Η κριτική στάση του Νίτσε απέναντι στον δυτικό πολιτισμό

“Η φύση αυτή που έδωσε στο ταύρο τα κέρατα του, στο λιοντάρι το χάσμ’ οδόντων : γιατί μου έδωσε εμένα τα πόδια;…για να κλοτσώ μα τον Άγιο Ανακρέοντα! Και όχι μόνο για να το βάζω στα πόδια· για να ποδοπατώ τα σαθρά ανάκλιντρα, τους δειλούς θεωρησιακούς, τους λάγνους ευνούχους της ιστορίας, το φλερτ με το ασκητικό ιδεώδες, την υποκριτική δικαιοσύνη της ανικανότητας.”

F. NIETZSCHE

Ο Νίτσε σε αρκετά έργα του κρίνει το δυτικό πολιτισμό, μέσα, όμως, από τα λόγια του «προφήτη» Ζαρατούστρα3, ασκεί συντριπτική κριτική σε όλες τις πλευρές του δυτικού πολιτισμού – ηθική, πολιτική, θρησκεία, φιλοσοφία, επιστήμη –. Εκφράζει έντονα την αντίθεση του απέναντι στα δυο θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, το χριστιανισμό και τον πλατωνισμό. Ακόμη, αρνείται την παραδοσιακή, ρασιοναλιστική και εξ’ ορισμού δυιστική μεταφυσική και στην δική του μεταφυσική συμφιλιώνει τους δυο κόσμους. Απορρίπτει τον παραδοσιακό δυισμό ψυχής και σώματος και τονίζει πως ο Υπεράνθρωπος είναι ον της γης, του κόσμου των αισθήσεων. Τα ζώα του Ζαρατούστρα, το φίδι – το ζώο, που σέρνεται στη γη, δηλαδή σε τούτον εδώ τον κόσμο – και ο αετός – το ζώο, που πετά στον ουρανό, δηλαδή στο επέκεινα, στον κόσμο των Ιδεών, του Καλού και του Θεού – αντιπροσωπεύουν, μέσω της αρμονικής συνύπαρξης τους, την αναίρεση των αντιθέτων θεωριών του εμπειρισμού και του ρεαλισμού από τη μια, και του ορθολογισμού και του ιδεαλισμού από την άλλη.

Η ιστορία της φιλοσοφίας είναι μία μυστική λύσσα εναντίον των προϋποθέσεων της ζωής, εναντίον των αξιακών αισθημάτων της ζωής, εναντίον της σύνταξης με το μέρος της ζωής. Οι φιλόσοφοι δεν δίστασαν ποτέ να επιβεβαιώσουν έναν κόσμο με την προϋπόθεση ότι αντέβαινε σ’ αυτόν τον κόσμο και τους παρείχε μια λαβή για να μιλούν άσχημα για αυτόν τον κόσμο.4 Ο «άλλος κόσμος» είναι καλά κρυμμένος από τον άνθρωπο, αυτός ο κόσμος από τον οποίο απουσιάζει ο άνθρωπος, αυτός ο κόσμος που είναι απάνθρωπος, που είναι ένα ουράνιο μηδέν.5 Καταδικάζεται ο κόσμος του γίγνεσθαι σαν απατή για να επινοηθεί ένας κόσμος που βρίσκεται πέρα από αυτόν. Η ανθρωπότητα διατρέχει τον κίνδυνο να χαθεί από έναν ιδεαλισμό αντίθετο προς τη ζωή. Η ζωή παίρνει την αξία του μηδενός όσο οι άνθρωποι την αρνούνται και την υποτιμούν. Η υποτίμηση προϋποθέτει πάντα μια πλασματική κατασκευή (fiction) :μέσω πλασματικής κατασκευής διαστρεβλώνουν και υποτιμούν, μέσω πλασματικής κατασκευής αντιπαραθέτουν κάτι στη ζωή. Έτσι, ολόκληρη η ζωή γίνεται μη πραγματική, αναπαρίσταται ως φαινομενικότητα, παίρνει στο σύνολο της μια αξία μηδενός. Η ιδέα ενός άλλου, ενός κόσμου υπεραισθητού υπό όλες τις μορφές του – ο θεός, η ουσία, το καλό, το αληθινό – η ιδέα αξιών ανώτερων από τη ζωή είναι το συστατικό στοιχειό κάθε πλασματικής κατασκευής. Οι ανώτερες από τη ζωή αξίες δε διαχωρίζονται από το αποτέλεσμα τους : την υποτίμηση της ζωής, την άρνηση αυτού του κόσμου και δεν διαχωρίζονται από αυτό το αποτέλεσμα, διότι έχουν ως βασική αρχή μια βούληση του αρνείσθαι, του υποτιμάν. Ας μη νομίσουμε ότι οι ανώτερες από τη ζωή αξίες αποτελούν ένα όριο, όπου η βούληση σταματά, εώς εάν, απέναντι στο θείο, να λυτρωνόμασταν από τον καταναγκασμό του βούλεσθαι. Δεν είναι η βούληση που αρνείται τον εαυτό της στις ανώτερες αξίες, οι ανώτερες αξίες είναι που ανάγονται σε μία βούληση του αρνείσθαι, του εκμηδενίζειν τη ζωή. Φτάνουν οι άνθρωποι, λοιπόν, στο μηδενισμό, που στην περίπτωση αυτή σημαίνει την αξία του μηδενός που λαμβάνει στη ζωή. Η ζωή γίνεται πλάσμα των ανώτερων αξιών, που της δίνουν αυτή την αξία μηδενός, βούληση μηδενός, που εκφράζεται στις ανώτερες αυτές αξίες.6

Ο μηδενισμός έχει ένα δεύτερο νόημα, πιο συνηθισμένο. Δεν σημαίνει πλέον βούληση, αλλά αντίδραση. Αντίδραση εναντίον του υπέρ- αισθητού κόσμου και εναντίον των ανώτερων αξιών, άρνηση της ύπαρξης τους, άρνηση οποιασδήποτε εγκυρότητας. Οι άνθρωποι υποτιμούν τη ζωή από το ύψος των ανώτερων αξιών, την αρνουνται στο όνομα αυτών των αξιών. Η βούληση του αρνεισθαι αντικαθιστά τη βούληση για δύναμη. Το πρώτο, λοιπόν, νόημα του μηδενισμού είχε την αρχή του στη βούληση του αρνείσθαι ως βούληση για δύναμη. Το δεύτερο νόημα, « απαισιοδοξία της αδυναμίας», έχει την αρχή του στην αντενεργό ζωή, ολομόναχη και ολόγυμνη, μέσα στις αντενεργές δυνάμεις, που περιορίζονται στους εαυτούς τους. Το πρώτο νόημα είναι ένας αρνητικός μηδενισμός, το δεύτερο νόημα ένας μηδενισμός αντενεργός.7

Η πτώση της ηθικής ερμηνείας του κόσμου, που δεν έχει πια καμιά καθαγίαση από τότε που προσπάθησε να διαφύγει σε κάποιο επέκεινα, καταλήγει στο μηδενισμό.8 Η θέληση για μηδέν έχει γίνει κύριος πάνω στη θέληση για ζωή. Ο άνθρωπος φυλακισμένος σε ένα σιδερένιο κλουβί από πλάνες, έγινε καρικατούρα ανθρώπου, άρρωστος, άθλιος, κακοδιάθετος απέναντι στον εαυτό του, γεμάτος μισός προς τις ενορμήσεις της ζωής, γεμάτος δυσπιστία προς ό,τι είναι ωραίο και ευτυχισμένο στη ζωή, μια περιπλανώμενη αθλιότητα.9

Αχ, πόσο ακριβά πληρώθηκαν το λογικό, η σοβαρότητα, η κυριαρχία πάνω στα αισθήματα, όλο αυτό το σκοτεινό πράγμα, που ονομάζεται στοχασμός, ‘όλα αυτά τα πομπώδη προνόμια του ανθρώπου! Πόσο αίμα και φρίκη βρίσκεται στο βάθος όλων των « καλών πραγμάτων»!10

Το σκοτείνιασμα του πνεύματος και η ηθική υποκρισία οδηγούν σε μια συστηματοποίηση του βιασμού και του ευνουχισμού της ζωής. Η ιστορία της πάλης της ηθικής με τα βασικά ένστικτα της ζωής είναι η μεγαλύτερη ανηθικότητα που υπήρχε μέχρι τώρα πάνω στη γη.11Όλα τα ισχυρά συναισθήματα ευχαρίστησης – ευθυμία, ηδυπάθεια, θρίαμβος, περηφάνια, τόλμη, γνώση, αυτοπεποίθηση και ευτυχία καθ’ εαυτές – στιγματιστήκαν σαν αμαρτωλά, σαν σαγήνες, σαν ύποπτα. Τα συναισθήματα αδυναμίας, οι εσωτερικές δειλίες, η έλλειψη θάρρους για τον εαυτό επικαλυφθήκαν με καθαγιαστικά ονόματα και διδαχθήκαν σαν επιθυμητά στον ύψιστο βαθμό. Κάθε μεγάλο στον άνθρωπο επαναρμηνεύτηκε σαν αποποίηση του εαυτού, σαν αυτοθυσία για χάρη κάποιου άλλου πράγματος, κάποιου άλλου· ότι ακόμη και στον άνθρωπο της γνώσης, ακόμη και στον καλλιτέχνη, η αποπροσωποίηση παρουσιάστηκε σαν αιτία της μέγιστης γνώσης και ικανότητας.12

Οι αρετές, όμως, είναι τόσο επικίνδυνες όσο και οι κακίες, στο βαθμό που τις αφήνει κανείς να τον κυριαρχούν από έξω σαν αυθεντίες και νομοί και δεν τις παράγει πρώτα από μέσα του, όπως είναι το σωστό, ως προσωπική του αυτοάμυνα και αναγκαιότητα, ως συνθήκες ακριβώς της ενθαδικής ύπαρξης και ανάπτυξης μας, τις οποίες αναγνωρίζουμε και παραδεχόμαστε ανεξάρτητα από το αν άλλοι άνθρωποι αναπτύσσονται μαζί μας κάτω από όμοιες ή διαφορετικές συνθήκες. Πρέπει κανείς, λοιπόν, να φέρει στο φως και να τιμήσει τα ονόματα των ενστίκτων που δουλεύουν πραγματικά εδώ και που έμειναν κρυμμένα για τόσο πολύ καιρό πίσω από υποκριτικά ονόματα αρετών.13 Στο υποτιθέμενο «καλό» της ηθικής, που θέλει να αρνηθεί τα ένστικτα, ο Νίτσε αντιπαραθέτει το «ευγενές», που δεν σκοτώνει τα ένστικτα, αλλά τα χρησιμοποιεί δαμάζοντας τα.

Το ευγενές είδος ανθρώπου αισθάνεται το ίδιο πως καθορίζει τις αξίες, δεν έχει ανάγκη έγκρισης, κρίνει « ό,τι με βλάπτει είναι βλαβερό κάθ’ εαυτό», γνωρίζει ότι το ίδιο είναι αυτό που πρώτο απονέμει τιμή στα πράγματα, δημιουργεί αξίες.14

Μιλά για την ύπαρξη μιας ενιαίας αρετής, που δεν αντιτίθεται στα πάθη, αλλά εμπλουτίζεται από αυτά. Η ουσία της παραδοσιακής ηθικής δεν έγκειται στις πράξεις, αλλά στα συναισθήματα εκείνα που ακολουθούν τις πράξεις, όπως οι ενοχές και οι τύψεις ή εκείνα που προηγούνται των πράξεων, όπως η πρόθεση. Ο Ζαρατούστρα, όμως, φέρεται εναντίον εκείνων που προτιμούν από το σώμα τους ένα δήθεν βαθύτερο «εγώ».15 Οι φιλόσοφοι έφτασαν στο σημείο να αρνούνται το σώμα χάριν της ανώτερης ψυχής. Το σώμα για αυτούς ήταν αδύναμο και μονό η απαλλαγή της ψυχής από τους υλικούς περιορισμούς του σώματος θα την οδηγούσε σε έναν ανώτερο πνευματικό κόσμο. Η ψυχή, όμως, είναι μια λέξη που ανήκει στο σώμα. Σύμφωνα με τον Νίτσε, το δημιουργικό σώμα είναι αυτό που δημιούργησε το πνεύμα ως ένα χέρι της θέλησης του. Αίσθηση και πνεύμα δεν είναι παρά εργαλεία και παιχνίδια : πίσω τους βρίσκεται ακόμη ο εαυτός. Ο εαυτός ψάχνει, επίσης, με τα μάτια των αισθήσεων, ακούει επίσης με τα αφτιά του πνεύματος.16 Το αίσθημα, η μεγάλη επιθυμία, το πάθος για δύναμη, για αγάπη, για εκδίκηση, για κατοχή είναι πράγματα που οι αμοραλιστές θέλουν να εξαλείψουν, να «καθαρίσουν» την ψυχή από αυτά. Αντί για το δαμασμό των παθών, θέλουν την εξάλειψη τους. Το συμπέρασμα είναι πάντα πως μόνο ο ευνουχισμένος άνθρωπος είναι καλός άνθρωπος17. Στο βαθμό που πιστεύουμε σε αυτήν την ηθική, καταδικάζουμε την ενθαδική ύπαρξη.

Όλες οι δυνάμεις και ενορμήσεις χάρη στις οποίες υπάρχει η ζωή και η ανάπτυξη, βρίσκονται κάτω από την κατάρα της ηθικής. Η ηθική τότε παρουσιάζεται ως ένστικτο για άρνηση της ζωής. Πρέπει, για το Νίτσε, να καταστρέψουμε την ηθική για να απελευθερώσουμε την ζωή. Έτσι, ο Ζαρατούστρα επαγγέλλεται μια καινούρια ηθική καθώς επανορίζει την αρετή ( η αρετή γίνεται μια, μοιάζει με πάθος, κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου – σε αντίθεση προς τις τέσσερις κεφαλαιωδεις αρετές της παραδοσιακής μεταφυσικής, τη σοφία, το θάρρος, τη δικαιοσύνη και την σωφροσύνη και προς τις τρεις θεολογικές αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την ευσπλαχνία). Ο Ζαρατούστρα, επίσης, επανορίζει τρεις βασικές έννοιες της παραδοσιακής μεταφυσικής, το θεό, την ψυχή και την ελευθερία. Σε αντίθεση προς τον ανώτερο ρυθμιστή και τιμωρό Θεό των χριστιανών, ο ήρωας του Νίτσε λέει « αγαπώ εκείνον που τιμωρεί τον θεό του, επειδή αγαπά το θεό του» και προβάλλει ως θεό του τον Διόνυσο, που καταφάσκει χαρούμενα στην ζωή. Σε αντίθεση προς την αποχωρισμένη από το σώμα ψυχή της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, ο Ζαρατούστρα λέει « αγαπώ εκείνον που η ψυχή του ξεχειλίζει μέσα του, έτσι που ξεχνά τον εαυτό του και όλα τα πράγματα είναι μέσα του». Σε αντίθεση, τέλος, προς τη «διανοητική» ελευθερία που υποστηρίζει ο ορθολογισμός, ο Ζαρατούστρα υποστηρίζει μια ελευθερία που εκπηγάζει από την ενότητα του πάθους, του ενθουσιασμού και της σκέψης.18

Το στοιχείο του πλατωνισμού, που ενισχύει την σχέση μας με το θεό, πρέπει κατά τον Νίτσε, να θέσουμε υπό εξέταση. Ο Θεός του χριστιανισμού θεωρεί ότι στρέφει τον άνθρωπο εναντίον της εγκόσμιας, της αισθητής ζωής εν ονόματι μιας άλλης ζωής. Η πίστη στον χριστιανικό θεό είναι ένα συναίσθημα, μια πεποίθηση, ένας στοχασμός, μια διανοητική θεωρία, μια εσωτερική σχέση με το μεταφυσικό στοιχείο, που ισχυρίζεται πως ο αισθητός κόσμος, στον οποίο ζούμε είναι μια ατελέστατη μορφή ενός αλλού κόσμου που χαρακτηρίζεται από θεϊκή τελειότητα, αιωνιότητα. Η σχέση με το μεταφυσικό στοιχειό ωθεί τον άνθρωπο προς τον άλλον κόσμο. Υπάρχει μια διάσταση στο χριστιανισμό, οπού ο αισθητός κόσμος είναι γεμάτος από αδυναμίες και η συμμετοχή σε αυτές μας απομακρύνει από το θεό. Επιπλέον, υπάρχει μια διάσταση στις θρησκείες, οπού αυτός ο κόσμος είναι το αντικείμενο μιας άρνησης, από οπού αν ελευθερωθούμε θα οδηγηθούμε στη βασιλεία του θεού, στην οδό της σωτηρίας. Αυτή η σχέση με το θεό καθιστά τον άνθρωπο αδύναμο και τον απομακρύνει από την αναζήτηση του μεταφυσικού στοιχείου. Οι θρησκείες, όμως, δεν είναι εξουσίες. Οι θρησκείες δεν είναι η πρωταρχικότητα του μεταφυσικού συναισθήματος, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν είναι εξουσιαστικό.

Η έννοια του θεού αντιπροσωπεύει μια απομάκρυνση από τη ζωή, ακόμη και μια περιφρόνηση για τη ζωή. Ο χριστιανισμός επινόησε : 1) έναν θεό που τιμωρεί και ανταμείβει, 2) ένα επέκεινα της ζωής, 3) τη συνείδηση στον άνθρωπο ως συνείδηση ότι το καλό και το κακό είναι μόνιμα, 4) την ηθική ως άρνηση όλων των μεταφυσικών διαδικασιών, τα ηθικά αποτελέσματα ( δηλαδή την ιδέα της τιμωρίας και της ανταμοιβής) σαν αποτελέσματα που διαποτίζουν όλα τα πράγματα, σαν η μοναδική δύναμη, σαν ο δημιουργός κάθε αλλαγής, 5) την αλήθεια ως δεδομένη, ως εξ αποκαλύψεως, ως ταυτόσημη με την διδασκαλία των ιερέων : ως ορό για κάθε σωτηρία και ευτυχία σε αυτή τη ζωή και την επόμενη.19

Η φύση έχει κριθεί άσχημα στον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι έχουν απονείμει τιμές στην αντιφυσικότητα ενός θεού. Η φύση έχει φτάσει να σημαίνει κάτι το «αξιόμεμπτο», το «άσχημο»… Η μοίρα μιας πίστης στο θεό ως πραγματικότητα των υψίστων ηθικών ιδιοτήτων : όλες οι πραγματικές αξίες υπέστησαν, έτσι, άρνηση και συνελήφθησαν συστηματικά σαν μη αξίες. Έτσι, το αντιφυσικό ανέβηκε στο θρόνο. Με ανελέητη λογική έφτασαν στην απόλυτη απαίτηση άρνησης της φύσης.20

Οι θρησκείες, λοιπόν, που δίνουν συνταγές για το πώς πρέπει να ζει κανείς και κρίνουν την συμπεριφορά των πιστών με βάση τους παραδοσιακούς ηθικούς νόμους, πρέπει, κατά τον Νίτσε, να ξεπεραστούν και να μη σταθούν εμπόδιο στην δημιουργία του υπεράνθρωπου. Πρέπει να αποδείξουν οι άνθρωποι ότι οι πλάνες των ιερέων και των θρησκειών έπαψαν να είναι ευεργετικές – ότι αντίθετα κάνουν ζημιά, ότι η ιδία τους η «απόδειξη ισχύος» δεν είναι βάσιμη.

Ο Νίτσε χαρακτηρίζει τον δυτικό πολιτισμό μηδενιστικό και προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη την δημιουργία ενός νέου, ουσιαστικά διαφορετικού, καταφατικού προς την ζωή πολιτισμού. Βασίζει την άποψη του σε μια ριζική κριτική του δυτικού πολιτισμού και στην εξαγγελία και στον σχεδιασμό ενός νέου πολιτισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας νέος, παράτολμος, «μη ηθικός» τρόπος σκέψης, ο οποίος θέλει να εκθρέψει τόσο τις καλές όσο και τις κακές ιδιότητες στον άνθρωπο στην πληρέστερη έκταση τους, επειδή αισθάνεται πως έχει την δύναμη να τις βάλει στην σωστή τους θέση – στην θέση, οπού η καθεμιά χρειάζεται την άλλη.21

Η Ευρώπη είναι σήμερα πλούσια και εφευρετική προπαντός σε μέσα διέγερσης· φαίνεται ότι τίποτε δεν χρειάζεται περισσότερο από stimulantia (διεγερτικά) και νερό που καίει : εδώ οφείλεται η απίστευτη κιβδηλία στα ιδεώδη, σε αυτά τα οινοπνευματώδη του πνεύματος· εδώ οφείλεται η αποκρουστική, δύσοσμη, ψευδολόγος, ψευτοαλκοολική ατμόσφαιρα που υπάρχει παντού.22

 

3 Ο Ζαρατούστρα είναι ο Ήρωας του Νίτσε, που έρχεται να φέρει στον κόσμο ένα μήνυμα. Ο ίδιος, όπως και ο ανθρώπινος τύπος-την έλευση του οποίου προτείνει (ο Υπεράνθρωπος)- είναι το αντίθετο του δυτικού πολιτισμού σε όλες τις εκφάνσεις του ( θρησκεία, φιλοσοφία, επιστήμη, ηθική, υλικός πολιτισμός, κράτος, πολιτική). Ο Ζαρατούστρα είναι η αναίρεση του Ιησού και των προφητών Του.
4 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, μετ.- επ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος, 2001, σ. 227
5 Νίτσε Φρίντριχ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, μετ.-επ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος, 1998, σ. 31
6 Deleuze Gilles, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, μετ. Γ. Σπανός, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 2002, σ. 213-214
7 Deleuze Gilles, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, μετ. Γ. Σπανός, εκδ. Πλεθρον, Αθήνα, 2002, σ. 214-215
8 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο. π. σ. 15
9 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 194-196
10Νίτσε Φρίντριχ, Γενεαλογία της Ηθικής, μετ – επ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 69
11 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 143
12 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 152- 153
13 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 162- 163
14 Νίτσε Φρίντριχ, Πέρα από το Καλό και το Κακό, μετ. – επ. Ζ. Σαρίκας εκδ. Νησίδες Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 157
15 Νίτσε Φρίντριχ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο.π. σ. 322- 323
16 Νίτσε Φρίντριχ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο.π. σ. 33
17 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 187
18 Νίτσε Φρίντριχ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, ο.π. σ. 320
19 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 86
20Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 130- 131
21 Νίτσε Φρίντριχ, Η Θέληση για Δύναμη, ο.π. σ. 229
22 Νίτσε Φρίντριχ, Γενεαλογία της Ηθικής, ο.π. σ. 159

Πηγή: Η ΘΕΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ FR. NIETZSCHE 

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*