“ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ: Η γεροντικη ανοια της αναρχιας (ή ανακαλυπτοντας ξανα την αναρχια)” – ΣΠΦ

Το κείμενο αυτό είχε συγγραφεί και δημοσιευθεί πριν από περίπου 1,5 χρόνο αλλά η απόφαση μας να το αναδημοσιεύσουμε στο παρόν κάθε άλλο παρά τυχαία είναι.
Στο κάτω κάτω η κρίση αυτή που με μια πρώτη ανάγνωση εξωθεί με ποικίλους τρόπους τα αρχαϊκά αναρχιστικά σκέλεθρα στον σοσιαλιστικό τους ιδεολογικό πυρήνα, με αποτέλεσμα την ανάδυση φαινομένων εχθρικών ως προς μία ακραιφνή αναρχική σύλληψη του παρόντος, οφείλει να μετατραπεί σε μία ιδανική ευκαιρία για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση των θέσεων μας στο σήμερα.
Μόνο μέσα από αυτήν την επίπονη, κοπιαστική και λελογισμένη διαδικασία θα παρουσιαστεί εμπρός μας η δυνατότητα για μια υπέρβαση αλυσίδων του παρελθόντος και προπαντός για την κατασκευή μια αναρχικής πρακτικής, αποδεσμευμένης από τις επιταγές με τις οποίες περιορίζεται εντός του πεδίου ενός σκηνοθετημένου κοινωνικού ανταγωνισμού για την εκπροσώπηση των σχηματιζόμενων από το πλέγμα εξαρτήσεων, φαντασιακών συνόλων. Ο εξεγερμένος σε αυτήν του την προσπάθεια οφείλει να αναμετρηθεί στα ίσια με το κονιορτοποιημένο απείκασμα της επαναστατικής του κίνησης μαθαίνοντας να μιλά για τον εαυτό του και τερματίζοντας την μεσολάβηση του κοινού (στα πλαίσια της αναθευντικότητας) λόγου.
Ενάντια στους εφημέριους του προλεταριάτου και τους ασκητές της επανάστασης να θυμηθούμε πως ” η πιο επιτακτική άσκηση της ελευθερίας είναι η καταστροφή των ειδώλων, ιδιαίτερα όταν αυτοπροβάλλονται εν ονόματι της”  ειδικά σε μια εποχή όπου η αυτοπροβολή καταστρέφει τα είδωλα εν ονόματι της επιτακτικής άσκησης της ελευθερίας σε ένα παιχνίδι που θυμίζει πινιάτα.

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: RAGNAROK

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ: Η γεροντική άνοια της αναρχίας (ή ανακαλύπτοντας ξανά την αναρχία) – Προδημοσίευση της ανέκδοτης μπροσούρας “FAI Reloaded”, από τη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς

i) Κατεψυγμένος μαρξισμός

Η σημερινή εποχή μυρίζει λάδι μηχανής, φτηνό πληρωμένο ιδρώτα εργασίας και ναφθαλίνη εθελόδουλης ηθικής… Δε θέλουμε να μας καθορίζει ο πολιτισμός του τεχνοβιομηχανικού φασισμού, των άσπρων στολών των επιστημόνων, των γραβατών των τεχνοκρατών, των πρόθυμων σιωπών των συνηθισμένων ανθρώπων, των ηλίθιων χαμόγελων των καταναλωτών… Δεν ταιριάζουμε στην αισθητική του γυάλινου κόσμου των επίπεδων οθονών των τηλεοράσεων, της ψηφιακής απομίμησης της ζωής των social media, των βιτρίνων του life style, των φακών των καμερών ασφαλείας. Δε χωράμε στην κοινωνία της αιχμαλωσίας, στις εξακριβώσεις στοιχείων των μπάτσων, στην επιτήρηση των σεκιουριτάδων, στους νόμους των δικαστών, στις κλειδωμένες πόρτες των φυλακών. Δε συμβιβαζόμαστε με το μέσο όρο κανονικότητας που προστάζει η ηθική, δε διασκεδάζουμε με ψυχοτρόπα την πλήξη, δε μας καλύπτει το κρύο των άδειων σχέσεων, δε διαβάζουμε… Μαρξ.

Σήμερα ζούμε στους ρυθμούς μιας γενικευμένης κρίσης. Η καθημερινότητά μας στραγγαλίζεται απ’ την τυραννία των αριθμών. Η ζωή μας μοιάζει με ένα λογιστικό βιβλίο, που οι υπολογισμοί του, τη βγάζουν συνεχώς λειψή και χρεωμένη. Μας κατακλύζουν με οικονομικούς όρους και ορισμούς, που οι μισοί μας είναι άγνωστοι και οι άλλοι μισοί αδιάφοροι. Οι περιπλανώμενοι τσαρλατάνοι όλων των ιδεολογιών, περιφέρονται από το ένα οικονομικό συνέδριο στο άλλο και μας βομβαρδίζουν με φλύαρες και, συχνά, ακαταλαβίστικες συνεντεύξεις-λογύδρια, πλασάροντας ο καθένας το δικό του κοινωνικό αντίδοτο ενάντια στην οικονομική κρίση. Στα ράφια του ιδεολογικού σουπερ μάρκετ, θα βρει ο κάθε πιστός καταναλωτής το αντίδοτο που του ταιριάζει, σε όλες τις αποχρώσεις. Υπάρχουν «επαναστατικά» αντίδοτα, ακόμα και «αναρχικά». Στην Ελλάδα, οι νεοκομμουνιστές, πρώην αναρχικοί, ανακατεύουν στο καζάνι των ιδεολογιών αναρχικές ετικέτες, με μπόλικο κατεψυγμένο μαρξισμό, αντι-ιμπεριαλισμό και λίγο συγκαλυμμένο εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο. Η νέα τάση της «σοβαρής» αναρχίας φοράει τα επίσημά της και λανσάρει τη μόδα του αντικαπιταλιστικού αγώνα σε κόκκινο φόντο. Η ρητορική των νεοκομμουνιστών-«αναρχικών» μιλάει για όλα. Προσπαθώντας να κατασκευάσει ένα κοινωνικό μάρκετινγκ μαζικής απεύθυνσης, προωθεί τις γενικεύσεις, αγιοποιώντας τον «καταπιεσμένο λαό» και τους «εργαζόμενους» που, προφανώς, για αυτούς είναι «αθώοι» των ευθυνών και των σιωπών τους, χρησιμοποιεί συγκαλυμμένα κοινωνικά εύπεπτες εθνικές αναφορές, όπως «ο ελληνικός λαός», «η χώρα μας» και υπόσχεται την «κοινωνική σωτηρία» με την έλευση της μετεπαναστατικής κοινωνίας, μιλώντας στις συνελεύσεις για συγκεντρωτικές-κεντρικές δομές… Φαίνεται πως κάποιοι νεοκομμουνιστές προβάρουν ήδη τα μελλοντικά τους αξιώματα. Ίσως, γι’ αυτό προπονούνται από τώρα, πουλώντας ηγεμονισμό, εμπειρία παλαιότητας και σοφία καθοδηγητή εντός του αναρχικού χώρου.

Εκεί, λοιπόν, που κάποιοι βλέπουν μία ευκαιρία, λόγω οικονομικής κρίσης, εμείς βλέπουμε μία παγίδα. Μία παγίδα να βουλιάξουμε στο βάλτο της σύγχυσης, των φαντασιώσεων του κοινωνικού «καλού», των μαρξιστικών αναλύσεων, των βεβαιοτήτων των επαναστατικών υποκειμένων, των οικονομισμών.

Πρώτα απ’ όλα, η παγκόσμια κρίση που βιώνουμε σήμερα δεν είναι απλά μία κρίση αριθμών οικονομικών μεγεθών και μαθηματικών υπολογισμών, αλλά κομμάτι της συνολικής κρίσης αξιών και συνειδήσεων στον κόσμο της εξουσίας. Είναι η κανιβαλιστική κρίση του δυτικού τρόπου ζωής που, αφού θέριεψε με το αίμα και το πετρέλαιο των «υποανάπτυκτων», τώρα τρέφεται απ’ τις σάρκες του. Σήμερα, ο «ανεπτυγμένος κόσμος» δε ζει μόνο μέσα στη μέγγενη της οικονομικής τυραννίας, αλλά και στην έρημο της πνευματικής και συναισθηματικής πτώχευσης.

Σε αντίθεση με τους μαρξιστές και τα «αναρχικά» δισέγγονά τους, που θέλουν να ερμηνεύουν τη ζωή με τον ορθολογισμό των μαθηματικών, εμείς αναζητάμε την απελευθέρωσή μας μέσα απ’ τις εκρήξεις μίας υπαρξιακής διαρκούς εξέγερσης σχέσεων, καταστάσεων, αξιών, ηθικής, καθημερινότητας.

Ακόμα και η οικονομία, που είναι το κέντρο των πληκτικών αναλύσεων των κομμουνιστών, για εμάς δεν είναι μία σειρά τακτοποιημένων αριθμών που οδηγούν στην εξίσωση της ταξικής πάλης. Αντίθετα, η οικονομία είναι, πρώτα απ’ όλα, μία ιεραρχική κοινωνική σχέση που μιλάει τη γλώσσα του χρήματος. Το χρήμα είναι ένα σύμβολο συσσωρευμένης εξουσίας. Είναι ένας τίτλος ιδιοκτησίας που του ανήκουν αντικείμενα, εδάφη, χρόνος, θαυμασμός, σχέσεις, άνθρωποι. Το αναρχικό στοίχημα, λοιπόν, δεν μπορεί να εγκλωβίζεται στη διεκδίκηση «καλύτερων μισθών», «χαμηλότερης φορολογίας», «οικονομικής ισότητας»… Δεν καταστρέφεις την ηθική της ιδιοκτησίας, κάνοντάς την ίση και ομοιόμορφη σε όλους.

Το πείραμα των κομμουνιστικών καθεστώτων γέννησε απολυταρχικά τέρατα, δικτατορίες του προλεταριάτου και υποταγμένους υπηκόους. Δεν ξορκίζεις την ασχήμια με μία νέα ασχήμια, που απλά αλλάζει το όνομά της σε κάτι πιο «κοινωνικό» και φαντασιώνεται ότι μέσω του «αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, δε θα αφήσουμε να γίνει η χώρα μια «σύγχρονη αποικία».

Ακόμα κι αν καταργήσουμε το χρήμα, η εξουσία θα βρει καινούργιες χάντρες και καθρεφτάκια για να ανταλλάξει με την υπακοή των ιθαγενών της. Η εξουσία, άλλωστε, είναι πιο παλιά απ΄ τον καπιταλισμό και το χρήμα. Γι’ αυτό γελάμε, αλλά και πλήττουμε απ’ τις αναλύσεις και τα κείμενα των αναρχομαρξιστών τυφλοπόντικων της θεωρίας. Γράφουν και ξαναγράφουν υπεραναλύσεις, αλλά οι υπολογισμοί τους δεν τους βγαίνουν, γιατί αδυνατούν να καταλάβουν ότι η ζωή δε χωράει στις ετικέτες που της κολλάνε… «προλεταριάτο», «πάλη των τάξεων», «αντιιμπεριαλιστικός αγώνας»… Καταρχήν, ο αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας δεν προϋποθέτει τη συνολική οπτική του αναρχικού αντικρατικού αγώνα. Αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα διεξάγει και το γραφειοκρατικό απολίθωμα του ΚΚΕ. Παράλληλα, διαβάζοντας πίσω απ’ τις γραμμές τόσο τα κείμενα, όσο και τα προτάγματα των πρώην αναρχικών νυν κομμουνιστών, διακρίνουμε έναν ηθελημένο κρυπτο-πατριωτισμό. Οι εθνικές αναφορές (η χώρα μας, ο ελληνικός λαός, κ.λ.π.), η επικέντρωση στο «ξένο κεφάλαιο» (λες και το κεφάλαιο έχει εθνικότητα), σε συνδυασμό με την παντελή απουσία αντικρατικών προταγμάτων, είναι τουλάχιστον ύποπτα. Οι νεοκομμουνιστές – πρώην αναρχικοί δε μιλάνε ούτε για μία στιγμή για την καταστροφή του κράτους. Αντίθετα, χρησιμοποιούν έναν καταγγελτικό πολιτικάντικο λόγο ευρείας κατανάλωσης και αυτοπαρουσιάζονται ως αριστερά εξτρέμ της αριστερής κυβέρνησης, την οποία καταγγέλουν, δίχως όμως να κυρήττουν ανοιχτά τον πόλεμο εναντίον της. Η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση στην αριστερή κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙ.Ζ.Α. δεν έχει καμία σχέση ούτε με την αναρχία, ούτε με την ελευθερία. Δεν αναζητάμε ούτε την μεταρρύθμιση του συστήματος, ούτε τον αριστερό καλλωπισμό του∙ το μόνο που θέλουμε είναι η ολοκληρωτική καταστροφή του. Όμως, ζούμε σε παράξενες μέρες, που ακόμα και τα αυτονόητα της αναρχίας πρέπει να τα ξαναοπλίσουμε…

Η εξουσία, λοιπόν, δεν είναι απλά άσχημα σκυθρωπά πρόσωπα σε άθλια σώματα διακοσμημένα με κοστούμια και γραβάτες, όπως και η αναρχία δεν είναι «τίμιος εργατικός ιδρώτας» και «διαβασμένα τα άπαντα του Μαρξ και του Μπακούνιν»… Σίγουρα οι πρώτοι πρέπει να γίνουν ιδανικοί στόχοι σκοποβολής και ριπών από καλάσνικωφ, όμως δεν αρκεί μόνο αυτό…

Η εξουσία είναι μία κοινωνική σχέση.

Η εξουσία γεννιέται ακόμα και μέσα στις φιλίες μας, στις παρέες μας, στους έρωτές μας, στην καθημερινότητά μας.

Πάλι μέσα απ’τις σχέσεις μας πρέπει να την εξορίσουμε πραγματικά. Φυσικά, αυτό γίνεται μόνο μέσα από μία εμπόλεμη-ένοπλη αναμέτρηση με το υπάρχον, καθώς οι αναζητήσεις μας δεν είναι ένας χίπικος εσωτερικός διαλογισμός, αλλά πρακτικές επιθυμίες που εκφράζονται καλύτερα όταν τα δάχτυλά μας γεμίζουν σφαίρες τους γεμιστήρες και τα χέρια μας οπλίζουν τα όπλα μας για να «μιλήσουν»…

ii) Ξεπερνώντας τους επαναστατικούς μύθους

Η τάξη των φτωχών, των καταπιεσμένων, των «από τα κάτω», των εργατών, είναι μία ξεθωριασμένη ετικέτα, που από μόνη της για εμάς δεν αντιπροσωπεύει τίποτα. Είναι λέξεις που χάνονται στο κενό και η ηχώ τους βυθίζεται σε ένα παρελθόν που έχει ξεπεραστεί. Η εργατική τάξη είναι μία μαζική εξαναγκαστική κοινωνική ταυτότητα, που συνθλίβει με το βάρος της τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα του ατόμου, του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Ο λαός είναι το παραμύθι που συνδέει ένα πλήθος ανθρώπων με τελείως διαφορετικές αντιλήψεις, συνήθειες, αγωνίες, σκέψεις, προσωπικότητες, χαρακτηριστικά, που οι περισσότεροι παλινδρομούν μέσα στη σύγχυση, ομογενοποιούνται απ’ τα στόματα των ειδικών της πολιτικής με το όνομα «λαός». Ο λαός, η κοινωνία είναι το βασίλειο των αντιφάσεων. Είναι ο κοινός τόπος προέλευσης, καθώς και εμείς οι ίδιοι που αρνούμαστε την ηθική και τις αξίες της κοινωνίας, προερχόμαστε μέσα από αυτήν, που οδηγεί όμως σε άπειρους διαφορετικούς προορισμούς επιλογών. Μέσα στην κοινωνία κατοικούν οι δούλοι που θέλουν να μοιάσουν στα αφεντικά τους, οι υπήκοοι που λατρεύουν την τάξη, οι συντηρητικοί που υπερασπίζονται την κανονικότητα, οι μικροαστοί που προσκυνάνε την ιδιοκτησία, οι φασίστες που φοβούνται το διαφορετικό, οι νοικοκυραίοι που ερωτεύονται την ησυχία του σπιτιού τους και την καθαριότητα των επίπλων τους, οι λούμπεν που ζηλεύουν τους βολεμένους, οι βολεμένοι που αδιαφορούν, οι φτωχοί που γκρινιάζουν αλλά φοβούνται να πράξουν, οι μετανάστες, οι παραβατικοί που θαυμάζουν τους προνομιούχους… Παράλληλα, μέσα στην ίδια κοινωνία, υπάρχουν οι προοδευτικοί, οι ευαίσθητοι φιλάνθρωποι, οι αριστεροί, οι ειρηνιστές, οι κομμουνιστές, οι ελευθεριακοί, οι αναρχικοί, οι επαναστάτες ακόμα και οι μηδενιστές-αρνητές της κοινωνίας.

Αυτό που ονομάζεται «λαός», «κοινωνία» είναι όλο το παραπάνω ψηφιδωτό σχέσεων ανάμεσα σε μία ομίχλη προσώπων, που μερικά τα συνδέει η συγγένεια αντιλήψεων και βιωμάτων και άλλα ένας λυσσαλέος πόλεμος.

Ο λαός έχει πάντα θετικό πρόσημο. Το λαό τον διεκδικούν όλοι, απ’ τους φασίστες και τους συντηρητικούς, μέχρι τους αριστερούς και τους αναρχικούς. Ο λαός είναι «φτωχός», «τίμιος», «καταπιεσμένος», «αδικημένος» και φυσικά «σοφός» όταν ψηφίζει… Ο λαός και η εργατική τάξη, σύμφωνα με τους ειδικούς της πολιτικής, είναι οι αιώνιοι παραπλανημένοι, γι’ αυτό πάντα χρειάζονται καθοδήγηση. Οι μαρξιστές και τα αναρχικά δισέγγονά τους είναι πάντα πρόθυμοι να καθοδηγήσουν (στο όνομα του «λαού» φυσικά) και να προσφέρουν τη γη της επαγγελίας, τη μετεπαναστατική κοινωνία. Στα κείμενα, στις αφίσες, στις εκδηλώσεις τους μιλάνε πάντα σε α’ πληθυντικό, χρησιμοποιώντας το συλλογικό «εμείς» του λαού, των εργατών, του προλεταριάτου, θεωρώντας πως, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως κομμάτι του προλεταριάτου, θα γίνουν πιο αρεστοί και θα το πάρουν με το μέρος του. Το αστείο είναι ότι, συνήθως, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του προλεταριάτου δεν έχουν καμία ταξική σύνδεση μαζί του καθώς, για να μιλήσουμε «ταξικά», προέρχονται από μικροαστικά ή μεσοαστικά στρώματα (αιώνιοι φοιτητές, θαμώνες και ιδιοκτήτες καφετεριών, οικονομικά εξαρτώμενοι από γονείς κ.α.).

Ως άλλοι μεσσίες-απελευθερωτές απευθύνονται στην ετερόκλητη μάζα της εργατικής τάξης, θεωρώντας την ως το απόλυτο επαναστατικό υποκείμενο. Όμως, μέσα απ’ την εργατική τάξη προέρχεται η αδιαφορία των πολλών, η μιζέρια των μικροαστών, ο πατριωτικός κανιβαλισμός, οι 500.000 ψηφοφόροι της φασιστικής Χρυσής Αυγής, οι νομοταγείς πολίτες, οι ρουφιάνοι, οι συντηρητικοί, οι θρησκόληπτοι των εκκλησιών, οι πιστοί τηλεθεατές, τα ζόμπι του ψηφιακού κόσμου και των social media, οι χαρούμενοι καταναλωτές…

Τι μας συνδέει εμάς ως αναρχικούς με όλους αυτούς;… Από το απόλυτο τίποτα, μέχρι την αγεφύρωτη εχθρότητα. Η αναρχία και το εργατικό κίνημα ακολουθούν δύο παράλληλες γραμμές και είναι γεωμετρικά αποδεδειγμένο ότι οι παράλληλες γραμμές δεν τέμνονται. Γιατί, λοιπόν, να αναγνωρίσουμε τους καταπιεσμένους γενικά και αόριστα ως «αδέρφια» μας και να μιλήσουμε για ταξικό πόλεμο, μαζί με ανθρώπους που δε μοιραζόμαστε τίποτα κοινό; Καλύτερα να βάλουμε μπροστά τη συνολική αναρχική επίθεση που καταργεί όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις του κοινού μετώπου των καταπιεσμένων. Γιατί αυτή τη στιγμή, το μόνο που μας συνδέει με τους καταπιεσμένους είναι η οικονομική συνθήκη που μας επιβάλλουν να ζούμε. Όμως, η κοινή εκβιαστική οικονομική συνθήκη που βιώνουμε ως κοινωνικό περιθώριο, μαζί με τους φτωχούς, τους άνεργους, τους εργαζόμενους, τους μετανάστες είναι μία εξαναγκαστική συνθήκη κι όχι μία συνειδητή επιλογή.Εκτός από όλους εμάς που διαλέξαμε συνειδητά το κοινωνικό περιθώριο κι αρνηθήκαμε τα υλικά προνόμια, οι περισσότεροι καταπιεσμένοι αυτό που επιθυμούν δεν είναι να καταστρέψουν τον κόσμο της εκμετάλλευσης, αλλά να μετακομίσουν οι ίδιοι στις επαύλεις των αφεντικών τους, να φορέσουν τα ρούχα τους, να μιμηθούν τους τρόπους τους και, με τη σειρά τους, να καταδυναστεύσουν όσους βρίσκονται υπό την εξουσία τους. Ο σκλάβος που ζητάει δικαιώματα χωρίς να αποκτήσει απελευθερωτική συνείδηση, σύντομα θα ζητήσει να φορέσει το στέμμα του αφεντικού του. Αρκεί να παρατηρήσει κάποιος τη συσσωρευμένη μικροεξουσία που κουβαλούν μέσα τους οι καταπιεσμένοι όταν την εξωτερικεύουν σε όσους θεωρούν πιο «αδύναμους» από αυτούς∙ ο ντόπιος στο μετανάστη, ο μετανάστης στην οικογένειά του, η «παλιοσειρά» των εργαζομένων στους νέους συναδέλφους τους… Αυτή είναι η τάξη του σύγχρονου προλεταριάτου. Ένα συνονθύλευμα μισθοφόρων της μιζέριας και του κανιβαλισμού, έτοιμων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε όποιον πληρώνει καλύτερα. Καταπιεσμένοι με καταπιεσμένα κόμπλεξ, που θέλουν να μοιάσουν στα αφεντικά τους.

Δε θέλουμε, λοιπόν, να αναζητήσουμε συντρόφους και συμμάχους μέσα από εξαναγκαστικές κοινές συνθήκες που δε διαλέξαμε, αλλά μέσα από κοινές επιλογές.

Δε μας ξεγελάνε, ούτε μας ικανοποιούν οι εφήμερες συμμαχίες με αυτούς που διεκδικούν ένα καλύτερο μισθό ή δικαιώματα και μεταρρυθμίσεις της μιζέριας του υπάρχοντος. Με αυτούς μπορεί να βρεθούμε κάποια στιγμή σε ένα οδόφραγμα ή σε μπάχαλα, αλλά ποτέ δε θα συναντηθούμε ουσιαστικά, αν δεν καταργήσουν από μέσα τους την ηθική ταυτότητα του εργάτη, του φοιτητή, του ανέργου, του διαδηλωτή και δεν αρνηθούν συνολικά τον κόσμο της τάξης και των νόμων.

Δε μας ενδιαφέρουν αυτοί που, επειδή δεν έχουν να χάσουν τίποτα, βγαίνουν στο δρόμο, αλλά εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να χάσουν τα πάντα για να ξανακερδίσουν τη ζώη τους απ’ την αρχή…

Άλλωστε, ανάμεσα στους πρώτους, θα βρεις τους μεγαλύτερους προδότες, που στην πρώτη αναποδιά ή μπροστά στο δέλεαρ μίας οικονομικής υπόσχεσης, θα σε εγκαταλείψουν, θα σε πουλήσουν ή, ακόμα, θα στραφούν εναντίον σου…

Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, θα ανακαλύψεις μερικούς απ΄ τους πιο κοντινούς και αυθεντικούς συντρόφους και συνενόχους σου… Πόσες φορές δε βρεθήκαμε στη μέση μίας φουρτουνιασμένης θάλασσα σύγχυσης και αντιφάσεων; Οι ίδιοι άνθρωποι με τους οποίους ήμασταν δίπλα-δίπλα πετώντας πέτρες και μολότωφ στους μπάτσους και μοιραστήκαμε χρόνους και στιγμές πίσω από φλεγόμενα οδοφράγματα, στα πλαίσια μίας συντεχνιακής διεκδίκησης μίας «άγριας απεργίας» για καλύτερους μισθούς, όταν ικανοποιήθηκε ή απορρίφθηκε το αίτημά τους, επέστρεψαν γρήγορα στην κανονικότητα και θωρακίστηκαν ξανά με την στολή του νομοταγή πολίτη, του ψηφοφόρου, του οικογενειάρχη, του τηλεθεατή. Απ’ την «άγρια απεργία» της Χαλυβουργίας, καταλήξαμε στον απόλυτο έλεγχο της κινητοποίησης απ’ το σωματείο του ΚΚΕ και στη θερμή υποδοχή των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, που έσπευσαν για αλληλεγγύη στον αγώνα των «ελλήνων εργατών». Απ’ τα οδοφράγματα και τις φλεγόμενες νύχτες στην Κερατέα για το σαμποτάρισμα της εγκατάστασης χωματερής στην περιοχή, φτάσαμε στα υψηλά εκλογικά ποσοστά της Χρυσής Αυγής στην ίδια περιοχή.

Αλλά, ακόμα και η «άγρια νεολαία» παλινδρομεί στις αντιφάσεις της. Απ’ τις μαθητικές καταλήψεις και τις επιθέσεις στους μπάτσους μεταπηδά, χωρίς δεύτερη σκέψη, στα πογκρόμ εναντίον μεταναστών και σε πανηγυρικές φιέστες εθνικής υπερηφάνειας (« αθλητικές» επιτυχίες της εθνικής ομάδας).

Δεν αρκεί, λοιπόν, μονάχα το ευκαιριακό ξεπέρασμα του νόμου, μέσω μίας πέτρας ή μίας μολότωφ. Σίγουρα αυτό είναι ένα απαραίτητο πέρασμα. Όμως, μαζί με την τράπεζα ή το περιπολικό που θα πυρπολήσουμε, οφείλουμε να πυρπολύσουμε μέσα μας όλα τα εξουσιαστικά κατάλοιπα, τις ηθικές αγκυλώσεις και τα συντηρητικά στερεότυπα που κληρονομήσαμε από αυτόν τον κόσμο.

Φυσικά, επειδή απεχθανόμαστε την κριτική για την κριτική και τον ξεπεσμό του ψηφιακού ψευτομηδενιστικού μοιρολογίου, που όλα τα κράζει εκτός απ’ το παραμορφωμένο «υπέρ-εγώ» του, η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Όσο θέλουμε να χτυπήσουμε τον πολιτικαντισμό των νεόκοπων αναρχομαρξιστών, άλλο τόσο θέλουμε να γκρεμίσουμε το γυάλινο πύργο της θεωρίας των «ιδεολόγων» της καθαρής αναρχίας.

Αναλύουμε και αποκωδικοποιούμε το σύμπλεγμα των εκρηκτικών αντιφάσεων της κοινωνίας, όχι για να μείνουμε θεατές και να θαυμάζουμε την «αυθεντία» μας, αλλά για να οργανώσουμε στρατηγικά την αναρχική επίθεσή μας. Υπάρχουν οι λεγόμενοι ενδιάμεσοι κοινωνικοί αγώνες, που κάποιοι λόγω σύνθεσης (π.χ. μαθητικές καταλήψεις) έχουν ενδιαφέρον και η εκτροπή τους μπορεί να προκαλέσει χαοτικές καταστάσεις, οι οποίες είναι το ιδανικό πεδίο έκφρασης του μίσους μας για το σύστημα. Προφανώς και δε θα λείψουμε από εκεί, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε ότι το «ιδανικό» λεκιάζεται απ’ την πραγματικότητα και απ’ το ρόδο μένει το αγκάθι.

Όμως, απ’ τη στιγμή που δεν εγκλωβιζόμαστε σε αιτήματα και μεταρρυθμιστικές λογικές, διατηρούμε τα χαρακτηριστικά μας και δε χανόμαστε σε πολιτικάντικες εκπτώσεις για να γίνουμε κοινωνικά «αρεστοί». Έτσι, εισβάλλουμε ως αναρχικοί και δεν κρυβόμαστε πίσω από άλλες κοινωνικές μάσκες (άνεργος, εργαζόμενος, διαδηλωτής)∙ αντίθετα, φοράμε την κουκούλα και επιτιθόμαστε, χωρίς να φοβόμαστε τον λάκκο με τις αντιφάσεις των ενδιάμεσων κοινωνικών αγώνων.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να καταστρέψουμε αυτό τον κόσμο της οργανωμένης εκμετάλλευσης και πλήξης, πρέπει να μιλήσουμε για το ξεπέρασμα των τάξεων και όχι να κάνουμε λάβαρο το σάβανο της «ταξικής πάλης». Οι κόκκινοι αναρχικοί που μιλούν για ταξική πάλη, έχουν ένα πτώμα μέσα στο στόμα τους, το οποίο έχει αρχίσει να σαπίζει. Στην αναρχική διαρκή εξέγερση, όλες οι τάξεις καταργούνται. Το άτομο, ανακαλύπτοντας απελευθερωτικά το συνειδητό εαυτό του, έρχεται σε ολική ρήξη με την τάξη απ’ την οποία προέρχεται, είτε προλεταριακή, είτε μικροαστική. Αρνούμαστε κάθε τάξη γιατί είναι αποτέλεσμα διαχωρισμών του συστήματος. Κάθε τάξη κουβαλάει μέσα της τα χαρακτηριστικά και την ηθική του υπάρχοντος. Το αγαπημένο παιδί των κόκκινων «αναρχικών», το προλεταριάτο, κουβαλάει μέσα του την ηθική της εργασίας, την ψευτοπερηφάνεια του πατριωτισμού, τη λατρεία της μικροϊδιοκτησίας, τα κατάλοιπα του θρησκευτικού συντηρητισμού… Αυτή είναι η θλιβερή αναπαράσταση της σύγχυσης που θριαμβεύει μέσα στους ενδιάμεσους μεταρρυθμιστικούς εργατικούς αγώνες, που ποτέ δεν ξεπερνάνε τον μυωπικό εαυτό τους για να αποκτήσουν μια συνολική απελευθερωτική οπτική.

iii) Για τη Μαύρη Αναρχία

Αποκηρύσσουμε, λοιπόν, κάθε έννοια «ταξικής πάλης» που, στην πιο ριζοσπαστική της μαρξιστική εκδοχή, σκοπεύει στην κατάκτηση της εξουσίας μέσω της δικτατορίας του προλεταριάτου. Φτύνουμε τους «ειδικούς» της επανάστασης, την κομμουνιστική πρωτοπορία, τους βετεράνους και τις «αναρχικές» προσωπικότητες των δημοσίων σχέσεων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη θέση του μεγάλου τιμονιέρη της επανάστασης.

Άλλωστε, η απελευθέρωση θα έρθει όταν τσακίσουμε τα κεφάλια των αυτόκλητων «απελευθερωτών» μας.

Αρνούμαστε να περιμένουμε τις αντικειμενικές συνθήκες του μαζικού ξεσηκωμού. Η προετοιμασία των μεγάλων μαζών ως προϋπόθεση για την «επανάσταση» ενάντια στην εξουσία, επιφέρει μονάχα την αναβολή.

Γνωρίζουμε πως ζούμε σε καιρούς «κρίσης». Κάποιοι πρώην αναρχικοί επέλεξαν να ακολουθήσουν την μαρξιστική ρητορεία του πραγματισμού, του οικονομισμού, θεωρώντας ότι μιλούν τη γλώσσα του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν μπόρεσαν να σταθούν ως αναρχικοί, θα αποδειχθούν ανίκανοι ως μαρξιστές…

Ήδη τα εγχειρήματά τους μεταλλάσσονται και οδηγούνται σε γραφικές συμμαχίες με άτομα και πολιτικούς χώρους που ορίζουν τους εαυτούς τους με αντιπολιτευτικούς όρους. Η αναρχία δεν έχει πλέον καμία σχέση μαζί τους…

Εμείς επιμένουμε στο μαύρο της αναρχίας.

Στο χάος, στην αταξία, στο ζην επικινδύνως, στο μηδενισμό της πράξης, στην ένοπλη αναμέτρηση με το υπάρχον, στη φωτιά της διαρκούς αναρχικής εξέγερσης.

Απορρίπτουμε όλες τις εξιδανικευμένες συνταγές που υπόσχονται οι επαναστατικές θεωρίες που φλυαρούν για τη μελλοντική απελευθέρωση και την κοινωνική αρμονία. Η ζωή δεν προσφέρει εγγυήσεις. Ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ…

Ας είμαστε ειλικρινείς∙ δεν ξέρουμε πώς θα «δουλέψει» ένα απελευθερωμένο αύριο. Γι’ αυτό ακριβώς είναι απελευθερωμένο.

Γιατί θα είναι γεμάτο πιθανότητες, ερωτήσεις και αμφισβητήσεις. Όποιος ψάχνει για σίγουρες απαντήσεις και μαρξιστικές βεβαιότητες, σύντομα θα αναζητήσει την εγγύηση της αυθεντίας και των ιερατείων της κόκκινης εξουσίας.

Κρατάμε τις ερωτήσεις και η σημαία μας παραμένει μαύρη…

Αυτή είναι η μαύρη αναρχία.

Όμως, η αναρχία απαιτεί την οργάνωση του νέου αναρχικού αντάρτικου πόλης, αν δε θέλουμε να ξεπέσει σε μία ποιητική φλυαρία άνευ ουσίας, που είναι καταδικασμένη να την ακολουθήσει η εναλλακτική ένταξή της μέσα στο σύστημα. Έννοιες που δεν οπλίζονται, όπως αναρχοατομικισμός, μηδενισμός, καταλήγουν ακίνδυνες λέξεις στα στόματα ακόμα πιο ακίνδυνων ατόμων, που μπερδεύουν τον αναρχομηδενισμό με την υποκουλτούρα του δήθεν «αντικοινωνικού lifestyle».

Ο αναρχομηδενισμός συνδυάζει την προπαγάνδα των λέξεων με την προπαγάνδα των πυροβολισμών, της φωτιάς, του δυναμίτη. Η δυναμική του σφυρηλατείται στο αμόνι των πράξεων, που συνείδηση και βίωμα συναντιούνται σε έναν ατελείωτο χορό κι όχι στα πληκτρολόγια του ψηφιακού κόσμου του τίποτα.

Έτσι, λοιπόν, το αναρχικό αντάρτικο πόλης έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει την αναρχία απ’ τη θεωρία του αφηρημένου σε πράξη, όπου οπλίζονται οι επιθυμίες μας και προκαλούν τη δικιά μας πραγματικότητα.

Η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και η FAI είναι η πρακτική αντανάκλαση των επιθυμιών μας. Προωθούμε τη δημιουργία ενός άτυπου δικτύου πυρήνων και ομάδων αναρχικής συγγένειας, με σκοπό τη διάχυση της πρακτικής θεωρίας και των επιθέσεων. Υφαίνουμε το δικό μας ιστό αράχνης… Οργανώνουμε τις επιθέσεις μας ενάντια στα φυλάκια του κόσμου της οργανωμένης εκμετάλλευσης και πλήξης.Χτυπάμε τις τράπεζες, τα αστυνομικά τμήματα, τα δικαστήρια, τις φυλακές, τα υπουργεία, τα κομματικά γραφεία, τις αυτοκρατορίες των εταιρειών και οτιδήποτε περιφρουρεί και αναπαράγει τις αξίες αυτού του κόσμου. Φυσικά, δεν ξεχνάμε πως ο στόχος του νέου αναρχικού αντάρτικου πόλης δεν είναι απλά η ανατίναξη πραγμάτων και η εκτέλεση αξιωματούχων της εξουσίας, αλλά, παράλληλα, και η καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων που κουβαλούν μέσα τους το δηλητήριο της εξουσίας.Γι’ αυτό, παράλληλα με την οργάνωση και τη διάχυση της FAI και της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, μέσα από σφαίρες και βόμβες, επιθυμούμε με τα κείμενά μας να τσακίσουμε όλες εκείνες τις καθημερινές κοινωνικές συμβάσεις και να χαστουκίσουμε τη νοοτροπία των εθελόδουλων, που είναι η μισή ισχύς της εξουσίας…

Μισούμε τόσο το χέρι που κρατάει το μαστίγιο, όσο και την πλάτη που δέχεται αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματά του…

Μη με ακολουθείς… Δε θα σε οδηγήσω…

Μην προχωράς μπροστά μου… Δε θα σε ακολουθήσω…

Χάραξε το δικό σου δρόμο… Γίνε εσύ…

ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΜΕ 10, 100, 1000 πυρήνες της Άτυπης Αναρχικής Ομοσπονδίας και της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς.

 

ΕΠΙΘΕΣΗ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF,

Πυρήνας φυλακής

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php