχικής εξέγερσης”. Εφαρμόζοντας την ‘‘προπαγάνδα δια της πράξης” αναζωογονούν αυτόν τον ”μύθο”, ανακτώντας τη σταδιακά χαμένη μας υπόληψη αντίκρυ στους υπόλοιπους καταπιεσμένους. Αξιοπιστία που θα επανακτήσουμε με δράσεις έκλυτες, αποδεσμευμένες από οποιουσδήποτε φραγμούς, διότι θα έχουν έναν και μόνο σκοπό, βαθιά αξιακό: να χτυπήσουν σκληρά τους εκμεταλλευτές μας παίρνοντας εκδίκηση για τους εκμεταλλευομένους. Πρόκειται, εν τέλει, για μια πρακτική ενδεικτική της ”μηδενιστικής”, ”σκοτεινής” πλευράς της αναρχίας, μιας αναρχίας που είναι γεμάτη εκδικητικότητα, μίσος, βιαιότητα και μία ακαταμάχητη περιφρόνηση της λογικής, εκπορευόμενη από την ”παρανοϊκή” και ατρόμητη επιθυμία για ελευθερία, και η οποία αποτελεί -κατά τη γνώμη μου- την πλέον ζωντανή κι ελπιδοφόρα πλευρά του αναρχισμού μας. Αυτή θεωρώ πως κάποια μέρα θα μας οδηγήσει στην επανάσταση. Απεναντίας, υπάρχει και ο εξεγερσιακός (κοινωνικός) αναρχισμός, μαζί με τους τοπικούς δεσμούς του και τις δράσεις του που απευθύνονται σε ένα σωρό ρεφορμιστές και υποστηρικτές της θεωρίας των σταδίων. Προωθούν δράσεις οι οποίες αποβλέπουν στην άμεση συμπαγοποίηση ενός συγκεκριμένου αγώνα, ενώ πάντα λαμβάνουν υπόψιν τις μαζικές κινητοποιήσεις, προσπαθώντας να συνάψουν σχέσεις με τον λαό. Πιέζοντας συχνά να περιορίζουμε τις παρεμβάσεις μας, ώστε να μην κινδυνέψουμε να απομονωθούμε μένοντας εκτός ”παιχνιδιού”. Οι επιθετικές πρωτοβουλίες ομογενοποιούνται και διαμεσολαβούνται από το περιρρέον κοινωνικό περιεχόμενο. Η μεθοδολογία του συγκεκριμένου τύπου δράσης είναι η ανάδειξη στοχεύσεων που αφορούν την καθημερινή ζωή των πολλών ανθρώπων, επιτρέποντάς τους σταθερά να αντιλαμβάνονται τα πραγματικά άμεσα, μολονότι τμηματικά, κέρδη του αγώνα που έχουν την προοπτική να πείσουν μεγαλύτερα κομμάτια του πλήθους για τις αντικειμενικές δυνατότητες της άμεσης δράσης και τη σημασία της απόρριψης της αντιπροσώπευσης. Αμφότερες αυτές οι πρακτικές αναγνωρίζονται από ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα, το οποίο -κατά τη γνώμη μου- δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς τις τοποθετεί υπεράνω όλων των υπόλοιπων αναρχικών πρακτικών: Η καταστροφική δράση, η ένοπλη πάλη, η αμφισβήτηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Μόνο διαμέσου αυτών δύναται κανείς να ξεκινήσει την ανατροπή, την επαναστατικοποίηση του κόσμου, αφού οι σπόροι της μελλοντικής αδελφοσύνης κυοφορούνται ήδη στις σημερινές συγκρούσεις και στο πώς επιλέγουμε να τις οργανώνουμε. Μόνον εντός ενός πλαισίου αγώνα, σύγκρουσης και πάλης μπορούμε να γευτούμε άμεσα, στο σήμερα, την αγνότητα των ελεύθερων σχέσεων, της αγάπης, της ζωντανής επαναστατικής αλληλεγγύης. Όλα τα υπόλοιπα είναι συμβιβασμοί, βόλεμα, αλλοτρίωση και μακροπρόθεσμη παραίτηση. Η αναρχία δεν έγκειται στο τι λέμε ή γράφουμε, αλλά στο τι κάνουμε συνολικά. Θα θέλαμε να ήταν δεδομένο πως όσοι μιλάνε σχετικά με ορισμένες πρακτικές τις έχουν πρωτίστως ζήσει στο πετσί τους. Τούτο όμως, δυστυχώς, δεν ισχύει πάντα. Αυτός είναι ο λόγος -κατά την άποψή μου- για τον οποίον οφείλουμε να εκτιμούμε περισσότερο τα γραπτά και τις διατυπώσεις των αναλήψεων ευθύνης συγκριτικά με άλλα. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ευδοκιμεί υποκρισία – οι συντάκτες προέταξαν το σώμα τους, δρώντας και ρισκάροντας τις ζωές τους. Αναπόδραστα, τα λόγια τους διέπονται από μία υλικότητα, μία συνέπεια, μία μεγαλύτερη αξία, εφόσον γνωρίζουμε πως όποιοι τα εξέφρασαν φρόντισαν πριν να στοιχηματίσουν τις ζωές τους. Η δυναμικότητα της επικοινωνίας μέσω των δράσεων και των αναλήψεων ευθύνης έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός. Ορισμένα συντρόφια χαρακτηρίζουν τις αναλήψεις ευθύνης ως περιττά κείμενα γεμάτα δημαγωγία, και ίσως να έχουν δίκιο, αλλά σε αυτά τουλάχιστον (όσο δημαγωγικά κι αν φαντάζουν) οι λέξεις φέρουν το ”άχθος” μιας ζωής βιωμένης και ενεργής. Κάτι εκκωφαντικά απόν από σωρεία κειμένων έμπλεων ”θαυμάσιας” λογοτεχνικότητας, αλλά πάραυτα εφήμερων, εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε συνάφειας μεταξύ θεωρίας και πράξης, αποκομμένα από τον αγώνα, μακριά από τη ζωή.

Εδώ και μερικά χρόνια, έχεις λάβει μία στάση ”ενάντια στην επανάσταση”. Μία θέση γεννημένη στη φυλακή -συμπεραίνουμε- αφού η ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα” της FAI/IRF κλείνει με μία διακήρυξη αγάπης για την Κοινωνική Επανάσταση. Πιστεύουμε πως έχουμε καταλάβει σφαιρικά τη θέση σου, εντοπισμένη στην υπονόμευση της ”αναμονής της επανάστασης” η οποία αναβάλλει τη δράση σε ένα αόριστο, καταλληλότερο μέλλον, όταν οι αντικειμενικές συνθήκες θα έχουν ωριμάσει. Εν κατακλείδει, (μια θέση εντοπισμένη) στην απόρριψη μιας στάσης “βλέποντας και αναμένοντας”, ακόμα κι αν είναι καρυκευμένη με επαναστατικές συνταγές. Όσο αυτή η υπονόμευση παραμένει πρόκληση για έναν διαφορετικό τρόπο δράσης, είναι εύστοχη. Εδώ ξεπροβάλλει όμως μία διαλεκτική αντίφαση: Οι επαναστάτες σήμερα λιμνάζουν στον ρεφορμισμό. Μία αποτελεσματική διαπίστωση ικανή να οδηγήσει σε αναθεωρήσεις. Παύει όμως να είναι αποτελεσματική όταν αμελείς να εξάρεις την αντιφατική σημασία της ρήσης. Να το διασαφηνίσουμε περισσότερο: Το μέσο είναι αποτελεσματικό απέναντι στον αυτοαποκαλούμενο κοινωνικό αναρχισμό -κοινωνικός, αλλά όχι ο παραδοσιακός- ο οποίος συμμαχεί με τμήματα της αστικής τάξης, προσδοκώντας μία επιτυχημένη έκβαση ορισμένων αιτηματικών αγώνων (εργατικών απεργιών, υπεράσπιση δικαιωμάτων), περιμένοντας καρτερικά την ωρίμανση των συνθηκών για την επανάσταση. Παρομοίως με ό,τι υποστηρίχθηκε στην Ισπανία το 1936: Προέχει να νικήσουμε στρατιωτικά στον πόλεμο και έπειτα έρχεται η επανάσταση. Ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο όταν επιστρατεύται για την καταπολέμηση μετώπων υπεύθυνων για τη μετάθεση της επανάστασης στο μέλλον, αφού θα έχουν επιλυθεί πιο επιτακτικά ζητήματα, των οποίων η αντιμετώπιση προϋποθέτει συγκατάβαση με προβλήματα που η επανάσταση θα όφειλε να μάχεται ώστε να εξοντώσει.

Οπότε, πες μας την άποψή σου: Δεν είναι σα να χαρίζουμε το παιχνίδι στους αντιπάλους μας; Τι άλλο θα έπρεπε να περιμένουμε για την επανάσταση; Δεν έχει καταστρέψει αρκετά τον πλανήτη μας ο καπιταλισμός ήδη; Δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί αρκετά οι πλάτες γενεών επί γενεών εκμεταλλευομένων; Αντί να διαμηνύουμε τον θάνατο της επανάστασης, δε θα ήταν προτιμότερο να υπερασπιστούμε την αναγκαιότητά της εδώ και τώρα, σε πείσμα όσων επιμένουν να την αναβάλλουν σε ένα αόριστο μέλλον προκειμένου να μη διαταράξουν τον μακάριο ύπνο -για παράδειγμα- ενός οινοπαραγωγού απρόθυμου να ζημιωθεί από μία απεργία στο δικό του χωράφι, όπου εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται μετανάστες σα σκλάβους, φοβούμενος την επανάσταση όσο τίποτε άλλο, αφού αυτή -κατά τις ανησυχίες του- θα τον στερούσε από το σπίτι και τους αμπελώνες του;

Θα μιλήσουμε ευθέως αυτήν τη φορά: Ο κίνδυνος με τη διάδοση της εντύπωσης πως η επανάσταση είναι νεκρή, έγκειται στο ότι υπάρχουν σύντροφοι τόσο ανόητοι -και υπάρχουν όντως, δυστυχώς- που αδυνατούν να το εκλάβουν αυτό εν είδει πρόκλησης, καταλήγοντας να το πιστεύουν πραγματικά! Συνεπώς, οι προσπάθειές σου περί αποδόμησης της επανάστασης μπορεί να μην ωθήσουν τα συντρόφια να δράσουν στο εδώ και στο τώρα, αλλά, απεναντίας, να τα αποτρέψουν οριστικά από οποιαδήποτε δράση. Οι εξεγερμένοι χρειάζονται ένα όνειρο, ειδάλλως γιατί να φυλακιστούν ή να πεθάνουν;

Εξάλλου, σήμερα, το να αποδομείς την επανάσταση, χωρίς παρεξήγηση, δεν είναι κάτι καινοτόμο. Ξεκίνησε το 1992 με το έργο του Φουκογιάμα περί “Τέλους της Ιστορίας” και “Τελευταίου ανθρώπου”. Σύμφωνα με τον Αμερικανό φιλοκαθεστωτικό φιλόσοφο, όλα έχουν τελειώσει: ο διαρκής εφιάλτης ενός αΐδιου παρόντος. Ένα φιλοσοφικό-κοινωνικό παράδειγμα που η κοινωνία φρόντισε να επιβεβαιώσει με πολλαπλούς τρόπους: από την τηλεόραση ως τον καταναλωτισμό του διαδυκτύου, τα διαθέσιμα εμπορεύματα αντικαθίστανται ταχύτατα, όμως, πάραυτα, επικρατεί το αίσθημα πως ζούμε την ίδια εποχή για 30 χρόνια. Και επειδή οι αναρχικοί, ακόμα και όσοι ασπάζονται έναν θολό αντικοινωνισμό, ζουν εντός αυτής της κοινωνίας, απορροφώντας τάσεις και ιδέες, πολλοί εξ αυτών έχουν αρχίσει να σκέφτονται κατά τα επιθυμητά πρότυπα του συστήματος: Από τα άρθρα του “A-rivista anarchica” ή του “Umanità Nova” που πιστοποιούν τη δύση της βίαης κοινωνικής επανάστασης, καθώς αυτή αντικαθίσταται από τον αναρχισμό εν είδει κουλτούρας, καντιανής κατηγορικής προσταγής και νόρμας… μέχρι τους παλαιούς μαχόμενους συντρόφους που σήμερα στέκουν απογοητευμένοι, επειδή, ορισμένες φορές, η απουσία επαναστατικών προοπτικών συνεπάγεται την απουσία ουτοπικών σχεδιασμών. Εκπονώ σχέδια δράσης λόγω της παρουσίας ενός μακροπρόθεσμου στόχου στο κεφάλι μου.

Δε σου φαίνεται επιβλαβές να υποπέφτουμε σ’ αυτήν την ατραπό, ακόμα κι αν ξεκινάμε με τις καλύτερες προθέσεις έχοντας έναν διαφορετικό στόχο;

Θα υπεραμυνθώ της προσωπικής μου ”απόρριψης” της ”επανάστασης” ανατρέχοντας στον Αλμπέρ Καμύ: ”Εφόσον δε ζούμε πλέον στον καιρό των επαναστάσεων, ας μάθουμε να ζούμε τουλάχιστον στους καιρούς της εξέγερσης”. Στην πραγματικότητα συμφωνώ μαζί του μόνο σε ένα σημείο: Σήμερα, σαφέστατα, δε ζούμε στην εποχή της ”επανάστασης”, αλλά της ”εξέγερσης”. Θέλω όμως να ξεκαθαρίσω πως η απολογία μου υπέρ της εξέγερσης δε συνιστά ούτε υποχώρηση, ούτε μία πρόσκληση για λειψούς αγώνες σε μία άτονη περίοδο. Είμαι πεπεισμένος πως δεν ευδοκιμεί επανάσταση δίχως μιαν αλληλουχία πολυάριθμων εξεγέρσεων να την προετοιμάσουν και να την προανακρούσουν. Αυτές οι εξεγέρσεις επιτρέπουν και στους δύο μας να ζήσουμε άμεσα και ολοκληρωμένα, σε χρόνο ενεστώτα, την απόλαυση της αναρχίας μας (γεννηθήκαμε γι’ αυτό, υπάρχει στη φύση μας), και να φέρουμε τους εαυτούς μας σε επαφή με τον κόσμο, χτίζοντας -εξέγερση με την εξέγερση, δράση με τη δράση- τον ”μύθο” του ”ήλιου του μέλλοντος”, ανυψώνοντας -λιθάρι το λιθάρι- την υπόληψή μας στα μάτια των καταπιεσμένων, μια υπόληψη δίχως την οποία τίποτα αντάξιο του ονόματος ”επανάσταση” δε θα ζυγώσει. Ο ρόλος μας σήμερα μπορεί να είναι μόνον αυτός: να χτυπάμε, να ξαναχτυπάμε και να χτυπάμε ξανά… Σφυρηλατώντας με αίμα, ιδρώτα και αβυθόμετρη απόλαυση τον ”μύθο” της ”εκδικητικής Αναρχίας”. Μία αναρχική επανάσταση είναι εφικτή. Πρέπει όμως να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη να υποστηρίξουμε μία τόσο ονειρική και ουτοπική προοπτική όπως της προσήκει. Το γεγονός ότι αυτή η συγκεκριμένη προοπτική στερείται ”ιδεοληπτικών” και ”εξουσιαστικών” δειγμάτων, είναι ακριβώς η αιτία της εγγενούς φανταστικής και ουτοπικής της υπόστασης. Στην ανάληψη ευθύνης του Πυρήνα “Όλγα”, αυτή η αισιοδοξία εκρήγνυται σε μία διατράνωση της παθιασμένης αγάπης για την ”Κοινωνική Επανάσταση”. Εκείνη τη στιγμή ήταν (και ακόμα είναι, αλλά σήμερα το πράττω με έναν πιο διαρθρωμένο τρόπο) πολύ σημαντική η επανέναρξη της δράσης σε μία προοπτική ολικής αλλαγής και ανατροπής των διεθνών συσχετισμών (Κοινωνική Επανάσταση). Εφόσον στην ερώτησή σου αναφέρεσαι στην ανάληψη ευθύνης για την ένοπλη επίθεση στον Adinolfi, επίτρεψέ μου να σου πω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το γραπτό διέθετε πολλούς περιορισμούς. Ήταν εντελώς αυτοαναφορικό (απευθυνόμενο σχεδόν αποκλειστικά στο αναρχικό κίνημα), υπήρξε υπέρμετρη αναφορά στο ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, και η αμφισβήτηση της τεχνολογίας, ήτοι της ”μεγα-μηχανής” (δεσπόζουσας για ‘μένα τώρα), ήταν ανύπαρκτη. Η τότε εκπερφασμένη κριτική από ορισμένα συντρόφια που ισχυρίζονταν ότι η ανάληψη συνιστούσε, επί της ουσίας, μία σειρά κατηγοριών εναντίον παραδοσιακών συστατικών του κινήματος, εμπεριείχε αλήθειες. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, με το πέρασμα του χρόνου, οι αναλύσεις εξελίσσονται. Το σημαντικό είναι να μην παραιτούμαστε, να μην παραλύουμε και, πάνω απ’ όλα, να μην παραδινόμαστε στην εξουσία που -όπως το εννοώ εγώ- μεταφράζεται στην άρνηση εγκατάλειψης (λόγω της παρούσας κατάστασής μου, σε θεωρητικό επίπεδο) της βίαιης ρήξης με το σύστημα, της ένοπλης πάλης με κάθε κόστος. Το να είμαστε συνεπείς απέναντι στους εαυτούς μας δε συνιστά πάντοτε κάτι άξιο επιδοκιμασίας, κάποιες φορές είναι ισοδύναμο με ήττα, μας κάνει προβλέψιμους και σποραδικά ”γραφικούς”. Συνέπεια δε σημαίνει αναγκαστικά παραμονή στο ίδιο ατελέσφορο μονοπάτι ξανά και ξανά. Η αποτελμάτωση της στρατηγικής, στην πραγματικότητα, συνεπάγεται αυτοκτονία, και δεν κομίζει τίποτα νέο στον αγώνα. Η φυλάκισή μου σε ένα κελί δε θα έπρεπε να με εμποδίζει από το να εξελίσσομαι και να αναζητώ νέους δρόμους. Για να έχεις τη δύναμη να ανασυνταχθείς, το μόνο προαπαιτούμενο είναι το κριτικό σου πνεύμα να διατηρεί ακέραια την περιφρόνησή του και για τον εαυτό σου και για τον κόσμο. Αυτο-κριτική και ειρωνία: Δυο συνυφασμένα αντιβιοτικά ώστε να μη μετατραπούμε σε φανατικούς και τρομπόνια της ιδεολογίας. Οπότε δεν πρέπει να εκπλήσσεσαι αν σήμερα αντιφάσκω με ό,τι είχα εκφράσει στο παρελθόν, αμφισβητώντας τον μηρυκασμό γύρω από τον ηχηρό όρο της ”επανάστασης”, και πηγαίνοντας τόσο μακριά ώστε να υποστηρίξω -όπως έκανα και στη συνέντευξη- πως η ”επανάσταση” ως λέξη φαίνεται κενή και, συνεπώς, ”εχθρική”.

Αυτού του είδους η στηλίτευση του ”επαναστατικού κλέους” είναι φυσικά μία πρόσκληση (όπως λες κι εσύ), όμως, συγχρόνως, είναι φορέας ουσιώδους κριτικής, σύμφυτης με την προσπάθειά μου να ”αναλύσω” την πραγματικότητα. Μια προσπάθεια η οποία δεσμεύεται από ανυπέρβλητους περιορισμούς, αλλά συναντάει το σταθερό της νόημα στην πράξη. Σχεδόν όλοι οι αναρχικοί μπουκώνουν τα στόματά τους με τον όρο ”επανάσταση”, ελάχιστοι όμως δρουν αναλόγως, χτυπώντας δομές της εξουσίας, και ακόμα λιγότεροι προχωρούν παραπέρα, πλήττοντας άντρες και γυναίκες στα ανώτερα στρώματα της κυριαρχίας, παρότι ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις η λέξη αυτή συνεχίζει να συγκρούεται με την πραγματικότητα, με απότοκο να ηχεί παράταιρα. Αν επιθυμούμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να παραδεχτούμε στους εαυτούς μας ότι ακόμη κι όταν συμμετέχουμε σε ξεσηκωμούς ή εξεγέρσεις σε απόμακρες περιοχές του πλανήτη, προσφέροντας τις γενναιόδωρες συνεισφορές μας, γνωρίζουμε ατράνταχτα βαθιά μέσα μας πως, παρά το δίκαιο του αγώνα, δε θα οδηγήσει ποτέ σε μία αναρχική επανάσταση. Είμαστε αρκετά συμβιβασμένοι με την ιδέα πως μπροστά στην πραγματικότητα πρέπει πάντα να κάνουμε υποχωρήσεις. Τόσο συμβιβασμένοι ώστε να μην είναι η πραγματικότητα πια αυτή που μας μετασχηματίζει, αλλά η άτεγκτη εικόνα της, βάσει της οποίας σπεύδουμε να προσαρμοστούμε, απεμπολώντας τις ιδέες μας περί ολικής απελευθέρωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θολώνουμε, αργοσβήνουμε, χάνουμε την ουτοπική μας λάμψη, αποκηρύσσουμε την ”αναρχική επανάσταση” – μια προοπτική εξωπραγματική, αναχρονιστική, ανέφικτη. Δεν πιστεύουμε πλέον σε αυτήν. Η μύχια αλήθεια στις καρδιές μας είναι πως, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, ο ”ρεαλισμός” έχει υποσκάψει τις βεβαιότητές μας, δημιουργώντας ένα σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα. Ευτυχώς ο προαναφερθείς Φουκουγιάμα σφάλλει, το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει, το τέλος της ιστορίας δεν έχει φτάσει. Η ιστορία της ανθρωπότητας (ως τώρα τουλάχιστον) έχει σημαδευτεί από τεράστια άλματα, στα οποία η επαναστατική ρήξη είναι τόσο αναπόδραστη όσο και αμείλικτη. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς, όμως η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν έχει κατορθώσει ακόμα να επηρεάσει σημαντικά την ανθρωπινότητά μας, τα ένστικτα και την ”ψυχή” μας. Όπως ήδη αναφέραμε, όμως, τα στοιχήματα έχουν εκτιναχθεί: τώρα διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση της ανθρωπότητας και η ζωή του πλανήτη. Η μόνη συμπαγής δυνατότητα διαθέσιμη σ’ εμάς ώστε να ανατρέψουμε αυτήν την τάση, είναι η ”αναρχική εξέγερση”, με όλο το ταραχοποιό της απόθεμα αισθημάτων, παθών, παραλογισμού, ταξικού μίσους, αντιτεχνολογικών ενστίκτων ενάντια στην περιβόητη επιστημονική ”πρόοδο”. Δε θα είναι η σωφροσύνη, η μετριοπάθεια ή η ισορροπία που θα μας σώσει, αλλά η παραφορά του πάθους, των συναισθημάτων, του μίσους, της αγάπης, του θυμού, της εκδίκησης. Δεν είναι η στιγμή να οικοδομήσουμε άλλες κοινωνίες, αλλά να καταστρέψουμε τις υπάρχουσες. Είναι η στιγμή της εξέγερσης, του ”ενθουσιασμού”, της ”μύθευσης”, της αναρχικής ”επανάστασης”. Τότε θα εμφανιστεί η επανάσταση της δημιουργίας, της αναδιαμόρφωσης, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας απασχολεί τώρα, καθώς δεν υπάρχει κάποια επανάσταση εν εξελίξει. Γι’ αυτό, εξάλλου, σήμερα η ”αναρχική επανάσταση” μοιάζει τόσο αναχρονιστική και ανεδαφική. Η έννοια αυτή μπορεί να ανακτήσει το περιεχόμενό της, τη βαρύτητά της, μόνον εφόσον συνοδεύεται από την ”εξέγερση”, από την καταστροφική βία. Η εξέγερση ικανοποιείται από την εκτόνωση του ”πάθους” (αισθήματα, πάθη, μαγεία) και της ”πράξης” (καταστροφική δράση, ένοπλη προπαγάνδα, βία). Η ”επανάσταση” είναι ένα σφαιρικό, σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται το ”ήθος” (αξίες) και τον ”λόγο” (στρατηγική, λογική). Με το ήθος και τον λόγο δε χτίζονται μύθοι, δεν εξαπολούνται επαναστάσεις. Οι επαναστάσεις έρχονται μόνον όταν εξεγέρσεις έχουν ανοίξει μια χαραμάδα στις καρδιές των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Όλα έχουν τον προσήκοντα χρόνο τους, κάθε γεγονός είναι γέννημα της εποχής του. Η ”αναρχική επανάσταση” είναι κόρη της επαναστατικής μας βίας. Συνεπώς, δε ζούμε μία εποχή κρίσης ως αναρχικοί, αλλά μία εποχή αναγέννησης.

Η ”Εξέγερση” και η ”Επανάσταση” δεσμεύονται διπλά, είναι αλληλοεξαρτώμενες και διασυνδεδεμένες, πάντα σε αρμονία. Θα προσθέσω επίσης πως η ”επανάσταση” δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα νέο καθεστώς, πρέπει να λάβει μια μορφή διαρκούς εξέγερσης, ενός συνεχούς, ”αέναου” πειραματισμού. Ο ”μύθος” είναι η εφεύρεση που καταλήγει στην ”επανάσταση”. Μετά απ’ όλα αυτά, ”ιστορία” και ”μύθος” έχουν κοινό σκοπό: ”να ζωγραφίζουν τον αιώνιο άνθρωπο από τον άνθρωπο του σήμερα”. Γυναίκες και άντρες εξεγερμένοι, βέβηλοι καταστροφείς και δημιουργοί των νέων κοινωνιών, των νέων κόσμων.

Συζητώντας επίσης ορισμένες αναρχικές ιδέες και θεματικές παρόμοιες με όσες αναλύσαμε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, σε αυτόν τον διάλογο, τώρα η κριτική μας κατευθύνεται στα ίδια τα μέσα, όπως εκείνες οι εκδόσεις που καθιστούν εφικτή την εξέταση ιδεών και πρακτικών σχετικών με τον αναρχισμό, ενόσω επιτρέπουν την προπαγάνδιση και τη διάδοσή τους. Προφανώς, ενυπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ προπαγάνδας και διάχυσης των αναρχικών αντιλήψεων. Η συνήθης προπαγάνδα φαίνεται ν’ αφήνει μια γεύση αναποφασιστικότητας. Οπότε ρωτούμε τους εαυτούς μας: Τι σημασία μπορεί να διαθέτει η διάχυση των αναρχικών ιδεών σήμερα, σε έναν κόσμο όπου όλοι παροτρύνονται να επιδείξουν τις λόγιες ακαθαρσίες τους και να απονεκρωθούν στην κουλτούρα, στις γνώμες και στις εκτιμήσεις τους; Αφετέρου, αναφορικά με το καθιερωμένο νόημα της έννοιας “προπαγάνδα”, φαίνεται πως έχει λάβει μια σχεδόν αρνητική αξία στους αναρχικούς χώρους. Φτάνει σε σημείο να υπονοείται πως η προπαγάνδα αναρχικών ιδεών είναι μία ύπουλη προσπάθεια να πείσει ή να χειραγωγήσει ”τον λαό” (και τότε η προπαγάνδα μετατρέπεται σε εξουσία!). Εμείς δε συμφωνούμε. Θέλουμε να ανακαλύψουμε στος τέλος αυτήν τη βαθύτερη αξία που συνδέει τη δυνατότητα κάποιου να γνωστοποιεί τις απόψεις του με την πιθανότητα εύρεσης νέων συντρόφων εν μέσω μιας γενικευμένης σύγχυσης, επιστρατευμένης προκειμένου να διατηρεί τους αναρχικούς σε ομιχλώδη κατάσταση. Επιπλέον, αυτή η έκφανση της σύγκρουσης με την εξουσία ποτέ δε διαχωριζόταν από τη δράση. 

Αναρχική προπαγάνδα, ένα απομεινάρι του παρελθόντος, κάτι υπό εξαφάνιση, μαζί με μία ακόμα παρεμφερή προπαγάνδα, αυτήν της πράξης. Γνωρίζουμε φυσικά πως, αναλόγως την εποχή, οι όροι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές σημασίες και νοηματοδοτήσεις, αλλά δε θέλουμε να ξεμακρύνουμε από το θέμα. Εννοώ, τι σημαίνει η αναρχική προπαγάνδα για ‘σένα σήμερα; Και τότε, άλλος ένα βαρύς βράχος πλαταγίζει στην εποχή του διαδικτύου, των sites και των blogs, ακόμα και οι αναρχικοί ”γλίστρησαν” (να το πω έτσι) μέσα στον ιστό – γεγονός με πολυάριθμες επιζήμιες συνέπειες, κατά τη γνώμη μας. Μεταξύ αυτών, η οριακά ολοκληρωτική εξαφάνιση των έντυπων εκδόσεων -οι οποίες πλέον δε λειτουργούν ως ένας αξιόπιστος αγωγός- και η απόλυτη εξάρτηση από τηλεματικά εργαλεία ώστε να πληροφορηθούμε για μυριάδες ”εξελίξεις” και διαφορετικά γεγονότα αναφορικά με το αναρχικό κίνημα. Προσέτι, η χρήση του διαδικτύου έχει οδηγήσει σε μία ευρύτερη ”διεθνοποίηση” ορισμένων πτυχών της επικοινωνίας εντός των αναρχικών, καθώς και στη μονιμοποίηση νέων ταχυτήτων σε αυτήν την επικοινωνία. Υπάρχουν, αφενός, εκείνοι που πιστεύουν στη δυνατότητα χρήσης αντίστοιχων εργαλείων κατά τρόπο όχι υπερβολικά επιβλαβή για τα λόγια μας και το νόημά τους, και, αφετέρου, εκείνοι που (όπως εμείς) πιστεύουν πως πρόκειται για εργαλεία και τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία προϋποθέτουν την εξουσιαστική κοινωνική διάρθρωση. Υπάρχουν πολλά ακόμα να συζητηθούν, και όχι μόνο αυτό. Τι νομίζεις εσύ;

”Διάδοση ιδεών” και ”προπαγάνδα”, ”σκέψης” και ”δράσης”, η καρδιά της αναρχικής συνοχής, η αναρχική δράση πρέπει πάντα να συμπληρώνεται. Διάχυση ιδεών: ο διάλογος μεταξύ αναρχικών, η εμβάθυνση και εξέλιξη των αναλύσεών μας, του ίδιου μας του στοχασμού. Προπαγάνδα: άνοιγμα στον κόσμο μέσω της δράσης, των ενεργειών, των διαδηλώσεων, των οδομαχιών, των καταστρεπτικών δράσεων που απευθύνονται σε όλους. Η δύναμη σε ένα δημοκρατικό κράτος διώκεται, το τελευταίο αντιδρά στην ”προπαγάνδα” όταν αναλαμβάνεται δράση, αλλά και σε όσους αναρχικούς την υποκινούν μέσα από σελίδες και εφημερίδες. Αυτό είναι ενδεικτικό του τι φοβάται η εξουσία, φοβάται τα λόγια μας όταν ”προπαγανδίζουν” ανοιχτά, φοβάται μια σκέψη ικανή να οδηγήσει σε δράση, τις σκέψεις που μπορούν να γίνουν έργα. Τότε, όταν η διάδοση των ιδεών πραγματοποιείται διαμέσου της ”προπαγάνδας με την πράξη” εναντίον των κρατών, το μόνο που απομένει σε αυτά είναι να ενδώσουν εγκταλείποντας την δύναμή τους ή να αντιδράσουν απαντώντας βίαια. Η διάχυση της εικονοκλαστικής μας σκέψης σε συνδυασμό με τη δράση μας, μπορεί να γίνει θανάσιμη για οποιαδήποτε δημοκρατική ή δικτατορική ”εξουσία” όταν αυτή δεν έχει δουλέψει την προετοιμασία μιας νέας κατάστασης, μιας ”αντιδραστικής δύναμης”. Αυτός είναι ο λόγος για την εξαπόλυση της προληπτικής καταστολής ακόμα κι εναντίον όσων γραπτών συνοδεύουν τις πραγματοποιημένες δράσεις μας.

Είθισται να υποστηρίζεται πως οι ιδέες και οι διαισθήσεις σφυρηλατούνται αποκλειστικά στην πράξη, αλλά ο αναστοχασμός που την καθορίζει απαιτεί τον δικό του ειδικό χώρο για την παρατήρηση των επιπτώσεων των πράξεών μας στην πραγματικότητα. Όσοι διατείνονται πως η ”προπαγάνδα” ακολουθείται από μία αρνητική σημασία, ένεκα της εργαλειοποίησής της από την επίσημη πολιτική, έχουν δίκιο. Αλλά, άμα τη συνδέσουμε με τη δράση μας, τότε αποκτά ήθος, δύναμη και ομορφιά. Ενδείκνυται να είμαστε πραγματιστές όταν επιλέγουμε ένα ”εργαλείο”, να μην υποτιμούμε τη χρησιμότητά του. Ο χρόνος αλλάζει τα όπλα στη φαρέτρα μας, πρέπει να διατηρούμαστε ενήμεροι, τα έντυπά μας (εφημερίδες, περιοδικά) είναι ανεπαρκή εργαλεία για τη μέθεξή μας με τις ”μάζες”, με τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων ανθρώπων. Ο ”τύπος” βρίσκει το νόημά του σχεδόν αποκλειστικά εν είδει ”φυσικού χώρου” πραγματοποίησης διαλόγων, ανάπτυξης των ιδεών και της επικοινωνίας μεταξύ μας. Ποτέ δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: Σήμερα, ο μοναδικός εφικτός τρόπος να αγγίξουμε έναν κρίσιμο αριθμό καταπιεσμένων ανθρώπων είναι διαμέσου της ”παραδειγματικής”, καταστροφικής δράσης. Αναλήψεις ευθύνης, ολιγάριθμες συμπράξεις συντρόφων εξασκημένων στην αντάρτικη πάλη, μαχητές ικανοί να παραδώσουν την πόλη στον όλεθρο της σύγκρουσης – μονάχα με αυτόν τον τρόπο θα διαπεράσουμε το πέπλο σιωπής που τα κράτη εγείρουν στις επικράτειές τους. Δεν ήταν πάντα έτσι, στο απόμακρο παρελθόν ο τύπος μας ασκούσε μια περιορισμένη επιρροή πάνω στις ”μάζες”. Πάρε για παράδειγμα τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα που τύπωσε η εφημερίδα του Malatesta, η Umanita Nova, το 1920. Η ύστατη αξιομνημόνευτη προσπάθεια να χτιστεί κάτι παρόμοιο (τουλάχιστον εδώ στην Ιταλία), έλαβε χώρα τη δεκαετία του ’90, όταν και το πιο προωθημένο τμήμα του αναρχικού κινήματος προσπάθησε να ιδρύσει μια καθημερινή εφημερίδα – μια απόπειρα αποτυχημένη, ένεκα της καταστολής, της τεράστιας, απαράκαμπτης προσπάθειας να συγκεντρωθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι, της απαιτούμενης ενέργειας και των απαραίτητων ικανοτήτων. Φυσικά, από πλευράς πνεύματος και ”κουλτούρας” -τουλάχιστον από το 1968 και έπειτα- η επίδραση της αναρχικής και ελευθεριακής σκέψης υπήρξε πάντα ισχυρή στις τέχνες, την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία… Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία που αφορά όχι μόνο τα ”έντυπα εγχειρήματα”, αλλά, επιπλέον, μια τάση του αναρχισμού προσηλωμένη στον περιορισμό αντί της καταστροφής της εξουσίας, στην επιδιόρθωση και στη βελτίωση των καθημερινών συνθηκών. Δεν το αναφέρω με περιφρόνηση, πρόκειται απλά για μία αναρχία που δεν αναγνωρίζω ως ”δικιά μου”.

Με ρωτάς αν η χρησιμοποιούμενη για την επικοινωνίας μας τεχνολογία εμπερικλείει τον κίνδυνο του ”συμβιβασμού”, της αλλοίωσης όσων θέλουμε να εκφράσουμε. Το τεθειμένο δίλημμα είναι ζωτικό, και πιστεύω πως υποβόσκει αρκετή αλήθεια στους προβληματισμούς σου. Το ρίσκο είναι πράγματι υψηλό, όμως, αν θέλουμε να είμαστε αιχμηροί και αποτελεσματικοί με τη δράση μας, δεν μπορούμε να το επιτύχουμε δίχως να λερώσουμε τα χέρια μας με τη χρήση της τεχνολογίας και, κατά συνέπεια, με τη χρήση ενός πραγματικά νοσηρού κι επισφαλούς εργαλείου. Για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, όπως λέρωσα τα χέρια μου με ένα όπλο -ένα ”εργαλείο του θανάτου”- προκειμένου να διεκπεραιώσω τη δράση μου ενάντια στον Adinolfi, αντίστοιχα, προκειμένου να ταυτοποιήσω εκ των προτέρων τον στόχο μου, έπρεπε να εντοπίσω τη διεύθυνσή του… στο διαδίκτυο, όφειλα λοιπόν να συμβιβαστώ με την τεχνολογία. Δίχως να αναφέρω την ”αναγκαιότητα” πολλές φορές να επικοινωνήσουμε σε ευρύτερα τμήματα συντρόφων διασκορπισμένων ανά τον κόσμο τους στοχασμούς μας, τα κίνητρα των δράσεών μας, τα κύματα καταστολής εναντίον μας. Η χρήση ενός μεμονωμένου όπλου είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνη από τη χρήση του διαδικτύου, περιλαμβάνει λιγότερα ρίσκα, λόγω της πολύ συγκεκριμένης χρήσης του, της υλικότητάς του. Ασφαλώς, ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση ελλοχεύουν παγίδες, διατρέχουμε το ρίσκο να ”γητευτούμε”, να φετιχοποιήσουμε το μέσο, το εργαλείο, να παρασυρθούμε από τη ”βία”, να ενδώσουμε σε χρησιμοθηρικές,  εξειδικευτικές και μιλιταριστικές τάσεις, αλλά αυτά δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα πιθανά ρίσκα μέσ’ από τη χρήση της τεχνολογίας, ακόμα και από την άποψη της επικοινωνίας. Με τον παγκόσμιο ιστό και όλα τα τεχνολογικά ”παράγωγά” του, διακινδυνεύουμε να αποκοπούμε από την ”πραγματικότητα”, να μετατραπούμε σε επιπρόσθετα εντός ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, καταλήγοντας να φυτοζωούμε στα πλαίσια μιας εικονικής πραγματικότητας έμφορτης με δήθεν ”ανατρεπτικές” φλυαρίες που μας χαρίζουν την ψευδαίσθηση της δράσης, της πράξης, ενώ στην ουσία μας εξουδετερώνουν, πετώντας μας στις αγκάλες της ”εξουσίας”, η οποία σταδιακά (με ανεπαίσθητο τρόπο) μας κατασπαράσσει, εξαντλώντας τη ζωή και τον χρόνο μας με τρόπο ομόλογο ενός φυλακισμένου κλειδαμπαρωμένου στο κελί του. Πόσοι σύντροφοι διασπαθίζουν την επαναστατικότητά τους μπροστά από πληκτρολόγια; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αλλοτρίωση και η δυσαρέσκεια αλληλοτροφοδοτούνται και βρίσκουν έξοδο εκτόνωσης στα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Η εκτόξευση κατηγοριών περί ασυνέπειας ή, ακόμα χειρότερα, ”ανεπάρκειας ”, είναι αυτόχρημα για πολλούς ο μοναδικός τρόπος να παραπλανήσουν τον εαυτό τους, νιώθοντας ”επαναστατικοί”. Κραυγάζουν και υποκινούν σε δράση εξαιρετικής ριζοσπαστικότητας, αλλά οι πομπώδεις κουβέντες τους ποτέ δε συνοδεύονται από έργα, μοναχά λόγια, επειδή όλα είναι ανούσια και φαύλα, οπότε έχουν έτοιμη τη δικαιολογία: ”Η συνάφεια λόγων και έργων δεν είναι εφικτή υπό αυτές τις συνθήκες”. Αυτό δε διαχωρίζεται από το γεγονός πως ο διάλογος πάνω στην ”καθαρότητα” των χρησιμοποιούμενων μέσων, αν δε δοκιμαστεί πρακτικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε οιονεί θεολογικό προβληματισμό, εν είδει αυτών των θρησκευτικών ηγετών γύρω από το φύλο των αγγέλων: ένα φαντασιοκόπημα, δίχως τη στοιχειώδη σύνδεση με την πραγματική ζωή. Είναι, επομένως, χρειώδες να κάνουμε μια εκτεταμμένη προσπάθεια και να εισδύσουμε προπαντός στο συγκεκριμένο – για παράδειγμα, δίχως το διαδίκτυο, η εμπειρία από τον ένοπλο αγώνα της FAI/IRF (όσο περιορισμένος κι αν ήταν χρονικά) δε θα μπορούσε ποτέ να εξαπλωθεί κατά μήκος του κόσμου. Κάθε δράση ανταποκρινόταν σε μία άλλη ανταπόκριση οπουδήποτε στον κόσμο, ανεξαρτήτως απόστασης, και όλο αυτό χωρίς κεντρικό συντονισμό ή τη μεσολάβηση μιας ολοκληρωμένης, σχολαστικά δομημένης οργάνωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, το διαδίκτυο έκανε εφικτή την απεμπόληση εξουσιαστικών μηχανισμών, αποφεύγοντας, χάρη στην ανωνυμία και την έλλειψη πληροφοριών μεταξύ των διάφορων ενεργών ομάδων και ατόμων, τη δημιουργία αρχηγών και ιεραρχιών. Εντός μίας δυναμικής αυτού του είδους (εν απουσία οργανωτικών δομών) το διαδίκτυο καθίσταται ”σημαντικό” επειδή είναι οργανικό και αναγκαίο, γίνεται κάτι σαν ”ηχητικός πίνακας” ή σα “ραχοκοκκαλιά”, κι αν τη σπάσεις η επικοινωνία παραλύει, ”εξασθενεί”. Όταν λαμβάνουμε ενημερώσεις (αναλήψεις ευθύνης) από αναρχικούς σε εξεγερμένες περιοχές, μας προσφέρεται η δυνατότητα να δρούμε πιο αποτελεσματικά, με αμεσότητα, χτυπώντας υποστηρικτικά στο δικό μας έδαφος, διευκολύνοντας τη διεθνοποίηση των αγώνων.

Στις μέρες μας, δεν μπορούμε να περιχαρακωνόμαστε στην αγνόηση των παραμορφωτικών και στρεβλωτικών ειδήσεων της εξουσίας δημιουργώντας απλώς ”αντι-πληροφόρηση”, πρέπει να πάμε μακρύτερα… κι εδώ επιστρέφουμε στον τίτλο της συνέντευξης: “Ποια διεθνής;”. Πως μπορούμε να εναρμονίσουμε τις δυνάμεις μας και να χτίσουμε (όπως προείπαμε αρκετές φορές ήδη) τη διεθνή της αρεσκείας μας; Η κυκλοφορία ενημερώσεων γύρω από διεθνείς συντονισμούς δράσης είναι ένα καλό πρώτο βήμα, δύσκολο να επιτευχθεί δίχως τη μέθεξη μέσω διαδικτύου. Ατύπως, όταν σοβεί ο κίνδυνος εξέγερσης σε μία χώρα, η ”εξουσία” προβαίνει άμεσα σε κινήσεις λογοκρισίας και διακοπής του διαδικτύου. Η σύγκρουση, η διαδραματιζόμενη στους δρόμους αποστασία μεταξύ των ανθρώπων, είναι η μητροπολητική αντάρτικη πάλη, η οποία πραγματοποιείται από ένοπλα ”πλήθη”. Η ”αντι-πληροφόρηση” δεν αρκεί, γίνεται όντως επαναστατική όταν τροφοδοτείται με δράση, όταν αξιοποιείται ως εργαλείο για τους πυρήνες δράσης, διευκολύνοντάς τους στον συντονισμό των επιθέσεων και στην υποδαύλιση της γενικευμένης εξέγερσης. Μόνο δρώντας τοιουτοτρόπως δυνάμεθα να χτίσουμε μία ”Διεθνή των Αναρχικών”. Όσο πιο απλά και οικειοποιήσιμα είναι τα επιχειρησιακά της μέσα, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η δράση της, μαζί με την πιθανότητα να επηρεάσει πράγματι τις ζωές μας.

Ένα στοιχειώδες ”εργαλείο”, προσαρμόσιμο στην πραγματικότητα και διαρκώς εξελισσόμενο, θεωρώ πως οφείλουμε να εστιάσουμε σε αυτόν τον σκοπό. Η Άτυπη Αναρχική Ομοσπονδία / Διεθνές Επαναστατικό Μέτωπο (FAI/IRF) αποτέλεσε μία από τις προσπάθειες να ενσαρκωθεί αυτό το ”σχέδιο”, μία απόπειρα γεννημένη στα σπλάχνα της υφιστάμενης παγκόσμιας κρίσης, αυθόρμητη και πηγαία, δίχως ηγετίσκους και θεωρητικούς ιεροκήρυκες, εκπορευόμενη από τη βούληση και τη δράση εκατοντάδων αναρχικών ανά τον κόσμο. Είμαι ακλόνητα πεπεισμένος πως κάποια μέρα η ”Μαύρη Διεθνής” θα ανατείλει ως δια μαγείας από τις στάχτες των πολλών αποτυχιών που έχουμε υποστεί εμείς οι αναρχικοί ανά την ιστορία. Εκείνη τη μέρα, ένα οξύμωρο θα ενσκύψει στο φως, μία οργάνωση δίχως οργάνωση. Και θα είναι πανέμορφο…

* Σημείωση: Οι στοχασμοί μου γύρω από το πάθος, την πράξη και τον λόγο εμπνεύστηκαν από το βιβλίο του Amadeo Bertolo “Σκέψη και δράση: Ο αναρχισμός ως λόγος, πράξη, ήθος και πάθος”. Εύχομαι η αβυσσαλέα απόσταση μεταξύ του δικού μου αναρχικού τερρορισμού και της δικής του δημιουργικής αναρχίας να μην ενοχλήσει κανέναν. Η ομορφιά της αναρχίας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μέσα από τον πειραματισμό και την περιπλάνηση σε διαφορετικά μονοπάτια, ορισμένες φορές ακόμα και τα ”αντίθετα” έρχονται σ’ επαφή. Ο Bertolo αναζητούσε τη ”σωστή ισορροπία” μεταξύ αυτών των δυνάμεων, εγώ πιστεύω πως μόνο δια της ένωσής τους μπορεί να γεννηθεί το νέο, επειδή ζωή σημαίνει αντίθεση: λογικό και παράλογο, μίσος και έρωτας, κάτι λιγότερο από νεκρική στατική ”ισορροπία”. Η αρμονία είναι κόρη της ”αταξίας” και του χάους.

(Πάρθηκε από το 4ο τεύχος της αναρχικής εφημερίδας ” Βιτριόλι”, Μάρτιος του 2020, μεταφράστηκε στα Αγγλικά από το Anarchists Worldwide με πηγή της διαδικτυακή του δημοσίευση στο Insuscettibile Di Ravvedimento.)

Πηγή: Anarchists Worldwide

Μετάφραση: Δ.Ο. Ragnarok

Στμ: Το πρώτο μέρος της συνέντευξης παραμένει αμετάφραστο στα Ελληνικά ενώ το δεύτερο μέρος μπορεί όποιος θελήσει να το βρει εδώ: “Ποια Διεθνής;” (Δεύτερο μέρος).

 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*