Alfredo Bonanno: Σκέψεις για την παρανομία

το γενικό πλαίσιο της παρανομίας

Ακόμα και απλή διάδοση πληροφοριών που διαστρεβλώνονται ή κρατούνται κρυφές από τα μίντια μπορεί να θεωρηθεί “παράνομη”. Χωρίς να αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο (εκτός από περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται “κρατικό μυστικό”), ενδέχεται να αντιτίθενται στην κρατική διαχείριση του κοινωνικού ελέγχου, ή στην επιβολή του νόμου. Έτσι, ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων τραβάει την προσοχή των κατασταλτικών οργάνων του κράτους στον ίδιο βαθμό (αν όχι περισσότερο) από μια συμπεριφορά που εκ των πραγμάτων αντιβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο νόμο. Σε ορισμένες στιγμές, η κυκλοφορία της πληροφορίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για τους σχεδιασμούς του κρατικού ελέγχου, τουλάχιστον (αν όχι παραπάνω) στον ίδιο βαθμό με την πραγματική δράση που θεωρείται από τις αρχές ως παρανομία. Απ’ αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η λεπτή γραμμή μεταξύ “τυπική” και “πραγματικής” παρανομίας είναι ιδιαίτερα ευέλικτη, σύμφωνα με τους κατασταλτικούς σχεδιασμούς της εξουσίας. Έτσι, το κράτος και το κεφάλαιο, τόσο εθνικά όσο και διεθνώς, καθορίζουν το επίπεδο της παρανομίας -ή, αν προτιμάτε, το επίπεδο της “νομιμότητας”- το οποίο δεν καθορίζεται τόσο από συγκεκριμένα νομικά πλαίσια (οι νόμοι ενεργοποιούνται άλλωστε σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά από μια καθημερινή πρακτική ελέγχου και πειθάρχησης που μόνο σε ορισμένες στιγμές πραγματοποιείται ανοιχτά ως καταστολη.

Η σχέση πολιτικής-παρανομίας

Βασικά, κάθε κριτική της πολιτικής συμπεριλαμβάνεται στα όρια της νομιμότητας. Στην πραγματικότητα, ενισχύει τον θεσμικό ιστό επιτρέποντάς του να ξεπεράσει τα αδύναμα σημεία και τις οπισθοδρομήσεις του που διαμορφώνονται από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου και ορισμένες εκτενώς βάρβαρες όψεις του Κράτους. Καμία “πολιτική” κριτική δεν μπορεί να φτάσει σε μια σαφή άρνηση του Κράτους και του Κεφαλαίου. Για να κάνει κάτι τέτοιο -όπως για παράδειγμα η αναρχική κριτική- θα έπρεπε να θέσει ζήτημα κοινωνικής κριτικής, θα έπαυε να θεωρείται δημιουργική συνεισφορά στον θεσμικό ιστό και κατά συνέπεια θα γινόταν -εκ των πραγμάτων- παράνομη. Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορούν να φτάσουν σε μια τέτοια ισορροπία μεταξύ των πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να δεχτούν μια κοινωνική κριτική, ακόμα και μια ριζοσπαστική, αναρχική, αφομοιώνοντάς την. Όμως αυτό δεν αλλάζει την κατ’ ουσίαν “παράνομη” θέση αυτής μιας τέτοιας κριτικής. Απ’ την άλλη, ακόμα και συμπεριφορές που είναι εμφανώς εκτός του νόμου, μπορούν να ιδωθούν κάτω από ένα διαφορετικό φως ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο ένοπλος αγώνας ενός μαχητικού κόμματος, είναι μια αναμφίβολα παράνομη συμπεριφορά, όμως σε ορισμένες στιγμές μπορεί να αποτελεί δημιουργικό στοιχείο στον σχεδιασμό επαναφομοίωσης κι αναδιοργάνωσης του Κράτους και του κεφαλαίου. Σε τέτοιες στιγμές, μια τελική συμφωνία μεταξύ μαχητικού κόμματος και Κράτους δεν είναι απίθανη (καθώς το τελευταίο εμφανίζεται ως εγγυητής κάθε προνομίου στον καπιταλισμό).

Κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο αφηρημένο όσο μοιάζει, μιας και το μαχητικό κόμμα τοποθετεί εαυτόν στη λογική της αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης εξουσίας, προκειμένου να κατασκευάσει μια δομή εξουσίας διαφορετική στην μορφή αλλά ολόιδια κατ’ ουσίαν. Σ’ ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, μόλις γίνεται αντιληπτό ότι η στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεση δεν μπορεί να συνεχιστεί επειδή δεν υπάρχει μεσοπρόθεσμα αποτέλεσμα, έρχεται κάποιου είδους συμφωνία. Η αμνηστία που σηζητούσε το ιταλικό κίνημα των 70es, είναι μια πιθανή τέτοια συμφωνία. Άλλες μορφές μπορούν εύκολα να βρεθούνε υπό το δημιουργικό φως της σοσιαλδημοκρατίας: Μια συμβίωση με αυτούς που μέχρι χθες ήταν πεπεισμένοι ότι μπορούσαν να καταλάβουν την παλιά δομή εξουσίας και να την θέσουν υπό τη διαχείρισή τους. Όπως μπορούμε να δούμε, ενώ μια απλή αναρχική και ριζοσπαστική κριτική είναι εξ’ ορισμού “παράνομη”, ακόμα και ο ένοπλος αγώνας των μαχητικών κομμάτων μπορεί -κατά περιπτώσεις- να συμπεριληφθεί στα πλαίσια της “νομιμότητας”. Κάτι τέτοιο αποδεικνύει ξανά τα “ρευστά” πλαίσια της νομιμότητας και της πρόθεσης του Κράτους να τα προσαρμόζει στην επιβολή του ελέγχου του.

Η επιβολή του ελέγχου

Τα όργανα καταστολής μόνο σ’ έναν ελάχιστο βαθμό είναι άμεσα συνδεδεμένα με το καθ’ εαυτό κατασταλτικό έργο. Τα περισσότερα απ’ αυτά λειτουργούν ως αποτρεπτικά όργανα ελέγχου. Αυτό, κατά συνέπεια, επιδρά σε κάθε πιθανή μορφή παρανομίας -μέσω μιας σειράς μέτρων- καθώς και σε κάθε μορφή διαφορετικής, από την κυρίαρχη, συμπεριφοράς. Η παρανομία συμπεριλαμβάνεται ως πιθανότητα στην νομιμότητα σήμερα, επιτρέποντας την μακροπρόθεσμο μάτι του νομοθέτη να υπολογίσει το πιθανό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει και για τις διαφορετικές “αποκλίνουσες” συμπεριφορές (η απόκλιση ορίζεται από την κυρίαρχη που επιβάλλουν οι παραγωγοί της συναίνεσης), σήμερα ίσως ένα πεδίο μελετών ή θαυμασμού, στο μέλλον όμως “σημείο μηδέν” κοινωνικών ανατροπών. (Σ.τ.μ: προφητικός ο “Παππούς”, καθώς το κείμενο έχει γραφτεί αρκετά χρόνια πριν τις κοινωνικές εκρήξεις σε Γαλλία και Ελλάδα). Τώρα, η επιβολή του ελέγχου βασίζεται στη συσσώρευση δεδομένων: συμπεριφορές, αποκλίσεις, προτιμήσεις, ιδεολογίες, δράσεις κλπ. Συσσώρευση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, και όσο πιο κατεργασμένων και συσχετισμένων πληροφοριών που βρίσκεται στη βάση κάθε μακροχρόνιου σχεδιασμού ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, κάθε έλεγχος θα ήταν πρακτικά αδύνατος, α-συνεχής και άσχετος από τις γενικότερες συνθήκες.

Ο χώρος της μυστικότητας

Αντίθετα στην άποψη αρκετών -δεν έχει σημασία ποιών- θεωρώ την μυστικότητα ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της επαναστατικής δράσης. Εδώ όμως είναι απαραίτητο να εμβαθύνουμε. Για αρχή, υπάρχει η ιδέα ότι όταν μιλάμε για μυστικότητα, σκέφτεται κανείς μόνο την παράνομη δράση. Η μυστικότητα είναι επίσης αδιαχώριστη από την δραστηριότητα της αντιπληροφόρησης, της πρακτικής που στρέφεται σ’ έναν αδιαμεσολάβητο αγώνα. Στην πραγματικότητα, ένας αδιαμεσολάβητος αγώνας, για παράδειγμα μια κατάληψη εργοστασίου, δεν είναι ο “πραγματικός” στόχος των αναρχικών, κάτι τέτοιο έρχεται στη συνέχεια ως συνέπεια που μπορεί να αναπτυχθεί. Αυτές οι συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφτούν στη διάρκεια του έργου της αντιπληροφόρησης, και με την στενή έννοια, δεν είναι μέρος της αδιαμεσολάβητης δράσης, αλλά ανήκουν σε μια συνακόλουθη φάση που μπορεί μόνο με δυσκολία να επιτευχθεί από τους συμμετέχοντες στον αγώνα, προκειμένου να ικανοποιήσουν μια επιτακτική, άμεση ανάγκη. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν πάρουμε ως δεδομένο ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα μάθουν κάθε όψη του αγώνα μας -από τη φάση της αντιπληροφόρησης μέχρι τις συνακόλουθες αυτής- αυτό δεν είναι λόγος για να μην υιοθετήσουμε μια μέθοδο που να δίνει όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες στον εχθρό. Το να δουλεύουμε στο φως της ημέρας δε σημαίνει κι ότι χρειάζεται να τροφοδοτούμε με πληροφορίες για τα πάντα την αστυνομία. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, μια κατάσταση όπου πολλές δράσεις πρέπει να λάβουν χώρα ταυτόχρονα, σε διαφορετικά μέρη. Με την κατάλληλη φροντίδα των μέσων πληροφόρησης (φυλλαδίων, αφισσών, προκηρύξεων κλπ) μπορεί να γίνει πολύ πιο δύσκολο για την αστυνομία να χαρτογραφήσει τη σχέση μεταξύ των δράσεων αυτών. Είναι ένα θέμα απλής αυτοπροστασίας προκειμένου να επιβραδύνουμε κάθε κατασταλτικό μέτρο.

Το να εκπαιδεύεται κανείς στη φρόνηση και στη σωφροσύνη, είναι επομένως βασικό για κάθε επαναστάτη, οποιαδήποτε δράση κι αν σκοπεύει να διεξάγει. Αν σταματήσουμε για ένα λεπτό να το σκεφτούμε, ακόμα κι όταν σχεδιάζουμε ένα τρικάκι μπορούμε να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποφύγουμε όψεις της καταστολής. Απ’ την άλλη, η γνώση τέτοιων τεχνικών μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε στοιχεία περιφρόνησης ή αποκήρυξης σε ορισμένες στιγμές όταν το θεωρούμε σημαντικό, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που το συμπεριλαμβανόμενο ρίσκο να γίνεται ένα ρίσκο υπολογισμένο, όχι απλά ένα απλό σφάλμα του μολυβιού ή των ιδεών, που θα μετανιώσουμε αμέσως μετά. Όπως βλέπουμε, ο χώρος για μυστικότητα είναι εκτεταμένος και ξεπερνά κατά πολύ το βασίλειο της παρανομίας.

Το αναρχικό κίνημα και το πρόβλημα της μυστικότητας

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το αναρχικό κίνημα στην ουσία του δεν είναι ένα παράνομο κίνημα είναι άσκοπο. Ένα επαναστατικό κίνημα τόσο σύνθετο και πλούσιο σε στοιχεία για τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτό σαν μια απλή παρέμβαση που γίνεται υπό το φως της ημέρας ώστε ο καθένας να μπορεί να λάβει τις ιδέες του υπόψιν. Το γεγονός ότι το αναρχικό κίνημα έχει περιοριστεί, ορισμένες φορές, αποκλειστικά στην παρανομία, ήταν άμεσα εξαρτημένο με τις αλλαγές στις ιστορικές και πολιτικές συνθήκες σε κάθε χώρα που συνέβη αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δε σημαίνει κι ότι το αναρχικό κίνημα δεν μπορεί να αναπτύσσει την πολιτική κι επαναστατική δραστηριότητά του με τη φροντίδα που ανέφερα νωρίτερα. Επίσης αναπτύσσει πιο συγκεκριμένες δραστηριότητες οι οποίες δε στοχεύουν άμεσα στην προπαγάνδα ή τη συμμετοχή σε κοινωνικούς αγώνες, αλλά έχουν διαφορετικούς στόχους που προφανώς δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτούς. Κατ’ αρχήν, όσον αφορά το πρόβλημα της εύρεσης των αναγκαίων μέσων για τον αγώνα. Κατά δεύτερον, την επίθεση εναντίον στόχων και υποκειμένων που ενεργά συντελούν στην εκμετάλλευση, κλπ.

Τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν μπορεί να θεωρούνται κάτι “διαφορετικό” ή “διαχωρισμένο” απ’ τις υπόλοιπες. Η ανάγκη για μυστικότητα, που μοιάζει να ταυτίζεται με το ζήτημα τέτοιων δραστηριοτήτων, οδηγεί αυτούς που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη να συμπεράνουν ότι κάθε δραστηριότητα πρέπει τελικά να εγκαταληφθεί, θυσιάζοντας έτσι μια δυναμική, και εντείνοντας την μείωση του καθένα μας σε έναν απλό φορέα ορισμένων ιδεών, με μια θλιβερή ανακολουθία μέσων.

Τεχνολογία και μυστικότητα

Μπορούν όμως τα πανίσχυρα τεχνολογικά μέσα του εχθρού να καταστήσουν κάθε μυστικότητα πραγματικά απίθανη; Αυτό το ερώτημα ανήκει στο πεδίο των επιπλοκών των περασμένων ετών μιας έλλειψης τεχνολογικής γνώσης εκ μέρους μας, και μιας φαντασιακής και υπερβολικής εικόνας για την χρήση των μέσων αυτών. Όπως και για κάθε τί άλλο, που ο καθένας δεν πολυγνωρίζει, η τεχνολογία των περασμένων λίγων ετών με τους υπολογιστές, τα κέντρα παρακολουθήσεων επικοινωνιών, την τεχνολογία λέιζερ, τα ραντάρ κλπ έχει γοητεύσει αρκετούς συντρόφους που οι περισσότεροι υπήρξαν και λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Η ευχαρίστηση που έβρισκαν παλιότερα στην ανάλογη λογοτεχνία βρίσκεται τώρα στην ανάγνωση, συχνά χωρίς μια αναγκαία βασική γνώση, λιγότερο ή περισσότερο εξειδικευμένων άρθρων εφημερίδων (συχνά απλά παραφιλολογίας) για τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας σήμερα. Χωρίς να προσπαθούμε να υποτιμήσουμε τις κατασταλτικές δυνατότητες που θέτουν στη διάθεση της εξουσίας τα σημερινά τεχνολογικά επιτεύγματα, πρέπει απλά να έχουμε μιαν ορισμένη σοβαρότητα σ’ αυτά που λέμε κατά καιρούς. Αν μη τί άλλο, τουλάχιστον προκειμένου να μην εμποδίζουμε τον ανατρεπτικό δυναμισμό άλλων ανθρώπων, προσθέτοντας ένα καρφί στο φέρετρό τους. Ο απόλυτος έλεγχος είναι ένα όνειρο για την εξουσία που κρατάει απ’ τον καιρό του μεγάλου Λεβιάθαν. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Το κύριο εμπόδιο δεν είναι τόσο η έλλειψη των αναγκαίων τεχνολογιών ελέγχου ή ακόμα οι περιορισμοί αυτών που λειτουργούν τους ανάλογους μηχανισμούς. Οι περιορισμοί του ελέγχου είναι ότι, προκειμένου να επεκτείνεται, χρειάζεται και το μπορεί μόνο με το να διεισδύει στο μυαλό των ελεγχόμενων. Έτσι, ο πραγματικός ελεγκτής δεν είναι τόσο ο αστυνομικός, ο δικαστής, ή ο δεσμοφύλακας, αλλά το ίδιο το άτομο που υφίσταται τον έλεγχο, επί του εαυτού του. Οποιοσδήποτε εξασκεί έλεγχο, φιλοδοξεί να αποικιοποιήσει την νοοτροπία του ατόμου που ελέγχει, χτίζοντας αντιστάσεις στην ελευθερία και την ελεύθερη σκέψη, εμπόδια σε κάθε ανατρεπτικό αγώνα. Αφ’ ης στιγμής γίνει δυνατό κάτι τέτοιο, είναι μάλλον το ελεγχόμενο άτομο που θα λογοκρίνει τις ίδες του τις σκέψεις και τις πράξεις. Τελικά, σε μια επόμενη φάση, που το ελεγχόμενο άτομο θα θελήσει επεκτείνει τον έλεγχό του σε άλλους, ενδεχομένως να απευθυνθεί σε μια απ’ τις σχετικές υπηρεσίες αποθήκευσης κι επεξεργασίας πληροφοριών. Μια τέτοια συμμετοχή, που συνιστά το μέγιστο επίπεδο ελέγχου, γίνεται εφικτή μόνο όταν τα δυο προηγούμενα επίπεδα έχουν εσωτερικευθεί. Το επίπεδο αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως συμμετοχή στη λειτουργία των “μηχανισμών” όσο ως μια συνεισφορά στη διαχρονική εμπλούτισή τους, που γίνεται διαθέσιμη στο κεφάλαιο και θα αποτελέσει μια βάση για τη διαχείριση της καπιταλιστικής συσσώρευσης του μέλλοντος. Σε μια τέτοια προοπτική, κάθε πεδίο που εξαιρείται από τις εσχατιές του ελέγχου ή που προστατεύεται από τη διαδικασία πολιτιστικής ενσωμάτωσης πρέπει να υπερασπίζεται με κάθε μέσο, ακκόμα και με τεχνικές βασισμένες στην μυστικότητα. Το να αρνούμαστε εκ των προτέρων τέτοιες τεχνικών σημαίνει ότι τις αντιμετωπίζουμε με την κοντόφθαλμη οπτική των συνωμοσιών και των ρομαντικών εποχών που έχουν περάσει. Φυσικά δεν είναι έτσι όμως, θα ήταν γελοίο σήμερα να κωδικοποιούμε μηνύματα με τον παραδοσιακό τρόπο, όχι μόνο τον τρόπο του Μπακούνιν ή του Μαλατέστα, αλλά οποιονδήποτε τρόπο, για τον πολύ απλό λόγο ότι κάθε επικοινωνία που είναι πολύ παραπάνω από 2-3 γραμμές, είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθεί από έναν υπολογιστή. Όμως, ακόμα κι αυτοί, οι κώδικες του Μπακούνιν και του Μαλατέστα ακόμα κρατάνε και όταν αναφερόμαστε σε μηνύματα λίγων λέξεων, δεν μπορούν να αποκωδικοποιηθούν εύκολα. Βέβαια, δεν μας ενδιαφέρει εδώ ειδικά το θέμα των κωδικοποιημένων μηνυμάτων, απλώς αναφέρεται ως ένα παράδειγμα που δε θα πρεπε να εξαιρεθεί από συγκεκριμένες στιγμές όπου οι επαναστάτες θα ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνήσουν κάτι που δε θα ήθελαν να γίνει γνωστό στον εχθρό. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα ήταν ακόμη εφικτό, όταν μιλάμε φυσικά για ένα σύντομο μήνυμα ώστε να μην υπάρχει μια αναγνωρίσιμη αλληλουχία χαρακτήρων, και καμία τεχνολογία στον κόσμο δε θα μπορούσε να σπάσει ακόμα και τους πιο απλούς κώδικες.

Γιατί να στρώνουμε το χαλί της καταστολής;

Αυτοί που θεωρούν την μυστικότητα αδύνατη, λένε συχνά ότι κάθε αναρχική και επαναστατική δράση πρέπει να δημοσιοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο. Για παράδειγμα, αυτοί που δεν βλέπουν κάτι κακό στο να δημοσιεύουν πλήρεις λίστες με τα μέλη των οργανώσεών τους, όπως η FAI, η ιταλική αναρχική ομοσπονδία. Σε ένα εντελώς αφηρημένο επίπεδο ιδεών, όντως δεν υπάρχει κάτι κακό. Αλλά στην πράξη, αρκετές αντιφάσεις προκύπτουν. Καταρχήν, για ποιό λόγο να στρώνουμε το χαλί στην καταστολή; Δεύτερον, αν οι αναρχικοί είναι σήμερα σχετικά ανεκτοί μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κατασταλτικό περιβάλλον, αν αύριο κάτι τέτοιο αλλάξει, για ποιό λόγο θα πρέπει η αστυνομία ήδη να βρίσκεται με καλογραμμένες λίστες ώστε να διευκολύνει το καθήκον της. Γιατί θα έπρεπε εμείς να τους βοηθήσουμε στο κατασταλτικό τους έργο; Ασφαλώς, τα ονόματα πολλών συντρόφων είναι ήδη γνωστά, αλλά πολλών άλλων όχι, και θα έπρεπε η αστυνομία να καταβάλλει αρκετό κόπο για  να τα μάθει. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει αθώα για ποιό λόγο να κρυβόμαστε, αφού η κινηματική δουλειά γίνεται -κατά κύριο λόγο- στο φως της ημέρας. Κάτι τέτοιο όμως θα παραήταν αφελές: Κάθε συσσώρευση πληροφοριών εμπλουτίζει κι ενισχύει το κατασταλτικό έργο.

Η λειτουργία του ελέγχου

Όταν βλέπουμε ότι ο έλεγχος δεν είναι απλά ένα γεγονός καταστολής, αλλά επίσης και συχνά κατ’ ουσίαν, συμμετοχής, είναι εφικτό να εκτιμήσουμε το πρόβλημα της μυστικότητας διαφορετικά. Βασικά, είναι ένα ζήτημα του κατά πόσο εμείς “συμμετέχοντας” αναπαράγουμε τον πραγματικό έλεγχο. Αν αρνηθούμε να συνεργαστούμε, αν εμποδίσουμε τη δημιουργία ενός πολιτιστικού γκέττο με κάθε πιθανό μέσο, αν δημιουργήσουμε μια κοινή γλώσσα για την αποκλειστική χρήση αυτών που αποκλείονται από την τεχνολογική διεύθυνση της παραγωγής, κι επομένως της εξουσίας, τότε ο πραγματικός έλεγχος θα είναι αδύνατος. Δεν είναι τόσο το πρόβλημα του να αναλογιστούμε σήμερα τα περιθώρια που αφήνει το κράτος με την μη-αστυνόμευσή τους, για παράδειγμα της δύναμης που θα μπορούσε να εφαρμόσει προληπτικά αλλά δεν το κάνει, ώστε να μένουμε με την εντύπωση ότι τουλάχιστον υπάρχει μια περιοχή που δεν ασκείται τόσος έλεγχος. Στην ουσία, αυτή η περιοχή μπορεί να υπάρχει, μπορεί και όχι. Είναι όμως ο κοινωνικός έλεγχος σα σύνολο που δεν είναι ακόμα πλήρης. Ακόμα κι αυτά που μας προτάσσει -οι φυλακές για παράδειγμα- είναι ακόμα ατελή και χοντροκομμένα εργαλεία ελέγχου. Δεν είναι λοιπόν ένα ζήτημα του πλήθους των μέσων ελέγχου αλλά της ποιότητας του ελέγχου αυτού. Η λειτουργία της κοινής μυστικότητας των ανατρεπτικών θα μπορούσε λοιπόν να είναι αυτή της άρνησης συμμετοχής, της αποφυγής της ενσωμάτωσης της γλώσσας και των αξιών που το Κράτος μεταδίδει για να τελειοποιήσει τον έλεγχό του.

Αποχαιρετισμός στις διεκδικήσεις

Ασφαλώς ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος Larizza (UIL) το ‘πε πριν δέκα χρόνια: ευθυγράμμιση με τα γερμανικά συνδικάτα, διεκδίκηση συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Την ίδια στιγμή ο Carniti, αναλογιζόμενος την αγωνιστική παράδοση των ιταλικών συνδικάτων (στην Γερμανία αντίστοιχα, δεν είχαν κάποια άξια λόγου απεργία απ’ το 1956), χαμογέλασε συγκαταβατικά. Σήμερα όλοι συμφωνούν σ’ αυτή τη σπουδαία κίνηση. Τα ιταλικά συνδικάτα θέλουν να μετασχηματιστούν σε κάτι σαν μετόχους, ανάλογα με τους γερμανούς συναδέλφους τους, αποκτώντας όχι απλά ειδικό βάρος στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων των εταιριών, αλλά επίσης μετοχές, φτάνοντας ίσως έτσι να κατέχουν εταιρίες και περιουσίες στο τέλος τα ίδια. Ο πρόεδρος του SCIL D’ Antonio είπε κάποτε ότι σ’ έναν παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό με διεθνείς ανταγωνιστές, οι μισθολογικές διεκδικήσεις θα χτυπηθούν. Το εργοστάσιο πρέπει να αναπνέει, διαφορετικά θα ρισκάρουμε μια επιστροφή στα 50es, όπως έγινε με την περίπτωση των άγγλων ανθρακωρύχων στον αγώνα τους ενάντια στη Θάτσερ. Η σύγκρουση, συνέχισε, υφίσταται ακόμα, αλλά έχει μετατοπιστεί από τους δρόμους στα γραφεία της διεύθυνσης, μ’ έναν τέτοιο τρόπο, μέσω της συνδιαχείρισης, που το βάρος της αναδιοργάνωσης θα ρυθμίζεται πιο ισότιμα. Πρέπει να εγκαταληφθεί η πίεση στη διαπραγμάτευση, δηλώνει ο Larizza (σύμφωνα με τον οποίον το νέο συμμετοχικό μοντέλο μπορεί να επεκταθεί κι έξω απ’ τα εργοστάσια, σε τοπικούς θεσμούς που αφορούν τη διαχείριση αστικών ζωνών, την επένδυση στον Νότο κλπ). Τελικά, ο πρόεδρος του CGIL, Cofferati υποδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να αποφευχθεί ο κίνδυνος της λεγόμενης ιαπωνικής λύσης: άμεση συνεργασία μεταξύ εργαζομένων κι αφεντικών. Η συμμετοχή, λέει, πρέπει να φιλτράρεται μέσα από τα συνδικάτα.

Όπως βλέπουμε, παρά τις μικροδιαφορές, το συμπέρασμα του συνδικάτου είναι αρκετά ομοιογενές. Κάθε υποψία αγώνα στους δρόμους, κάθε σύγκρουση βασισμένη σε απεργίες και τη συνακόλουθη ζημιά στον επιχειρηματία, όσο απόμακρη κι αν είναι η πιθανότητα, πρέπει να εγκαταληφθεί για τα καλά. Η συμμετοχικότητα σημαίνει λήψη αποφάσεων σύμφωνων με των ιδιοκτητών, αποφασιστική για τα όσα αναφέρονται ως “τεχνικά προβλήματα της επιχείρησης”, για παράδειγμα, η ιδανική σύνθεση των διαφόρων συστατικών της παραγωγής: κεφάλαιο, μηχανές, εργασία. Το αποτέλεσμα δεν είναι πανομοιότυπο με το γερμανικό μοντέλο, αλλά είναι πάνω κάτω εξίσου ολοκληρωτικά μοντέλο κοινωνικής ειρήνης, ή τουλάχιστον σ’ αυτήν την κατεύθυνση τείνει.

Και τώρα ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει.Όσο οι τρεις μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις δρούσαν σε διεκδικητικό επίπεδο, αυτόνομα συνδικάτα βάσης όπως οι Cobas με σύνθημα την άμεση δράση, είχαν ακόμη λόγο ύπαρξης, καθώς αναπαριστούσαν μια πιθανότητα για την ανάπτυξη ενός πεδίου άμεσης σύγκρουσης, σαμποτάζ και μέγιστης ζημιάς στα αφεντικά. Βασικά, τα αφεντικά, ήταν ακόμη φοβισμένα γνωρίζοντας πως, ακόμα και στα πλαίσια λιγότερο κεντρικών συγκρούσεων, μια τέτοια ζημιά δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Μια τέτοια λειτουργία όμως, χάνει κάθε νόημα πλέον. Στην πραγματικότητα, τώρα που οι μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις αρνούνται να συνεχίσουν τη λογική των διεκδικήσεων, είιναι αδύνατο αυτές να συνεχιστούν από τα μικρά συνδικάτα μόνα τους. Θα κατέληγαν να επιστρατεύουν όλη τη δυναμική τους απλώς και μόνο για να στηρίξουν την απλούστερη πρόταση διεκδικήσεων.

Ας γίνω όμως πιο σαφής. Αν αυτό που χαρακτήριζε κάποτε αυτές τις μικρές συνδικαλιστικές δομές ήταν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν, καθώς δε διαφοροποιούνται στους σκοπούς, το μόνο που θα μπορέσει να επιβιώσει θα είναι τελικά οι σκοποί (οι σκοποί έναντι της συμμετοχής), επιβεβαιώνοντας δυστυχώς ότι το να κάνεις διεκδικήσεις δεν είναι αρκετό για να είσαι “άκρο-“, και κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα τρία βασικά συνδικάτα. Έτσι, αυτα τα μικρά συνδικάτα φαίνονται προορισμένα να αναλάβουν τον πλεονάζοντα και ασθενικό ρόλο των διεκδικητών. Πλεονάζων, καθώς δεν είναι αναγκαίος σ’ αυτή τη φάση της εξέλιξης της οικονομίας ως σύνολο (όπως έξυπνα το κατάλαβαν τα συνδικάτα), και ασθενικός γιατί τα μειοψηφικά και μικρά συνδικάτα (παρ’ όλη την επαναστατική φιλολογία τους) ούτε επιθυμούν, ούτε ειναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν μεθόδους που μπορούν να φτάσουν σε μια δυναμική αποτελεσματική μόνο με την πλάτη των μεγάλων μαζικών συνδικαλιστικων οργανώσεων, παρόλες τις αδυναμίες του. Και κάθε δομή που χάνει κάθε λειτουργία της, ακόμα και την πιο αξιολύπητη, του να τρέχει πίσω απ’ την ουρά ενός άλλου, οδεύει προς την εξαφάνιση.

[Αυθεντικός τίτλος: Addio alla rivendicazione, στο περιοδικό “Canenero”, no. 11, 20 Γενάρη 1995. Μετάφραση στα αγγλικά: Jean Weir στο “Let’s destroy work, let’s destroy economy”, Elephant Editions, London.]

Πηγή: riotersespivblogs

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*