Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Λάβαμε στις 11/04/2021

Μια τοποθέτηση με αφορμή τη μήνυση στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία

Το έναυσμα της συγγραφής του κειμένου αυτού, που άλλωστε προδίδεται και από τον τίτλο, αποτέλεσε η ανακοίνωση περί μήνυσης στην αντιτρομοκρατική υπηρεσία. Όμως, η αποδοχή που φάνηκε να έχει από μερίδα κόσμου ήταν η κύρια αιτία.

Σκοπός αυτού δεν είναι να εξαπολύσει μύδρους. Δεν παραθέτει κάτι το πρωτότυπο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί, συζητηθεί, γραφεί ποτέ. Σίγουρα, δεν εκθέτει σκέψεις υπό το πρίσμα της καθαρότητας, της πρωτοπορίας, του ελιτισμού. Ας ιδωθεί, λοιπόν, ως μια προωθητική κριτική, ως ένας δίαυλος επικοινωνίας προβληματισμών και αντιφάσεων, που ίσως ξεπεραστούν με ατομική και συλλογική δουλειά. Ίσως πάλι και όχι.

Με αφορμή λοιπόν κάτι τόσο ξένου θα πουν ορισμένοι, εχθρικό άλλοι… συντάχθηκε το παρόν κείμενο. Χωρίς διάθεση προσωποποίησης, έμμεσους υπαινιγμούς και μπηχτές, επιχειρούμε να καταπιαστούμε συνολικά με το ζήτημα της αστικής δικαιοσύνης, τη μήνυση ως “μέσο αγώνα”, τη θέση και τη συμμετοχή του αναρχικού κινήματος σε αιτηματικούς/θεσμικούς αγώνες, παρουσιάζοντας τη δική μας οπτική.

Επιστροφή στα βασικά…

Αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, αδιάλλακτα. Δεν είναι λέξεις κενού περιεχομένου, που συμπληρώνουν γραφικά τσιτάτα μόνο και μόνο για να γεμίσουμε κόλλες χαρτιού. Κατέχουν βασική θέση στον αξιακό μας κώδικα. Έννοιες που δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη θεώρηση για την πραγμάτωση του αναρχικού αγώνα, ως επιλογή ζωής.

Σε καιρούς πλήρους υποτακτικότητας, μάλλον, η συσπείρωση μας γύρω από αυτά τα κοινά προτάγματα θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Μακριά από θεσμούς και κάθε είδους εκπροσώπους, πρόθυμους κάθε ώρα και στιγμή να ανοίξουν διάλογο με τα φερέφωνα της εξουσίας.

Ζητούμενο για την απόδραση από ολάκερο το εξουσιαστικό σύμπλεγμα δεν είναι η προσπάθεια εύρεσης ενός πιο βιώσιμου και λειτουργικού συστήματος ούτε και η εξομάλυνση της δημοκρατίας. Ζητούμενο είναι η ολοκληρωτική κατάλυση τους.

Πάντα και για πάντα απέναντι από την αστική δικαιοσύνη

Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις και οι διορθώσεις και οι βελτιώσεις είναι ανοησίες. Όσο πιο πολύ καλυτερεύεις και μεταρρυθμίζεις τόσο το χειρότερο, γιατί δίνεις προσωρινά τεχνητή ζωή σε κάτι που πρέπει το δίχως άλλο να πεθάνει και να γκρεμιστεί. Δεν είμαι μεγαλοφυΐα κι ούτε θέλω να γίνω. Ξέρω όμως τι πρέπει να γίνει και τώρα αυτό κάνω. Και ’σεις το ξέρετε δεν κάνετε όμως άλλο από το να κλαψουρίζετε. Εμείς όμως δεν κλαίμε… Δρούμε…

-Dostoevsky (Οι Δαιμονισμένοι)

Η αστική δικαιοσύνη, σπλάχνο απ’ τα σπλάχνα της δημοκρατίας, εκφραστής του status quo, διαμεσολαβητής των ανθρώπινων σχέσεων, υπερασπιστής της τάξης, της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης, συνιστά την πεμπτουσία του κράτους.

Ένας θεσμός από το σωρό, που πλαισιώνει κάθε δημοκρατικό πολιτισμό που σέβεται τον εαυτό του, φέρει ποικίλες προεκτάσεις και λαμβάνει πολλαπλούς ρόλους. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια, αλλά για ένα θέσφατο της κυριαρχίας με υλική υπόσταση, που προασπίζει τα συμφέροντα της.

Πρωταρχικός της στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης. Μια έννοια ιδιάζουσα, περίεργη στην κατανόηση. Σωστό και λάθος, ενοχή και αθωότητα, δίκαιο και άδικο, νόμιμο και παράνομο, όλα τους δίπολα ιδιαίτερα φορτισμένα, εύπλαστα παρόλα αυτά, για να προσαρμόζονται στην εκάστοτε περίπτωση. Έννοιες που φέρουν νομοτελειακή σημασία, με κοινό αντιληψιακό και συνειδησιακό έρεισμα στο κοινωνικό σώμα. Η διχοτόμηση τους έχει μπολιάσει στις συνειδήσεις των υπηκόων, διαμορφώνοντας και την κυρίαρχη αφήγηση. Στο εργοστάσιο των τυποποιημένων συμπεριφορών καθετί ορίζεται με βάση τους νόμους που θεσπίζει η εξουσία. Το ατσάλινο πλέγμα της θα φροντίσει να ορίσει και το πλαίσιο βάση διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό κλίμα, οι συσχετισμοί, τα συμφέροντα των εξουσιαστικών πόλων.

Οι νόμοι, άλλωστε, εμπνέουν το καθολικό, το δεδομένο, το ορθό και ταυτόχρονα στέκονται εκφοβιστικά και αποτρεπτικά σε όποιον σκεφτεί να τους παραβεί. Αποτελούν την οχύρωση του κράτους, που φαντάζει ένα άτρωτο και καλοκουρδισμένο οικοδόμημα, στηριζόμενο σε ισχυρά θεμέλια.Όσοι του γυρνούν την πλάτη, προσβάλλουν την επιβολή του, αρνούνται να υπακούσουν, επιτίθενται, περιμένουν τον κολασμό .Την τιμωρία της στοχοποίησης, της χρηματικής ποινής, του εγκλεισμού, της κοινωνικής απομόνωσης και του στιγματισμού.

Μέσα στις δικαστικές αίθουσες, στήνονται πανηγύρια με ενορχηστρωτές επίδοξους κυνηγούς κεφαλών. Ανακριτές, δικαστές, εισαγγελείς, ρουφιάνοι, που από θέση ισχύος κρίνουν τις τύχες όσων στέκονται στα δικαστικά έδρανα. Πρόσωπα με σάρκα και οστά, τοποθετημένα στο απέναντι στρατόπεδο. Πρόσωπα με ονόματα, διευθύνσεις, περιουσιακά στοιχεία… Πρόσωπα που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ουκ ολίγες φορές και σίγουρα εκεί θα συνεχίσουν να βρίσκονται. Πρόσωπα στα οποία δεν μπορούμε παρά να δούμε την αντανάκλαση όλων εκείνων που πολεμούμε με λύσσα.

Το να ζητάμε, λοιπόν, από τους εχθρούς μας να επιλύσουν προσωπικά ζητήματα, κρατικές και μη αυθαιρεσίες και ό,τι άλλο βάλει ο νους μας, είναι σα να παλεύουμε για ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος πρόνοιας, ένας κράτος από εμάς για ’μας. Εάν βλέπουμε τα πράγματα από μια αντικρατική, και κατ’ επέκταση αντιθεσμική, σκοπιά τότε υιοθετώντας την παραπάνω θέση, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί την ουσία του πιο βασικού μας προτάγματος.

Για τους θεματοφύλακες της τάξης και του νόμου θα είμαστε πάντα ένοχοι. Ένοχοι για την προσπάθεια μας να ζήσουμε ανεξούσια, μακριά από ιεραρχικές σχέσεις, καταπίεση, εκμετάλλευση, ένοχοι γιατί δεν ασπαστήκαμε τα αφηγήματα τους, ένοχοι για τη θέση που έχουμε πάρει στον κοινωνικό πόλεμο, ένοχοι γιατί στρέψαμε τη ζωή μας στο λυσσασμένο κυνήγι της ελευθερίας.

Εκστρατείες διώξεων, αναβαθμίσεις κατηγορητηρίων, αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα, καταδικαστικές αποφάσεις, οικονομική αφαίμαξη… Οι άνεμοι φαίνεται να πνέουν κόντρα, όμως στο χέρι μας είναι να αναστρέψουμε τη φορά τους. Μπορεί σύντροφοι και συντρόφισσες να έχουν στοχοποιηθεί, βασανιστεί, αιχμαλωτιστεί, μπορεί στις συνειδήσεις αναρχικών, αγωνιστών και ευρύτερων κοινωνικών κομματιών, η αστική δικαιοσύνη να επιχειρεί να ‘νομιμοποιήσει’ την ικανότητά – υποχρέωση της να κρίνει όσους αγωνίζονται… όμως οι νόμοι και το δικανικό σύστημα έχουν ισχύ όσο εμείς δεν τους καταργούμε στην πράξη.

Η δικαιοσύνη ενός κόσμου που γεννά και θρέφει την καταπίεση και την εξουσία, επανδρώνεται εγκλείοντας σε διαμερίσματα, σχολεία, εργασιακά κάτεργα, ψυχιατρεία, φυλακές, απομυζά τεράστια κέρδη από τη λεηλασία της φύση και την εκμετάλλευση κάθε έμβιου όντος … κείτεται νεκρή, πρώτα και κύρια στις συνειδήσεις μας. Κάθε εκπρόσωπός της στον υλικό κόσμο είναι εχθρός μας είτε αθωώνει είτε μοιράζει αναστολές είτε καταδικάζει σε πολυετείς καθείρξεις.

Πέραν, όμως, του προφανούς ρόλου του, το αστυνομό-δικαστικό σύστημα αποτελεί και μια κερδοφόρα επιχείρηση. Εγγυήσεις, παράβολα, πρόστιμα, εξαγορά ποινών, αλλά και πακτωλός χρημάτων για δικηγόρους που παζαρεύουν την ελευθερία, στήνουν τη μικρο-οικονομία του δικανικού συμπλέγματος, που συμβάλλει ενεργά στο κρατικό κεφάλαιο.

Επιπλέον, η επικύρωση, η διαχείριση, η επίλυση των ανθρώπινων δεσμών περνά κι αυτή με τη σειρά της από τις δικαστικές αίθουσες. Τρίτα πρόσωπα είναι αυτά που θα αποφασίσουν και θα διευθετήσουν τις διενέξεις, την καθημερινότητα, τις ζωές μας, δίνοντας την εντύπωση πως κανείς δεν είναι ικανός να ορίσει μόνος το πλαίσιο ύπαρξης του.

Η πρακτική της μήνυσης ως συλλογική αναρχική τοποθέτηση

Η βαρύτητα μιας τέτοιας επιλογής σε ατομικό επίπεδο, που σαφώς και χρήζει κριτικής, διαφέρει αρκετά από μια δημόσια αναρχική τοποθέτηση. Κι εδώ επιλέγουμε να κεντροβαρίσουμε στο δεύτερο. Μια συλλογική τοποθέτηση, λοιπόν, που θέλει να «Αφήσουμε πίσω την καθαρότητα μιας ιδεολογικής άρνησης», εκ πρώτης προκαλεί τεράστια αμηχανία. Έπειτα, γεννώνται ερωτήματα και τέλος, ακολουθεί μάλλον η απελπισία.

Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά πίσω μας, μετράμε εκατοντάδες ξυλοδαρμούς και βασανισμούς σε δρόμους, υπόγεια, γραφεία, κρατητήρια, κελιά και δεκάδες φυλακισμένους επαναστάτες με χρόνια χτισμένα μέσα σε σκυρόδεμα. Όμως, αριθμούμε και αλύγιστους ανθρώπους, που δε δέχθηκαν να συνεργαστούν, να ρουφιανέψουν, να πέσουν αμαχητί, όχι γιατί έκαναν τους ήρωες ή τους οσιομάρτυρες, αλλά γιατί παρέμειναν πιστοί στην επαναστατική τους συνείδηση.Όταν σύντροφοι και συντρόφισσες αρνήθηκαν να παραστούν σε δίκες-παρωδίες, να συνδιαλλαγούν με μπάτσους-δικαστικούς-εισαγγελείς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο η ομερτά της σιωπής και καμία άλλη αξιοπρεπής στάση εντός των δικαστικών αιθουσών) μια τοποθέτηση περί: καθαρότητας μιας ιδεολογικής άρνησης (sic), που αυτομάτως γειώνει τέτοιου είδους επιλογές, είναι τουλάχιστον προσβλητική.

Ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, ψυχολογικός εκβιασμός φώλιαζαν πάντα στο στρατόπεδο του εχθρού. Η βία είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους και αυτός δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο, πόσο μάλλον με θεσμικά μέσα. Αντίστοιχα, είναι δεδομένο πως ο αναρχικός αγώνας δεν μπορεί να αντιπαρατίθεται με το κράτος και τους μηχανισμούς του μονάχα στην σφαίρα των άξιων και των θεωρήσεων. Κι αυτό, όχι γιατί πλαισιώνεται από μια αίγλη ενός φετιχισμού της βίας, άλλα γιατί το οικοδόμημα της κυριαρχίας έχει πρώτα και κυρία υλική υπόσταση. Για αυτό, άλλωστε και εμείς έχουμε επιλέξει το δικό μας δρόμο. Η επαναστατική βία είτε στο πλαίσιο του υλικού αντικρίσματος είτε του συμβολισμού είτε της προπαγάνδισης, στοχεύει στην άμεση σύγκρουση με όλο το φάσμα της εξουσίας.

Τα όπλα μας στον πόλεμο που έχουμε κηρύξει δεν είναι οι μηνύσεις, οι δικογραφίες, οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογραφίσκοι, οι “αδιάβλητοι” σύγχρονοι Ιαβέρηδες… και ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Σε περίπτωση «Δικαίωσης»…

Μιας και δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το «μέσο αγώνα», δεν μπορούμε να πούμε και με σιγουριά ποια θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική έκβαση μιας τέτοιας δίκης, παρά μόνο να εικάσουμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη γενικά και αόριστα την ευκταία για τον καταγγέλλοντα (ή τους καταγγέλλοντες), αλλά και την κοινή γνώμη απόφαση, βλέποντας λίγο πιο μακρόπνοα οι συνέπειες διακρίνονται σφοδρές και το μέλλον φαντάζει ζοφερό. Μια “νίκη” μέσα στις δικαστικές αίθουσες, διά στόματος δικαστικών και εισαγγελέων, θα έρθει να επισφραγίσει την καραμέλα του κράτους δικαίου, της διαφάνειας και της νομιμότητας, την «κάθαρση» μέσα στην αστυνομία. Μια τέτοια “νίκη” θα οδηγήσει στην αποριζοσπαστικοποίηση. Η προσπάθεια κοινωνικής πόλωσης, η αναγκαιότητα των εξεγέρσεων, οι επαναστατικές προοπτικές πηγαίνουν δεκάδες βήματα πίσω.

Η αναδίπλωση του κράτους, που ας μη γελιόμαστε συνιστά ένα επικοινωνιακό τρικ, στοχεύει στην αδρανοποίηση, στην παύση οποιασδήποτε αναταραχής. Όποιος πιστεύει πως οι στοχοποιήσεις, οι διώξεις, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί θα σταματήσουν πλανάται πλάνην οικτράν.

Σε ένα καζάνι που βράζει δε θα ρίξουν λάδι στη φωτιά. Το κράτος στέκεται εκεί πυροσβεστικά, λειτουργώντας ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, σβήνοντας και την τελευταία σπίθα. Οι τόνοι πέφτουν, οδηγούμαστε στην αποκλιμάκωση και εκείνοι ενώ φαίνεται να γνέφουν συγκαταβατικά, οργανώνονται καλύτερα, για να επανέλθουν δριμύτεροι και να κάμψουν και τα τελευταία ψήγματα αντίστασης και ανομίας.

Αλήθεια, θεωρεί κανείς πως με μια δικαστική απόφαση θα τελειώσουμε μια και καλή με τη βία των μπάτσων, θα σταματήσει η ποινικοποίηση φιλικών και συντροφικών σχέσεων, οι στοχοποιήσεις αγωνιστών, οι ξυλοδαρμοί και οι βασανισμοί στο δρόμο και στα τμήματα, οι διώξεις και οι φυλακίσεις επαναστατών; Δεν τρέφουμε αυταπάτες για το αστυνομοδικαστικό σύμπλεγμα ούτε και θα έπρεπε να εστιάζουμε στις παρατυπίες του συστήματος της δικαιοσύνης. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι να το κοιτάξουμε κατάματα και να του επιτεθούμε.

Παράδειγμα των ημερών αποτελεί η δίκη της Χ.Α.. Μια δίκη που κατέβασε χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, μια δίκη που παρακολουθήθηκε βήμα-βήμα και αγκαλιάστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και από πιο μετριοπαθείς, μια δίκη που πολλοί αναρχικοί, στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, έσπευσαν να πανηγυρίσουν. Λες κι έτσι τελειώσαμε μια και καλή με το φασιστικό οχετό, τις επιθέσεις σε μετανάστες/στριες, τα κολαστήρια συγκέντρωσης, τις πατριωτικές και εθνικιστικές μαλακίες, το αφήγημα της εθνικής κυριαρχίας.

Μια δίκη που κατάφερε να ενισχύσει τη θεωρία των δυο άκρων και έφερε πάλι στο προσκήνιο τη λάσπη για τις επαναστατικές πρακτικές αγωνιστών και αναρχικών, αλλά και την πάλαι ποτέ πιπίλα της “αριστερής τρομοκρατίας”. Τα γκάζια στη Μεσογείων, το ξύλο στον Ασπρόπυργο, η εκτέλεση των 2 στο Νέο Ηράκλειο και τόσες ακόμη δράσεις, έπαιζαν σε πρώτο πλάνο, χαρίζοντας μας ρίγη και υπενθυμίζοντας πως η θέση του κάθε φασίστα είναι στην άσφαλτο, στο ΚΑΤ, στα νεκροκρέβατα. Στον αντίποδα, όμως, έφεραν και ναυτία σε όλους αυτούς που βρήκαν ευκαιρία να βροντοφωνάξουν πως στη βία δεν απαντάμε με βία. Κι όμως στη βία με αυτό ακριβώς απαντάμε… ΜΕ ΒΙΑ.

Οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το logo: “Δεν είναι αθώοι, οι ναζί στη φυλακή” ήρθε να επισφραγίσει το ρεφορμιστικό του πράγματος και να ενισχύσει τη θέση της αστικής δικαιοσύνης στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, επαναφέροντας στο κοινωνικό σώμα την “πίστη στους θεσμούς”.

Μια δίκη, λοιπόν, την έκβαση της οποίας περιμέναμε έτσι και αλλιώς, ώστε να μην πολωθούν κοινωνικά καταστάσεις, ξεσπάσουν συγκρούσεις, επέλθει ριζοσπαστικοποίηση.

Από την άλλη, ενα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της καρατόμησης προσώπων, που κατέχουν καίριες θέσεις. Θέσεις που ξέρουμε καλά πως δε θα μείνουν ορφανές, οι αντικαταστάτες καραδοκούν στη γωνία. Θέσεις που δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα αναλάβει, εάν θα είναι καλός άνθρωπος, σωστός οικογενειάρχης, φιλόζωος, συνεπής στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Θέσεις σύμφυτες με την εξουσία, εχθρικές και μισητές, με συγκεκριμένη σκοπιμότητα.

Και για να προλάβουμε ίσως και μια αναλογία, που λέει πως το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση μιας πολιτικής εκτέλεσης, η απάντηση είναι ναι, η θέση θα καλυφθεί. ΟΜΩΣ είναι άλλο να σπέρνεις τον τρόμο στο στρατόπεδου του εχθρού, να δίνεις πνοή στην ουσιαστική απειλή, μέσα από τις επαναστατικές πρακτικές, κάνοντας τον επόμενο να σκεφτεί καλά εάν θα αναλάβει ένα τέτοιο πόστο, μιας και το νήμα της μίζερης ζωής του μπορεί να κοπεί απότομα και άλλο να τους τραβάς στις δικαστικές αίθουσες, που το πιθανότερο είναι απλώς να οδηγηθούν σε κάποια άλλη θέση στη χειρότερη, να ιδιωτεύσουν σε μια περίοπτη στην καλύτερη.

Ενδιάμεσοι/Αιτηματικοί Αγώνες

Εδώ έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη παραλληλισμός, μεταξύ της συμμετοχής των αναρχικών σε αιτηματικούς αγώνες, αγώνες δηλαδή, που ως επί το πλείστων έχουν θεσμικό χαρακτήρα ή απαιτούν τα «νόμιμα» και της μήνυσης, ως ένα αποδεκτό μέσο αγώνα. Ένας παραλληλισμός τρομερά άστοχος.

Συγκεκριμένα, η συμμετοχή στους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, που βέβαια δεν αποτελεί επιλογή ούτε και πρώτη προτεραιότητα όλων των αναρχικών, οι οποίοι είτε αντιτίθενται στην καπιταλιστική επέλαση είτε στοχεύουν στη βελτίωση κάποια συνθήκης, για πολλούς συνιστά εύστοχο πεδίο παρέμβασης. Όμως, οι όροι συμμετοχής εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά και τις στοχεύσεις.

Σκοπός είναι να προωθείται η αντιθεσμικότητα, η σημασία της μη διαμεσολάβησης, αλλά και η σύνδεση με την ευρύτερη επαναστατική αντιπαράθεση με το κράτος. Σαφώς και για την επίτευξη των στοχεύσεων, η χάραξη μιας στρατηγικής πρέπει να γειώνεται στην πραγματικότητα του εκάστοτε αγώνα, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται ως αδυναμία προώθησης των αναρχικών θεωρήσεων και πρακτικών. Τα αναρχικά προτάγματα μπορούν και πρέπει να παραμείνουν και να διαχυθούν αναλλοίωτα, χωρίς να παρουσιάζουμε ωραιοποιημένα και εύπεπτα αφηγήματα, χωρίς να αφομοιωθούμε από τη δυσαρεστημένη μάζα. Να πράξουμε σε κάθε επίπεδο, από τις πορείες έως τα συγκρουσιακά γεγονότα, από τις δημόσιες παρεμβάσεις έως τις συνωμοτικές βόλτες, αναδεικνύοντας την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική, δημιουργώντας εφαλτήρια για ανάληψη αντικρατικής δράσης από όλο και περισσότερους ανθρώπους, κοιτώντας πέρα από τα ψευδο δίπολα που μας επιβάλλονται.

Κλείνοντας…

«Το να μην προσμένεις τίποτα δε σημαίνει να συνηθίζεις την ήττα»

Το κράτος είναι ένα σύμπλεγμα επιθετικό. Εάν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι, ήταν πως επιβάλλεται. Δε θα γνέψει συγκαταβατικά, δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε θα ξεχάσει τις επιθέσεις που δέχεται και σίγουρα δε θα γιορτάσει τις νίκες μας. Αντίστοιχα, οφείλουμε να πράξουμε και εμείς.

Περιμένοντας κάτι από τα παραπάνω καταλήγουμε να χάνουμε το στοίχημα του επαναστατικού πολέμου. Επιλέγοντας να λουφάξουμε, τροφοδοτώντας τη συνείδηση μας με ψέματα και παύοντας να διανοίγουμε μέτωπα αντιπαράθεσης, να στοχεύουμε στην όξυνση των εχθροπραξιών, να προλειαίνουμε το έδαφος της εξέγερσης, να βρίσκουμε τις προοπτικές και τις στρατηγικές για την υλοποίηση των επαναστατικών πρακτικών, κοιτάζοντας πέρα από τη νομιμότητα, τότε θα καταλήξουμε να βυθιζόμαστε στην ανυπαρξία. Καλύτερα, λοιπόν, να βυθιστούμε μια ώρα αρχύτερα στην οχλοβοή που διψά για δικαιώματα, να λάβουμε και κανένα παράσημο και να αποσυρθούμε ησύχως.

Εάν εντός του κοινωνικού πεδίου βλέπουμε πάντα και παντού ευκαιρίες για ανέλιξη, λιμνάζουμε και βρισκόμαστε απέναντι από τα αναρχικά προτάγματα που οι ίδιοι θέτουμε, θα καταλήξουμε να ιδιωτεύουμε, συμπληρώνοντας απλώς τη λίστα των υποτιθέμενων αγωνιστικών υποχρεώσεων, δίχως καμία ουσία, δίχως καμία προοπτική.

Η ζωή μας είναι μια διαρκής σύγκρουση. Με τον εαυτό μας και τις αντιφάσεις μας, τις συμβάσεις και τα αυτοξεπεράσματα μας. Μια σύγκρουση, όμως, και με τους νόμους, το εξουσιαστικό κοινωνικό πλέγμα, το οικοδόμημα της κυριαρχίας και των μηχανισμών του. Σύγκρουση στους δρόμους, μέσα και έξω από τις δικαστικές αίθουσες, στα στενά των μητροπόλεων, στις ταράτσες των φυλακών… Σύγκρουση με χαρακτηριστικά επαναστατικά, με συνέπεια σε λόγο και πράξεις.

Η λύση δε βρίσκεται μέσα στα αστικά δικαστήρια, στις κρατικές παροχές, στις καπιταλιστικές υποσχέσεις, στους κοινωνικούς ρόλους, στους κανόνες, στους θεσμούς, στα διάφορα νομοθετήματα. Δεν έρχεται από τους εχθρούς της ελευθερίας, αλλά ούτε και από μια αίολη κοινωνικό-κινηματική συσπείρωση, που μετράται ως ποσοτικό πλεόνασμα, στηριζόμενο σε σαθρά θεμέλια.

Να σταθούμε μόνοι μας στα πόδια μας. Σίγουρα έχουμε να κερδίσουμε πολλά περισσότερα, από το ψάχνουμε διαρκώς και διακαώς σάπια δεκανίκια στο πρόσωπο της εξουσίας. Ας αφήσουμε στην άκρη τον πολιτικαντισμό, τα επικοινωνιακά παιχνίδια, τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ας μη βαλτώσουμε περισσότερο στο βούρκο του ρεφορμισμού, ας μην αφομοιωθούμε σε όσα κάποτε παλεύαμε να καταστρέψουμε, ας μη μπλεχτούμε μόνοι μας στα κρατικά δεσμά, ανοίγοντας την κερκόπορτα του δικαιωματισμού.

Τα μονοπάτια που κυοφορούν τις επαναστατικές προοπτικές είναι πολλά, όμως ο στόχος της καθολικής ρήξης με το υπάρχον κοινός. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μνημονεύουμε συχνότερα.

Να πορευτούμε μαζί με τις αρνήσεις μας, να αναπτύξουμε σχέσεις που αντανακλούν αυτά που προτάσσουμε, να βαδίσουμε πλάι-πλάι με γνώμονα τη συντροφικότητα, την αξιοπρέπεια, την επιθετική διάθεση, την επαναστατική συνείδηση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Πάντα και για πάντα αντικρατικά, αντιθεσμικά, αδιαμεσολάβητα, ανεξούσια, ΑΝΑΡΧΑ.

Σύμπραξη αναρχικών ενάντια στη νομιμότητα

Απρίλιος 2021

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*